Ο «οδικός χάρτης» του ΥΠΕΝ για ΑΠΕ, αποθήκευση, διασυνδέσεις, απώλειες και ληξιπρόθεσμες οφειλές
Τον στόχο να μειωθεί κατά 30% η τελική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στην επόμενη τριετία παρουσίασε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ο σχεδιασμός δεν στηρίζεται σε μία μεμονωμένη παρέμβαση, αλλά σε ένα σύνολο μέτρων που καλύπτουν από τη χονδρική αγορά και την αποθήκευση ενέργειας έως τις διασυνδέσεις των νησιών, τις απώλειες του δικτύου και τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών.

Τα βασικά σημεία της παρουσίασης ανέλυσε σε ανάρτησή του στο «Χ» ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, σημειώνοντας ότι μία μείωση της τάξης του 30% θα μπορούσε ουσιαστικά να καλύψει τη σωρευτική αύξηση που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση. Όπως ανέφερε, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η θέση της Ελλάδας σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά η υποχώρηση των τιμών σε απόλυτους αριθμούς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που περιλαμβάνονται στην παρουσίαση και αφορούν το δεύτερο εξάμηνο του 2025, η τελική τιμή για οικιακούς καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση από 2.500 έως 4.999 κιλοβατώρες διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στα 237,8 ευρώ ανά μεγαβατώρα, μαζί με φόρους και λοιπές χρεώσεις. Η τιμή αυτή ήταν περίπου 18% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ανερχόταν στα 289,6 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η εικόνα διαφοροποιείται, ωστόσο, όταν οι τιμές εξεταστούν σε όρους αγοραστικής δύναμης. Σε αυτή την κατάταξη η Ελλάδα βρισκόταν στη 12η θέση μεταξύ των 27 χωρών, με τιμή 292,6 ευρώ ανά μεγαβατώρα, οριακά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 290,6 ευρώ. Πρόκειται για μία διάσταση που αποτυπώνει πιο καθαρά το βάρος του λογαριασμού στα εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών.


Όπως επισημαίνεται στην παρουσίαση, η τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος αποτελείται από πολλές διαφορετικές επιβαρύνσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται η τιμή της χονδρικής, το κόστος για την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος, οι χρεώσεις του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ, οι τεχνικές απώλειες και οι ρευματοκλοπές, οι επιδοτήσεις των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, η προμήθεια και οι φόροι.
Η στρατηγική του ΥΠΕΝ, σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, επιχειρεί να παρέμβει σε κάθε επιμέρους μέρος του κόστους όπου εκτιμάται ότι υπάρχει περιθώριο μείωσης.

Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό έχουν οι ΑΠΕ. Από τα στοιχεία για την αγορά επόμενης ημέρας, για το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου έως τις 7 Σεπτεμβρίου 2026, προκύπτει πως όσο αυξάνεται το ποσοστό της ημερήσιας κατανάλωσης που καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές τόσο μειώνεται η τιμή της χονδρικής.
Τις ημέρες κατά τις οποίες η συμμετοχή των ΑΠΕ ξεπέρασε το 90%, η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 73 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Με συμμετοχή από 80% έως 90% ήταν 87 ευρώ, από 70% έως 80% έφτασε τα 100 ευρώ, από 60% έως 70% τα 116 ευρώ και από 40% έως 60% τα 127 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Το Υπουργείο εκτιμά πως η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ μπορεί να οδηγήσει τη χονδρική τιμή πιο κοντά στα χαμηλότερα αυτά επίπεδα, ακόμη και σε περίοδο υψηλών τιμών του φυσικού αερίου. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στις ώρες κατά τις οποίες δεν υπάρχει ηλιοφάνεια και η κάλυψη της ζήτησης απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή των θερμικών μονάδων. Η ωριαία καμπύλη της χονδρικής εμφανίζει τις υψηλότερες τιμές κατά τις βραδινές ώρες, με την κορύφωση να καταγράφεται γύρω στις 20:00 και τις 21:00.





