Του Γιώργου Τριανταφύλλου*
Ήμουν μόλις 17 ετών όταν άρχισα να γράφω τα πρώτα μου κείμενα για την εφημερίδα «Ο Χρόνος». Γι’ αυτό και επέλεξα, ως συγγραφέας τεσσάρων βιβλίων, να στείλω το πιο εσωτερικό και συνδεδεμένο με τη λογοτεχνική μου πορεία άρθρο στο μέσο αυτό.
Η αγάπη μου για το γραπτό ξεκίνησε, όπως και να ‘χει, από το σχολικό έντυπο το οποίο ο «Χρόνος» τύπωνε. Άρα η σχέση μου είναι βαθιά. Και δη αν αναλογιστεί κανείς ότι, μετά την αρθρογραφική μου μανία, κατέληξα –χωρίς να καταλάβω πώς– να είμαι ένας συγγραφέας τεσσάρων μυθιστορημάτων.
Έχω, δηλαδή, τέσσερα πνευματικά παιδιά:
- «Τρεις κόσμοι»: Ένα έργο βαθιά κοινωνικό, που μιλάει για τη φιλανθρωπία, τη διαφθορά και τη φιλία, μέσα από τρεις χαρακτήρες εντελώς διαφορετικούς που έχουν ανάγκη από υποστήριξη.
- «Το Έγκλημα να ‘σαι γκέι»: Ένα βιβλίο για ανθρώπους οι οποίοι έχουν δεινοπαθήσει δεχόμενοι τις προκαταλήψεις και τη στενότητα της κοινωνίας μας, αλλά επιλέγουν να ζήσουν ελεύθεροι.
- «Το Σχήμα της Νουγκατίνας»: Ένα αστυνομικό έργο με σάτιρα. Ένας μαθητής εξιχνιάζει τον φόνο της αγαπημένης του καθηγήτριας, αντιμέτωπος με τη διαφθορά της χώρας, πολλούς έρωτες και ένα μεγάλο ταξίδι από πόλη σε πόλη, από στιγμή σε στιγμή.
- «Της Έχιδνας τα παιδιά»: Ένα βιβλίο που έτυχε να το δεχτεί ένας πολύ σοβαρός εκδοτικός οίκος. Το περιποιήθηκα πιο πολύ απ’ όλα, με απότοκο να πιστεύω ότι ίσως είναι το πρώτο μου ώριμο έργο. Μιλάει για τη φτώχεια, τη διαφθορά, τη βιοπάλη και την ψυχολογία, έχοντας παράλληλα και μια αστυνομική χροιά.
Γράφοντας τη ζωή, λοιπόν. Όλη μου η ζωή ήταν μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της αλήθειας –όχι, δεν είμαι drama queen– πιστεύοντας ότι ίσως έτσι κάνω τον κόσμο καλύτερο. Ο κόσμος αυτός, πράγματι, γίνεται πολύ γοητευτικός όταν ενορχηστρώνεις όλες σου τις δυνάμεις προσπαθώντας για το καλό. Και μακάρι να είναι και άλλοι έτσι, ρομαντικοί, που θέλουν το βράδυ να πέσουν στο κρεβάτι ελπίζοντας πως τούτος ο ατελής ντουνιάς θα γίνει κάτι τέλειο.
Πάντα ο λόγος και τα γράμματα έχουν κάτι γλυκό, γιατί οποιαδήποτε ιστορία μάς θυμίζει τις στιγμές που περιμέναμε να κοιμηθούμε με ένα όμορφο παραμύθι. Η λογοτεχνία είναι αυτή που ξυπνάει το παιδί που έχουμε μέσα μας με τον πιο τρυφερό τρόπο.
Έτσι, λοιπόν, θα ήθελα να ευχαριστήσω όσους ήρθαν στις –περίπου 20– παρουσιάσεις βιβλίων που έχω κάνει στη ζωή μου. Σε αυτούς που ποτέ δεν είπα «ευχαριστώ» όταν πίστεψαν σε μένα, και εγώ, μέσα στη βιασύνη μου, δεν κατάλαβα πόσο με τίμησαν αναδεικνύοντας τα βιβλία που κατέβασα απ’ την κούτρα μου.
Σε έναν κόσμο γεμάτο κακώς κείμενα, τρέλα, παράνοια και διαφθορά, θέλησα να πιστέψω ότι η επικοινωνία, δηλαδή η τέχνη, θα κάνει τα πράγματα καλύτερα. Το ίδιο ένιωσα όταν αποχαιρετούσα τις προάλλες έναν πολύ σπουδαίο άνθρωπο της Κοζάνης, τον Παναγιώτη Δημόπουλο, που ήταν ένας εξ αυτών τους οποίους θαύμασα όσο λίγους, όταν τον άκουγα να μιλάει για τη μουσική, τον πολιτισμό και τη δημοκρατία με τρόπο μοναδικό. Και τέλος, όταν στην τελευταία ομιλία του Λευτέρη Ιωαννίδη άνοιξε η αυλαία για να ακουστεί το «Η Κοζάνη δεν γυρίζει πίσω»· ελπίζω με τη φτωχή μου λογοτεχνική προσπάθεια ίσως μια μέρα να τον φτάσω έστω και στον αντίχειρα.
Πολλές φορές νιώθω ότι τα τέσσερα αυτά βιβλία δεν είναι κάτι, γιατί «είμαι εγώ». Πολλές φορές όλοι είμαστε αυστηροί με τους εαυτούς μας. Αλλά όπως είπε και ένας μεγάλος λόγιος: «Αν δεν φυτέψεις έναν σπόρο, αν δεν γράψεις ένα βιβλίο, τι έχεις καταφέρει;». Ίσως λίγο υπερβολικό, μα ακούγοντας το Golden Brown των The Stranglers, κάνω μια αναδρομή.
Μια αναδρομή στον μαγευτικό κόσμο της γραφής. Σε έναν κόσμο που, μέσα απ’ τα άσχημα και όμορφα βιώματά μου, τη θέαση σε ανθρώπους που κατέστρεψαν και καταστράφηκαν, αλλά και την αγωνία της ζωής, με έκανε να ταξιδέψω βλέποντας χρώματα και ελπίδα. Και δη, πάντα οι φίλοι μας –αυτοί που μας αγαπάνε, πιστεύουν σε εμάς και νιώθουν περηφάνια ενώ μας αντέχουν στα δύσκολα– μας χειροκροτάνε όταν ολοκληρώνουμε κάτι που δημιουργήσαμε από μέσα μας. Οι φίλοι, που σε μια εποχή όπου τόσοι άνθρωποι χάνονται από μοναξιά, κρατούν άλλους τόσους στη ζωή. Και τους χρωστάμε πολλά «ευχαριστώ».
Τώρα πια, γράφοντας αυτό το βαθιά συναισθηματικό άρθρο στην εφημερίδα αυτή και αποτυπώνοντας για άλλη μια φορά τη ζωή, αναρωτιέμαι αν οι σπουδές μου στην αρχιτεκτονική –την άλλη όψη της δημιουργίας κόσμων– θα μου επιτρέπουν να ανοίγω το στόμα μου όσο θέλω.
Εύχομαι καλές αναγνώσεις και όμορφα ταξίδια σε όλους.
Για την Εφημερίδα «Ο Χρόνος»
Γιώργος Τριανταφύλλου – Συγγραφέας / Φοιτητής







