ΓΕΩΤΕΕ, ΟΕΕ και ΤΕΕ Δυτικής Μακεδονίας ζητούν επανασχεδιασμό της Δίκαιης Μετάβασης

6 Min Read

Επιστολή σε Ε.Ε. και κυβέρνηση με οκτώ προτάσεις

Καμπανάκι για την πορεία της Δίκαιης Μετάβασης στη Δυτική Μακεδονία κρούουν το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας/Παράρτημα Δυτικής Μακεδονίας, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας/5ο Περιφερειακό Τμήμα Δυτικής Μακεδονίας και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας/Τμήμα Δυτικής Μακεδονίας.

Με κοινή επιστολή τους προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Επιτροπή των Περιφερειών, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, αλλά και προς την ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμικούς φορείς της περιοχής, υποστηρίζουν ότι υπάρχει πλέον σαφής απόκλιση μεταξύ των στόχων της απολιγνιτοποίησης και των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί, ζητώντας την αναθεώρηση του σχεδιασμού και της εφαρμογής της πολιτικής.

Στην επιστολή επισημαίνεται ότι η Δυτική Μακεδονία, η οποία για δεκαετίες αποτέλεσε την ενεργειακή καρδιά της χώρας, δεν είναι αντίθετη στην πράσινη μετάβαση, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή εφαρμόζεται, καθώς, όπως αναφέρεται, οδηγεί σε οικονομική και κοινωνική αποδυνάμωση της περιοχής αντί για παραγωγική ανασυγκρότηση. Τα τρία Επιμελητήρια τονίζουν ότι, παρά τους σημαντικούς ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους που έχουν διατεθεί μέσω του Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης και του Προγράμματος ΔΑΜ, τα αποτελέσματα δεν ανταποκρίνονται στις αρχικές προσδοκίες.

Για να τεκμηριώσουν τη θέση τους, παραθέτουν στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία ο πληθυσμός της Δυτικής Μακεδονίας μειώθηκε κατά 10,3% την περίοδο 2016-2025, το εργατικό δυναμικό κατά 8,4%, η ανεργία παραμένει στο 15,3% έναντι 8,9% σε εθνικό επίπεδο, ενώ καταγράφεται μείωση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας κατά 21,8%, της παραγωγικότητας κατά 9,8% και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 9,6%, την ώρα που σε εθνικό επίπεδο οι αντίστοιχοι δείκτες ακολουθούν ανοδική πορεία. Παράλληλα, σημειώνουν ότι οι δαπάνες προς πιστοποίηση του Προγράμματος ΔΑΜ αντιστοιχούν μόλις στο 9,36% του συνολικού προϋπολογισμού, γεγονός που, όπως αναφέρουν, αποτυπώνει τη χαμηλή πραγματική απορρόφηση των πόρων.

Τα Επιμελητήρια εκτιμούν ότι η μέχρι σήμερα πολιτική δίνει έμφαση σε μικρές επιχειρηματικές ενισχύσεις και υποστηρικτικές δράσεις, χωρίς να δημιουργεί τις μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις που απαιτούνται για την αντικατάσταση των χιλιάδων θέσεων εργασίας που χάθηκαν από τη λιγνιτική δραστηριότητα. Για τον λόγο αυτό ζητούν την προσέλκυση ισχυρών βιομηχανικών, μεταποιητικών, τεχνολογικών και ερευνητικών επενδύσεων, τη σύνδεση των χρηματοδοτήσεων με μόνιμες θέσεις εργασίας και τη θέσπιση ευρωπαϊκής ρήτρας κοινωνικού και δημογραφικού αντικτύπου.

Παράλληλα, τα τρία Επιμελητήρια καταθέτουν οκτώ συγκεκριμένες προτάσεις για την αναθεώρηση της πολιτικής της Δίκαιης Μετάβασης. Προτείνουν την αξιολόγηση της Δίκαιης Μετάβασης με βάση κοινωνικούς, οικονομικούς και δημογραφικούς δείκτες και όχι μόνο την πορεία απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων, ώστε να αποτυπώνεται ο πραγματικός αντίκτυπος στην απασχόληση, το εισόδημα, την τοπική προστιθέμενη αξία και τις δημογραφικές εξελίξεις. Ζητούν επίσης να συνδεθεί κάθε χρηματοδότηση με τη δημιουργία μόνιμων, βιώσιμων και ποιοτικών θέσεων εργασίας, μέσω αναθεώρησης των κανόνων του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, καθώς και να θεσπιστεί ευρωπαϊκή ρήτρα κοινωνικού και δημογραφικού αντικτύπου με δεσμευτικούς δείκτες, ώστε να ελέγχεται ότι οι επιδοτούμενες θέσεις είναι αορίστου χρόνου, δίκαια αμειβόμενες και καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις, προβλέποντας ακόμη και επιστροφή των χρηματοδοτήσεων σε περίπτωση μη επίτευξης των στόχων.

Παράλληλα, εισηγούνται την προτεραιοποίηση μεγάλων παραγωγικών επενδύσεων στη βιομηχανία, τη μεταποίηση και τις ενεργειακές τεχνολογίες, με ειδικά φορολογικά και αναπτυξιακά κίνητρα, ενώ προτείνουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να ενταχθούν στις αλυσίδες αξίας αυτών των επενδύσεων ως τοπικοί προμηθευτές. Ζητούν ακόμη ειδική χρηματοδότηση του πρωτογενούς τομέα και της αγροδιατροφής μέσω της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, με αξιοποίηση των αποκατεστημένων λιγνιτικών εκτάσεων για τη δημιουργία σύγχρονων αγροδιατροφικών υποδομών, καθώς και την καθιέρωση υποχρεωτικής τοπικής ανταποδοτικότητας για κάθε μεγάλη ενεργειακή ή βιομηχανική επένδυση, με μετρήσιμο όφελος για την τοπική οικονομία και την κοινωνία.

Επιπλέον, προτείνουν τον επανασχεδιασμό της επόμενης φάσης της Δίκαιης Μετάβασης μετά το 2027, με βάση τα πραγματικά αποτελέσματα της πρώτης περιόδου εφαρμογής, ζητώντας να διασφαλιστεί η συνέχιση της χρηματοδότησης της Δυτικής Μακεδονίας και στη νέα προγραμματική περίοδο μέσω ειδικά δεσμευμένων πόρων. Τέλος, ζητούν την άμεση μεταφορά στη Δυτική Μακεδονία των διοικητικών και τεχνικών δομών που διαχειρίζονται τη Δίκαιη Μετάβαση, όπως η ΕΥΔΑΜ και η ΜΕΤΑΒΑΣΗ Α.Ε., υποστηρίζοντας ότι η λειτουργία τους στην Αθήνα στερεί από την περιοχή θέσεις εργασίας, εισόδημα και προστιθέμενη αξία.

Κλείνοντας την επιστολή, τα τρία Επιμελητήρια υπογραμμίζουν ότι επτά χρόνια μετά την έναρξη της απολιγνιτοποίησης δεν έχουν καταγραφεί ουσιαστικά αποτελέσματα στην απασχόληση και την πραγματική οικονομία, ενώ η κοινωνική και δημογραφική συρρίκνωση της περιοχής συνεχίζεται. Καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ελληνική Πολιτεία να προχωρήσουν άμεσα σε ουσιαστική αξιολόγηση της εφαρμογής της Δίκαιης Μετάβασης με βάση πραγματικούς δείκτες απασχόλησης, παραγωγικής δραστηριότητας και δημογραφικής εξέλιξης, τονίζοντας ότι η επιτυχία ή η αποτυχία της Δυτικής Μακεδονίας θα αποτελέσει τελικά κριτήριο αξιοπιστίας της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη Δίκαιη Μετάβαση.

Μοιραστείτε την είδηση