Σε αυτό το σημείο μπαίνει η αποθήκευση ενέργειας. Στόχος είναι η ενέργεια που παράγεται από τις ΑΠΕ τις ώρες της ημέρας να μπορεί να αξιοποιηθεί αργότερα, περιορίζοντας τις βραδινές αιχμές και την ανάγκη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από το ακριβότερο φυσικό αέριο. Κατά το ΥΠΕΝ, η αύξηση της αποθηκευτικής δυναμικότητας μπορεί επίσης να μειώσει το κόστος των εφεδρειών, το οποίο αποτελεί μέρος των λεγόμενων «λογαριασμών προσαυξήσεων».
Σήμερα λειτουργούν έργα αποθήκευσης συνολικής ισχύος 0,7 GW. Ο στόχος ανεβαίνει στο 1 GW έως το τέλος του 2026, στο 1,5 GW έως τα μέσα του 2027, στα 3 – 4 GW μέχρι το τέλος του 2028 και στα 5 – 7 GW έως το 2030. Για την επιτάχυνση του σχεδιασμού προβλέπεται η διάθεση επιπλέον 200 εκατ. ευρώ.
Στην παρουσίαση καταγράφονται τρεις διαγωνισμοί από το Ταμείο Ανάκαμψης για 900 MW, φωτοβολταϊκά στη στέγη με αποθήκευση περίπου 100 MW, η αντλησιοταμίευση της Αμφιλοχίας ισχύος 680 MW και έργα αποθήκευσης από επιχειρήσεις ισχύος 28 MW. Παράλληλα, αναφέρονται άλλα έργα αντλησιοταμίευσης 2.000 MW, η προσθήκη αποθήκευσης σε έργα ΑΠΕ περίπου 4.000 MW, προκηρύξεις για μεμονωμένες μπαταρίες συνολικής ισχύος 4.700 MW, η αποθήκευση για αυτοκατανάλωση και η δυνατότητα μετατροπής θερμικών μονάδων σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης ισχύος 1.094 MW.

Παρέμβαση προβλέπεται και στις απώλειες του δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ. Οι τεχνικές απώλειες εκτιμάται ότι θα παραμείνουν κοντά στο 5,5% έως το 2028, ενώ για τις μη τεχνικές απώλειες, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ρευματοκλοπές, προβλέπεται σταδιακή υποχώρηση. Από περίπου 5,7% το 2023, εκτιμάται ότι θα μειωθούν σε περίπου 3,6% το 2028.
Το πλάνο εγκατάστασης έξυπνων μετρητών προβλέπει αύξησή τους από 900.000 το 2024 σε 1,4 εκατ. το 2025, 2,4 εκατ. το 2026, 3,7 εκατ. το 2027, 5,1 εκατ. το 2028, 6,4 εκατ. το 2029 και 7,7 εκατ. το 2030. Με βάση τον σχεδιασμό, έως το τέλος του 2030 θα καλύπτεται το 100% της καταναλισκόμενης ενέργειας.


Στις επιβαρύνσεις που επιχειρεί να περιορίσει το ΥΠΕΝ περιλαμβάνονται και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές από στρατηγικούς κακοπληρωτές, καθώς το κόστος τους επιμερίζεται τελικά στο σύνολο των καταναλωτών. Ο Νίκος Τσάφος αναφέρθηκε σε στοχευμένες δράσεις τόσο για τις ρευματοκλοπές όσο και για το φαινόμενο του λεγόμενου «ενεργειακού τουρισμού», δηλαδή τη μετακίνηση οφειλετών από τον έναν πάροχο στον άλλο χωρίς εξόφληση των προηγούμενων λογαριασμών.
Στο μέτωπο της προμήθειας, τα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής δείχνουν ότι τον Ιούνιο του 2026 το 53,2% των οικιακών πελατών παρέμενε στα ειδικά τιμολόγια, το 31,6% είχε επιλέξει σταθερά και το 15,2% κυμαινόμενα. Το Υπουργείο εκτιμά ότι η μεγαλύτερη κινητικότητα των καταναλωτών και ο ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών μπορούν να περιορίσουν τα περιθώρια προμήθειας.

Ο συνολικός σχεδιασμός συνοδεύεται από πακέτο περίπου 5 δισ. ευρώ για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Από αυτά, 2,1 δισ. ευρώ προέρχονται από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, 2,3 δισ. ευρώ από το Ταμείο για Νησιά και περισσότερα από 600 εκατ. ευρώ από άλλα χρηματοδοτικά προγράμματα. Περιλαμβάνονται δράσεις για εξοικονόμηση ενέργειας, αντλίες θερμότητας, ΑΠΕ και αποθήκευση, διασυνδέσεις, δημόσια κτίρια, κοινωνική στήριξη και αυτοκατανάλωση.
«Η μείωση του ενεργειακού κόστους είναι μια σύνθετη άσκηση. Δεν γίνεται με έναν νόμο και ένα άρθρο. Ούτε με εφευρετική λογιστική. Γίνεται μόνο με ένα συνεκτικό πλάνο που πάει γραμμή γραμμή στο κόστος της κιλοβατώρας», κατέληξε ο κ. Τσάφος.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr









