Ο αγαπημένος τραγουδοποιός επιστρέφει τη Δευτέρα στον Φιλοπρόοδο
Συμπληρώνοντας τριάντα χρόνια δημιουργίας, ο Κώστας Λειβαδάς επιστρέφει τη Δευτέρα στην Κοζάνη για μια συναυλία με ιδιαίτερη σημασία. Επιστρέφει σε έναν τόπο με τον οποίο συνδέθηκε μέσα από μουσικές, πρόσωπα, απρόοπτα, χειμωνιάτικες βραδιές, καλοκαιρινές αυλές και εκείνες τις μικρές ανθρώπινες στιγμές που μένουν τελικά περισσότερο από κάθε επίσημο σταθμό μιας καλλιτεχνικής πορείας.
Τη Δευτέρα 27 Ιουλίου, στις 9 το βράδυ, θα βρεθεί ξανά στην «αυλή των ασμάτων και των θεαμάτων» του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Κοζάνης, για να γιορτάσει τρεις δεκαετίες δημιουργίας. Μαζί του θα είναι δύο ερμηνευτές διαφορετικών γενεών, η Βίκυ Καρατζόγλου και ο Θάνος Ματζίλης, σε μια βραδιά που δεν θα έχει μόνο τον χαρακτήρα μιας αναδρομής. Θα είναι μια συνάντηση με τραγούδια που μεγάλωσαν μαζί με το κοινό, απέκτησαν νέες ζωές και έφτασαν να εκφράζουν ανθρώπους που ίσως δεν είχαν ακόμη γεννηθεί όταν γράφτηκαν.
Για τον Κώστα Λειβαδά, αυτή η συνάντηση του καλλιτέχνη με το κοινό βρίσκεται στον πυρήνα κάθε ζωντανής εμφάνισης. Γι’ αυτό και στις δύο πρώτες επετειακές βραδιές για τα τριάντα χρόνια της πορείας του επέλεξε ως τίτλο το «Για να σε συναντήσω», από το ομώνυμο τραγούδι του. «Τελικά, γι’ αυτό γίνονται όλα», αναφέρει.

Μια σχέση που άρχισε το 2000
Όπως θυμάται ο ίδιος, η πρώτη εμφάνισή του στον Φιλοπρόοδο έγινε το 2000, μαζί με τον Οδυσσέα Τσάκαλο και την Ανδριάνα Μπάμπαλη. Έκτοτε υπολογίζει ότι επέστρεψε οκτώ ή εννέα φορές. Το 2001 βρέθηκε στην αυλή μαζί με τον Νίκο Πορτοκάλογλου και την Ανδριάνα Μπάμπαλη, ενώ ακολούθησαν βραδιές με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, τη Γιώτα Νέγκα, τη Βιολέτα Ίκαρη και άλλους σημαντικούς συνοδοιπόρους του.
Κάθε επιστροφή άφησε τη δική της ιστορία. Τον Ιανουάριο του 2008, μετά την κυκλοφορία του «Έχω άνθρωπο» με τη Γιώτα Νέγκα, η θερμοκρασία είχε πέσει στους επτά βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο πρόεδρος του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Κοζάνης, Τάσος Γκλούμπος, έσπαγε τον πάγο με σφυριά και καλέμια, όπως αναπολεί. Οι δύο καλλιτέχνες είχαν φορέσει επιπλέον ρούχα κάτω από τα ρούχα τους για να αντέξουν το κρύο, ενώ ο ίδιος είχε πιει κονιάκ για να ζεσταθεί και ξέχασε ότι έπρεπε να γίνει διάλειμμα. Ύστερα από σχεδόν δύο ώρες, άρχισαν να του κάνουν νοήματα και τελικά έγινε ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα, λίγο πριν από το τέλος της βραδιάς.
Ξεχωριστή θέση στη μνήμη του έχει και η εμφάνιση του Σεπτεμβρίου του 2020, όταν βρέθηκε στον Φιλοπρόοδο μαζί με τη Βιολέτα Ίκαρη, μέσα στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας. Μάσκες, υγειονομικά πρωτόκολλα, διαδοχικά τεστ και προβλήματα στις μετακινήσεις δεν κατάφεραν να στερήσουν από τη βραδιά τη ζεστασιά της.
Μετά τη συναυλία, η επιθυμία του να περάσει από την Παναγία Σουμελά οδήγησε στο μοναδικό χαμένο αεροπλάνο των τριάντα χρόνων περιοδειών του, καθώς είχε μπερδέψει την ώρα άφιξης με την ώρα αναχώρησης.
Πίσω από τα ευτράπελα βρίσκεται μια σχέση που εμβάθυνε με τα χρόνια. Η συνεργασία του Κώστα Λειβαδά με τους ανθρώπους του Φιλοπρόοδου εξελίχθηκε σε ανοιχτό διάλογο, με αμοιβαία εμπιστοσύνη και προτάσεις συνεργασίας, ενώ ο ίδιος λειτούργησε και ως γέφυρα με άλλους συναδέλφους του. «Απόλαυσα πολύ και την παρέα και την εμπιστοσύνη και ήταν πάντα αμφίδρομο, με πολλή αγάπη», αναφέρει.

Οι στιγμές που χαρίζουν άλλα δέκα χρόνια
Ο Κώστας Λειβαδάς ανατρέχει στην τριακονταετή πορεία του μέσα από τις καθοριστικές στιγμές που άνοιγαν κάθε φορά έναν νέο δημιουργικό κύκλο. Όπως λέει, για έναν τραγουδοποιό, εάν κάθε δέκα χρόνια έρθουν ορισμένες τέτοιες στιγμές, μπορεί να κερδίσει άλλα δέκα χρόνια στη δουλειά.
Καθοριστικότερο υπήρξε το ξεκίνημά του. Ενώ βρισκόταν στα Χανιά, ένα πρώτο τραγούδι με τους «Μικρούς Ήρωες» αγαπήθηκε από τον Ξενοφώντα Ραράκο και άλλους μουσικούς συντάκτες, ώσπου εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από τη Sony και οδηγήθηκε στην πρώτη προσωπική δισκογραφική δουλειά του, «Κάθε μπαλκόνι έχει άλλη θέα». Ήταν, όπως λέει, μια σχεδόν «κινηματογραφική» εξέλιξη για έναν πολύ νέο δημιουργό.
Ακολούθησε το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα» με τον Γιώργο Δημητριάδη, τα τραγούδια με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και, το 2013, «Η επιμονή σου» με την Ελεωνόρα Ζουγανέλη. Η μεγάλη απήχηση του τελευταίου τραγουδιού αποτέλεσε για τον ίδιο την αφετηρία ενός νέου δημιουργικού κύκλου.
Σήμερα αισθάνεται ότι η επέτειος των 30 χρόνων, μαζί με τη νέα δισκογραφική του συνάντηση με την Ελένη Τσαλιγοπούλου στο «Ριγιούνιον», σηματοδοτούν την έναρξη ενός ακόμη κύκλου. Τα καινούρια τραγούδια έχουν, όπως λέει, μια «ωραία αργή καύση», από εκείνες που προμηνύουν μεγαλύτερη διάρκεια στον χρόνο και όχι μια σύντομη, έντονη «ανάφλεξη».
Αυτό συνέβη, άλλωστε, με πολλά τραγούδια του. Το «Για να σε συναντήσω» έγινε εντονότερο μετά την πρώτη πενταετία και σήμερα, όπως αναφέρει, δέχεται κάθε εβδομάδα αιτήματα για διασκευές και επανεκτελέσεις. Το «Εγώ σ’ αγάπησα εδώ» είναι σήμερα πιο ζωντανό από ποτέ, έχοντας περάσει σε μια νέα γενιά ερμηνευτών και σε διαφορετικές περιοχές ακροατών. Άλλα τραγούδια αποκάλυψαν το πραγματικό τους βάθος χρόνια μετά τη δημιουργία τους, καθώς και ο ίδιος άρχισε να τα αντιλαμβάνεται διαφορετικά.
«Τα τραγούδια είναι ζωντανοί οργανισμοί. Τα καταλαβαίνουμε κι εμείς αλλιώς περνώντας τα χρόνια. Εκφράσαμε κάτι κάποια στιγμή, αλλά μέχρι να ξανανιώσουμε στο πετσί μας αυτό που εκφράσαμε, αυτό που αισθανθήκαμε, μεσολαβούν η ηλικία και η πείρα», εξηγεί.

Οι φωνές που έμειναν μέσα του
Στη διαδρομή του, ο Κώστας Λειβαδάς συνεργάστηκε με σημαντικούς ερμηνευτές, οι φωνές των οποίων εξακολουθούν να τον συνοδεύουν στη δημιουργία του. Όπως λέει, ακόμη και όταν δεν το αντιλαμβάνεται, έχει μέσα του τις φωνές ανθρώπων με τους οποίους συνδέθηκε για χρόνια.
