Τρεις γενιές Τσικριτζάδων, κάθε μια κι ένα σκαλί παραπάνω

6 Min Read

Της Ματίνας Τσικριτζή Μόμτσιου*

Αντικειμενική δεν μπορώ να είμαι. Βλέπετε μια πόρτα ήμασταν μέχρι που… ξενιτεύτηκα στο Λάκκο, στεφανωμένη δόξη και τιμή!

Ο Λάζος ήταν ο πολύ τρανός ξάδερφος (κάπου 20 χρόνια διαφορά), ωραίος, έξυπνος, απίστευτα πλακατζής, πολύ αγαπητός και δημοφιλής σε όλες τις παρέες. Και ζουρλάδι! Κι ύστερα ανέβηκε πίστα όταν άνοιξε το πρώτο μαγαζί με τον Τζήμκα στην (τότε) Βόλτα, δίπλα από το ΑΣΤΡΟΝ. Κι ακόμη μία ψηλότερη, όταν μεταφέρθηκε στη σημερινή θέση με συνέταιρο τον Μένιο τον Πιτένη και τον Ναούμ τον Σιούλα αργότερα.

Κι έγινε τοπόσημο.

– Πάμι μια βόλτα?

– Άιντι! Απ’ του Μαμάτσιου ίσια μι τουν Τσικριτζή. Μ’  έστειλιν για ψουμί η μάνα μ. Θα μι λιανίσει άμα αργήσω.

Και κοντά στο θκο τ απέκτησε αίγλη και το θκο μας το επίθετο.

– Τσικριτζή; Αυτόν που πλάει τα σπόρια τι τουν έχς?

– ΑΞΑΔΙΡΦΟΥΝ! Πρώτουν. Αδερφών παιδιά. Δίπλα-δίπλα τα σπίτια μας.

Και μετά μπήκε στη ζωή μας η Τάσα. Ο πιο γλυκός άνθρωπος στον κόσμο. Η καλοσύνη και η γενναιοδωρία προσωποποιημένη. Δεν ξέρω… θαρρώ πως την αγαπήσαμε και την πονέσαμε πιο πολύ κι από τον αξαδερφό μας.

Το άξιζε.

Ζώστηκε δυο, τρεις, τέσσερις μισάλις σε όλη της τη ζωή; Σαν να μην έτρεχε τίποτα. Όσο και να της το τονίζουν όλοι, είμαι σίγουρη πως η ίδια δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε στο να κρατηθεί αυτό το μαγαζί και να προοδεύσει όσο προόδευσε. Χαμογελαστή, όρθια πίσω από τον πάγκο, να παίρνει παραγγελίες «Πόσο θες μάναμ;», να βάζει ξηρούς καρπούς στα αυτοσχέδια χάρτινα χωνάκια πρώτα κι αργότερα στα σακκουλάκια, να έχει έναν καλό λόγο για τον καθένα. Και να κερνάει όλο τον κόσμο. Κι όχι τίποτα μπατιρόσπορα. Μπαλάμια! Απ’  τ’  ακριβά! Νααα μια χούφτα!

Τω καιρό εκείνω όταν η σχέση ήταν τόσο στενή, και τοπικά και συγγενικά αλλά και ουσιαστικά, τα παιδιά που γεννιούνταν δίπλα ήταν και δικά μας παιδιά. Ήρθε λοιπόν στη ζωή μας πρώτα η Λιλή, ένα πανέμορφο στρογγυλό πλάσμα με λαμπερά ματάκια και γλυκό χαμόγελο, κι ύστερα ο Νικολάκης. Τα λατρέψαμε. Κι ακόμα και τώρα σαν μκρα τα βλέπω. Δεν μπορώ εύκολα π.χ. να τον δω τον Νικολάκη σαν σύζυγο, πατέρα, παππού, επιχειρηματία. Κι ούτε να τον πω αλλιώς. Όταν ακούω «ο Νίκος ο Τσικριτζής» μ’  έρχεται να ρωτήσω «ποιος είναι αυτός». Ακόμα και μέσα στην τάξη (τελευταίο θρανίο κάθονταν πάντα με τον Γιώργο τον Τσιάρδα) Νικολάκη τον φώναζα. Ποιος ξέρει πόσα τυχερά τον έκοβα!

Και πέρασαν τα χρόνια. Κι ο Νικολάκης πήρε τα ηνία του μαγαζιού, που πλέον πλούσιν σαντουίτς. Και στη συνέχεια έπιασε τα μηνύματα των καιρών κι άνοιξε κι άλλο, παραδίπλα, να πουλάει κάτι πιο σύγχρονο που καταναλώνεται στο χέρι. Κρέπες. Όλα Κρέπα. Με την Αναστασία και τον Παύλο στο τιμόνι. Άξιοι! Και στην ίδια παράδοση επιχειρηματικότητας με τις προηγούμενες γενιές. Δυνατή σχέση με τον άνθρωπο που μπαίνει στο μαγαζί (χωρίς καμιά προσπάθεια – φαίνεται το γνήσιο), σεβασμός, σκληρή δουλειά.

Κι ύστερα την Καντίνα στον Κόμβο. Πλέον και με Λαζαράκη (αυτόν τώρα πώς να τον πω γα να καταλαβαίνουμε ποιος είναι ο παππούς και ποιος ο εγγονός;) στο άρμα των συνολικών καταστημάτων. Στο πρώτο. Που γέννησε όλα τα άλλα. Και το καινούργιο, το Πατατάκι.

Η Φανούλα μικρή είναι ακόμα κι άλλα σπούδασε. Κουβαλάει όλη την γλύκα της οικογένειας. Α να δούμε αν θα κουβαλήσει και κανένα καινούργιο μαγαζί.

Και ποια είναι πλέον η διάδοχη ήρεμη δύναμη, που βρίσκεται στη βάση όλης αυτής της δημιουργίας και καθώς ξέρει τις δυνάμεις της δεν έχει καμιά ανάγκη να τις επιδεικνύει; Η Ντίνα! Στιβαρή, έξυπνη, δυναμική. Κι απού δλειά; Άλλο τίποτα! Και πού να αναφέρω και τα ρυζόγαλα. Πάρα πολύ την πάω και πάρα πολύ την εκτιμώ, κι ας μην της το έχω πει ποτέ μέχρι τώρα. Πιστεύω πως είναι ο άξονας πάνω στον οποίον ακουμπάει όλη η οικογένεια. Και προσωπικά και επαγγελματικά.

Μια υγιής επιχείρηση δεν είναι τυχαία υγιής. Όταν μάλιστα είναι οικογενειακή στη βάση της. Κι όταν συνεχίζει να ζει και να ανθίζει σε έναν τόπο που πέρασε την περίοδο της ακμής του. Σε συγκυρίες οικονομικές κάθε άλλο παρά ευνοϊκές. Η κάθε νέα γενιά οσφραίνεται την αγορά, προσαρμόζεται και τολμά να προτείνει κάτι καινούργιο. Και τραβά την τοπική οικονομία ένα βήμα πιο μπροστά.

Με χαμόγελο. Χωρίς αυτές τις ατελείωτες γκρίνιες, που δεν αντέχονται άλλο πια.

Δεν έχουμε πολλές τέτοιες ανθεκτικές μονάδες στην πόλη μας πλέον.

Αξίζουν την εκτίμηση, τον σεβασμό και την στήριξή μας.

Άιντε γερά, παιδιά

Και στα 100!

⃰ Η Ματίνα Τσικριτζή Μόμτσιου είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και λαογράφος

Μοιραστείτε την είδηση