«Με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, έπειτα από τόσα χρόνια, πολλά πράγματα, την ώρα που τα γράφω, είναι σαν να την ακούω. Το ίδιο και με τον συγχωρεμένο τον Μανώλη Λιδάκη, που μας άνοιξε τέτοια πληγή πέρυσι. Μετά το “Για να σε συναντήσω”, πάντα τον άκουγα μέσα μου», αναφέρει.
Παράλληλα, όταν γράφει τραγούδια για τον ίδιο, αναγνωρίζει ορισμένες φορές στη φωνή του τις επιρροές καλλιτεχνών με τους οποίους μεγάλωσε, όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης και οι αδελφοί Κατσιμίχα.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν για τον ίδιο και οι συνεργασίες με καλλιτέχνες που θαύμαζε. Αναφέρεται στον δίσκο που έκανε με τον Σταύρο Λογαρίδη, στην ηχογράφηση ενός τραγουδιού με τον Γιάννη Κούτρα και στα δύο τραγούδια που δημιούργησε με τον Κώστα Μακεδόνα. Μιλά ακόμη για τη συνεργασία του με τον Μάνο Ελευθερίου και τα ακυκλοφόρητα τραγούδια τους που θέλει κάποτε να κυκλοφορήσει, αλλά και για τη δημιουργική του συνύπαρξη με τον Θοδωρή Γκόνη, τη Λίνα Νικολακοπούλου, τον Οδυσσέα Ιωάννου και τον Κώστα Φασουλά. «Δεν ήταν απλές και τυχαίες συναντήσεις. Σήμαιναν κάτι για μένα», αναφέρει.
Τα μουσικά του ακούσματα ήταν πολλά και διαφορετικά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. «Ο πατέρας μου ήταν το λαϊκό τραγούδι και η μάνα μου το ελαφρό και το ροκ εν ρολ, γιατί έτσι ήταν και ως ακροατές και έτσι έγινε και στη ζωή μου», αναφέρει. Λάτρευε τον Μάνο Χατζιδάκι, τα τάνγκο του Άστορ Πιατσόλα, τον Ray Charles και τον Μάρκο Βαμβακάρη, ενώ, όπως λέει, τον συγκλόνισαν ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο δίσκος που ηχογράφησε ο Μίκης Θεοδωράκης στη Γερμανία, ερμηνεύοντας ο ίδιος τα τραγούδια του.
Σημαντικές υπήρξαν ακόμη οι επιρροές από την πρώτη γενιά των τραγουδοποιών, τις εμφανίσεις στα «μπαράκια» του Γερμανού, τους Φατμέ, τους αδελφούς Κατσιμίχα και τα ροκ συγκροτήματα της εποχής του. Παράλληλα, ξεχώριζε τους δημιουργούς της περιφέρειας που ακολουθούσαν, όπως λέει, έναν «μοναχικό, ασυμβίβαστο δρόμο».
Στη συναυλία της Δευτέρας, δίπλα του θα βρεθεί η Βίκυ Καρατζόγλου, με την οποία συνεργάζεται εδώ και πολλά χρόνια και έχουν ηχογραφήσει μαζί δύο τραγούδια. Ο Κώστας Λειβαδάς τη θεωρεί πιο ώριμη από ποτέ, έπειτα από την πολυετή συνεργασία της με τον Νίκο Πορτοκάλογλου, τις ερμηνείες έργων διαφορετικών συνθετών και τη συμμετοχή της σε πολλά είδη συναυλιών και θεαμάτων. Ξεχωριστή θέση στη διαδρομή της είχε, όπως αναφέρει, και η παράσταση «Ήρωες», στην οποία συμμετείχε ως τραγουδίστρια και ηθοποιός.
Μαζί τους θα είναι ο Θάνος Ματζίλης, ένας νέος τραγουδιστής με ιδιαίτερη φωνή και ξεχωριστό μέταλλο. Ο Κώστας Λειβαδάς αναφέρεται στις μουσικές σπουδές και στις καταβολές του από την Ορχήστρα Ρυθμός του Βόλου και την Εστουδιαντίνα, σημειώνοντας ότι «έχει κάτι από τα παλιά, αλλά και τη φρεσκάδα της ηλικίας του».

«Αυτό είναι το κύτταρο»
Ο Κώστας Λειβαδάς δίνει ιδιαίτερη σημασία στους χώρους όπου πραγματοποιείται μια συναυλία, καθώς θεωρεί ότι η αισθητική τους επηρεάζει όσα συμβαίνουν μέσα σε αυτούς και, με έναν τρόπο, επιλέγει και μεγάλο μέρος του κοινού τους. Για έναν άνθρωπο που, όπως λέει, λειτουργεί καλύτερα στη μικροκλίμακα, το να παίζει σε χώρους όπως ο Φιλοπρόοδος σημαίνει πολλά. Νιώθει, μάλιστα, «διπλή τιμή» που θεωρείται μέλος αυτής της παρέας και της οικογένειάς της.
Στέκεται ιδιαίτερα στις βραδιές που πραγματοποιήθηκαν στον κλειστό χώρο του Συλλόγου, τον οποίο χαρακτηρίζει τόσο ζεστό, ώστε έμοιαζε σαν να έπαιζαν όλοι μαζί μέσα σε ένα σπίτι. Όπως λέει, αυτές οι βραδιές είχαν πολλές φορές μεγαλύτερη δυναμική και επίδραση από μια μαζική, τυπική καλοκαιρινή συναυλία σε ένα μεγάλο στάδιο.
Παρομοιάζει τη δυναμική τους με την πέτρα που πέφτει στη λίμνη και σχηματίζει ομόκεντρους κύκλους. «Από αυτά μπαίνει ο σπόρος», αναφέρει, μιλώντας για τη ζωντανή σχέση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Στον Φιλοπρόοδο συνυπάρχουν η εξέλιξη του τραγουδιού, τα λαογραφικά θέματα, οι παρουσιάσεις βιβλίων, το θέατρο, ο κινηματογράφος και η ιστορία της Κοζάνης, μαζί με συγκροτήματα και καλλιτέχνες του σήμερα που απευθύνονται στους 18χρονους και στους 30άρηδες. «Αυτό είναι το κύτταρο», τονίζει.
Η σύνδεσή του με την Κοζάνη ξεπέρασε τη σκηνή. Θυμάται το τσάι που έφτιαχναν όλοι μαζί στην κουζίνα πριν τραγουδήσουν, τα γιαπράκια, τα πειράγματα και τη βασιλόπιτα που είχε φάει η Ανδριάνα Μπάμπαλη στο διάλειμμα, με αποτέλεσμα, όπως λέει χαριτολογώντας, να δυσκολευτεί να τραγουδήσει στο δεύτερο μέρος. Αναφέρεται ακόμη στις βόλτες και στις εκδρομές που έκανε, στα μνημεία της πόλης και στην ιδιαίτερη αγάπη του για την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.
«Μου αρέσει η ατμόσφαιρα της πόλης», λέει, συνδέοντάς την και με τη δική του προτίμηση στη μικροκλίμακα. Είναι ο τρόπος ζωής που περιλαμβάνει απρογραμμάτιστες συναντήσεις, καφέδες που προκύπτουν τυχαία σε ένα σταυροδρόμι και εκδηλώσεις που κάποιος ανακαλύπτει επειδή του μίλησε γι’ αυτές ένας άνθρωπος που συνάντησε στον δρόμο. Αυτός είναι, όπως λέει, ο τρόπος που ταίριαζε πάντα και στον ίδιο. Σπούδασε στην Κομοτηνή, έχει δεσμούς με τη Βόρεια Ελλάδα και, παρότι ζει στην Αττική, το σπίτι του βρίσκεται στην Πεντέλη και όχι στο κέντρο της Αθήνας.

Η δημιουργία ως απάντηση
Πίσω από τα τραγούδια βρίσκεται ένας δημιουργός που εξακολουθεί να παρατηρεί όσα συμβαίνουν γύρω του και να ανησυχεί. Μιλά για το περιβάλλον, τα άτομα με αναπηρία και την προσβασιμότητα, θέματα που, όπως λέει, δεν μπορούν να απασχολούν τη δημόσια συζήτηση μόνο μετά από καταστροφές, μόνο προεκλογικά ή έπειτα από κάποιο μείζον γεγονός. «Κάθε μέρα πρέπει να είναι μέρος της ζωής μας αυτή η ενημέρωση και η συζήτηση», τονίζει.
Απέναντι στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η Ελλάδα, η Ευρώπη και ολόκληρος ο πλανήτης, μιλά για την ανάγκη συλλογικής αντίδρασης. «Πρέπει να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας για να θυμηθούμε την αλληλεγγύη και την ομαδική δουλειά. Πρέπει να μιλήσει η ειρηνική, αλλά αποφασιστική και πολιτισμένη συσπείρωση», αναφέρει.
Τον προβληματίζει ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο φτάνει σήμερα η ενημέρωση στον πολίτη, μέσα στον «ποταμό και στο χάος του διαδικτύου». Η μία είδηση διαδέχεται την άλλη, χωρίς να υπάρχει ο χρόνος να συνδεθεί κανείς ουσιαστικά με όσα συμβαίνουν. «Μόνο ό,τι παίζει στην τηλεόραση υπάρχει. Μόλις χαθεί από τις οθόνες, δεν υπήρξε ποτέ», λέει, σημειώνοντας ότι ο μιντιακός χρόνος ευνοεί την αμνησία και λειτουργεί με τους όρους του «on-off».

Παράλληλα, θεωρεί ότι η αλληλεγγύη, αν και παραμένει ισχυρότερο αντανακλαστικό στην περιφέρεια, δεν είναι πια αυτή που ήταν. Θυμάται ότι παλαιότερα, όταν συνέβαινε κάτι σε μια γειτονιά, οι άνθρωποι έβγαιναν αναστατωμένοι για να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους ή να τοποθετηθούν απέναντι σε όσα συνέβαιναν. «Τώρα έχουμε μείνει στον εμφύλιο του διαδικτύου και στην τοξικότητά του», διαπιστώνει.
Παρά την ανησυχία του, εξακολουθεί να αντλεί δύναμη από την ομορφιά της χώρας, το όνειρο και τη δημιουργία. «Η ομορφιά και το όνειρο θα σώσουν και θα νικήσουν πάντα. Η δημιουργία είναι μονόδρομος», λέει. Ελπίδα του δίνουν ακόμη οι εστίες πολιτισμού, όπως ο Φιλοπρόοδος, αλλά και οι μάχες που απομένουν να δοθούν για την αξιοπρέπεια.
Απαραίτητη θεωρεί και την προσωπική φροντίδα μέσα στην εξουθένωση της καθημερινότητας. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα της οδηγίας που δίνεται στα αεροπλάνα, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση αποσυμπίεσης, πρέπει κανείς να πάρει πρώτα οξυγόνο για να μπορέσει στη συνέχεια να βοηθήσει ένα παιδί, έναν ηλικιωμένο ή έναν ασθενέστερο άνθρωπο. Μια διαδρομή στο δάσος, ένα πρωινό κολύμπι ή η βραδινή μελέτη ενός βιβλίου δεν αποτελούν, όπως λέει, πολυτέλεια, αλλά είναι απαραίτητα για να αντέξει ο οργανισμός την «οξείδωση και την εξουθένωση της καθημερινότητας».

Τη Δευτέρα, η διαδρομή του θα συναντηθεί ξανά με εκείνη του Φιλοπρόοδου και της Κοζάνης. Περιμένει όλους τους φίλους και τους καλεί να δώσουν το «παρών» και στις υπόλοιπες εκδηλώσεις του Συλλόγου. «Κι εμείς έχουμε ανάγκη τον Σύλλογο περισσότερο από ποτέ και ο Σύλλογος εμάς», αναφέρει, εξηγώντας ότι ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να φτάσει σε αυτές τις περιοχές χωρίς μια τέτοια γέφυρα, όπως και το κοινό δεν μπορεί να φτάσει στον καλλιτέχνη χωρίς αυτή τη σχέση.
Πρόκειται για τη συνάντηση που βρίσκεται στον πυρήνα της επετειακής βραδιάς. Μια συνάντηση γύρω από όσα ο ίδιος περιγράφει ως περιοχές της δεύτερης ευκαιρίας, της αξιοπρέπειας, της εκπλήρωσης, της αγάπης και της προσωπικής αναζήτησης. «Τελικά, γι’ αυτό γίνονται όλα», λέει.
«Ό,τι κι αν κάνω και όπου κι αν πάω ή χαθώ, υπάρχει μια λαϊκή καρδιά από κάτω», αναφέρει. Αυτή τη λαϊκή καρδιά φέρνει και πάλι τη Δευτέρα στην Κοζάνη, σε μια αυλή όπου δεν επιστρέφει πια ως επισκέπτης, αλλά ως άνθρωπος της οικογένειας του Φιλοπρόοδου.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr











