Ποιος είναι ο «επενδυτής» για το Κέντρο Δεδομένων της ΔΕΗ/AWS στη Δυτική Μακεδονία και πως διασφαλίζεται η δέσμευσή του απέναντι στην τοπική κοινωνία;

Χρόνος Κοζάνης
8 Min Read

Του Γιάννη Τζιουρά, μέλους της πρωτοβουλίας πολιτών “Το ρεύμα”

Η ΔΕΗ δεν είναι ένας απλός προμηθευτής ενέργειας της Amazon Web Services ούτε η τελευταία είναι «πελάτης» της ΔΕΗ επειδή πρόκειται για μεγάλο καταναλωτή ρεύματος. Η ΔΕΗ, σύμφωνα με τα στοιχεία που η ίδια παρουσίασε, είναι ο ιδιοκτήτης, ο κατασκευαστής και ο εκμισθωτής της εγκατάστασης, παρέχοντας κτήρια, ενεργειακές υποδομές, εκμισθώνοντας το Κέντρο Δεδομένων για 15 χρόνια και δεν παρουσιάζει απλώς μια «τεχνική λύση» σε πελάτη για να την αποδεχθεί ο τελευταίος. Η AWS είναι ταυτόχρονα μισθωτής αλλά και χρήστης.

Το νέο επιχειρηματικό μοντέλο που ακολουθούν οι hyperscalers είναι αυτό του “light asset investor”, προκειμένου να χρηματοδοτούν την επέκτασή τους κυρίως με δομές εκτός ισολογισμού, δηλαδή εκμεταλλευόμενοι τα «βαρέα» πάγια άλλων επενδυτών, τα «αφανή» assets ενός Κέντρου Δεδομένων. Με την εν λόγω μίσθωση η AWS εμφανίζει μόνο τη 15ετή υποχρέωση μισθωμάτων, ενώ το ακίνητο και ο κίνδυνος υπολειμματικής του αξίας μένουν στον ισολογισμό της ΔΕΗ. Η φυσική και ηλεκτρική υποδομή σύμφωνα με τη διεθνούς φήμη δικηγορική εταιρία της Νέας Υόρκης Cleary Gottlieb (ναι είναι η ίδια εταιρία που παρείχε στην Ελληνική Κυβέρνηση το 2011-2012 υπηρεσίες για την αναδιάρθρωση του χρέους), αποτελεί το 30 έως 50% του κόστους. 

Γιατί ακολουθούν αυτό το μοντέλο; Γιατί έτσι δεν αυξάνουν τη μόχλευσή τους και προστατεύουν την πιστοληπτική τους αξιολόγησή αφού σήμερα ξοδεύουν περισσότερα κεφάλαια, και μάλιστα δανεικά, από αυτά που εισπράττουν, αφού στόχο έχουν να επικρατήσουν στη διεθνή αγορά. 

Στο σημείο αυτό μπορεί να αναρωτηθεί κανείς «γιατί μας αφορά ποιος είναι ο πραγματικός επενδυτής»; Διότι ο επενδυτής για το Κέντρο Δεδομένων είναι ένας. Είτε πρόκειται για τη ΔΕΗ, είτε για την AWS είτε για όχημα ειδικού σκοπού που μπορεί να συστήσουν για την υποβολή του φακέλου για ένταξη της επένδυσης στις στρατηγικές επενδύσεις, πρόκειται για ένα και το αυτό, ζήτημα που έχει κριθεί νομολογιακά από το Δικαστήριο της ΕΕ ως προς τη λειτουργική ενότητα μιας επένδυσης.

Άρα οποιαδήποτε παραπομπή της τοπικής κοινωνίας από τον heavy προς τον light asset investor και το αντίστροφο, απλά αποπροσανατολίζει τεχνηέντως την τελευταία από το δικαίωμα να έχει λόγο για την επικείμενη επένδυση και τα αντισταθμιστικά οφέλη που μπορεί να διεκδικήσει. 

Από τα παραπάνω προκύπτουν 2+1 ζητήματα που αφορούν την επένδυση και φαινομενικά δεν σχετίζονται με τα ζητήματα που απασχολούν την τοπική κοινωνία. 

Το πρώτο αφορά το εάν πρόκειται για κρατική ενίσχυση. Παρότι ΔΕΗ κατέχει μέσω του Υπερταμείου ένα ποσοστό της τάξεως του 33,4% (και με μια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1,3 δις € από τον κρατικό προϋπολογισμό τον περασμένο Μάιο), στην ουσία παρέχει υποδομές που είναι αναγκαίες για την επένδυση, υποδομές δίχως τις οποίες η AWS θα έπρεπε να αναπτύξει μόνη της όπως κάνει λ.χ. στην Ισπανία στην οποία ανέλαβε όλη την επένδυση του campus του Κέντρου Δεδομένων επενδύοντας περισσότερο από 33 δις €. Και πάλι από τη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση Stardust Marine προκύπτει πως δεν έχει σημασία το ύψος του μετοχικού κεφαλαίου του Δημοσίου σε μια εταιρία το οποίο μπορεί να είναι και μειοψηφικό αλλά άλλες ενδείξεις. Τέτοιες ενδείξεις είναι μεταξύ άλλων και η εμπλοκή των αρχών στη συγκεκριμένη επένδυση. Σύμφωνα με το νέο νομοσχέδιο για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2023/1791 για το οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε τελεσίγραφο για τη μεταφορά της και η διαβούλευση για το οποίο έληξε στις 24 Οκτωβρίου, προβλέπεται μεταξύ άλλων πως για την έγκριση μιας επένδυσης τέτοιας τάξης απαιτείται κύκλος εργασιών ύψους τουλάχιστον 900 εκατ. €. 

Το δεύτερο αφορά τον ανταγωνισμό. Όχι μόνο εντός του κλάδου αλλά γενικώς. Η κάλυψη όλου του ηλεκτρικού χώρου αποτρέπει νέες μεγάλες, ενεργοβόρες επενδύσεις, που ενδεχομένως να απασχολούσαν περισσότερο προσωπικό, να εγκατασταθούν στην περιοχή (στρατηγικός αποκλεισμός). Ο διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος υπολογίζεται σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ σε περίπου 640 MW, ενώ οι προγραμματιζόμενες επενδύσεις (την άνοιξη θα γνωρίζουμε εάν θα προχωρήσει η ΔΕΗ/AWS σε επέκταση του Κέντρου Δεδομένων σε 1GW, και επίσης θα ξέρουμε αν θα εγκριθεί η πρόταση που υπεβλήθη στην Κοινή Επιχείρηση για την Ευρωπαϊκή Υπολογιστική Υψηλών Επιδόσεων για χρηματοδότηση AI Gigafactory με κλίμακα ισχύος ανάλογη του Κέντρου Δεδομένων), ξεπερνούν κατά πολύ τη διαθεσιμότητα του δικτύου. 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ πως τα μεγάλα κέντρα υπερυψηλής συγκέντρωσης της Ευρώπης, γνωστά στον κλάδο ως FLAP-D (Φρανκφούρτη, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Παρίσι, Δουβλίνο) αντιμετωπίζουν πλήρη κορεσμό (της τάξεως του 90%) των ηλεκτρικών τους δικτύων και οι σχετικές άδειες hyperscalers εκεί έχουν παγώσει. Τα AI Gigafactories σχεδιάζονται να χτιστούν σε περιοχές όπου το δίκτυο ακόμη αντέχει το τεράστιο ενεργειακό τους φορτίο, αλλά και σε περιοχές που γειτνιάζουν με ισχυρά Κέντρα Δεδομένων. 

Το τρίτο λοιπόν ζήτημα που σχετίζεται με το προηγούμενο είναι το αν συνυπολογίστηκαν τα ανωτέρω ως προς τις σωρρευτικές επιπτώσεις, οι οποίες πρέπει να εξετάζονται μαζί, αφού σύμφωνα και πάλι με νομολογία του ΔΕΕ (Επιτροπή κατά Ιρλανδίας) η τεχνική κατάτμηση εγκαταστάσεων που αποτελούν λειτουργική ενότητα προσκρούει στην Οδηγία για τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Τόσο τα Κέντρα Δεδομένων, όσο και το AI Gigafactory όσο και οι υποδομές παραγωγής ρεύματος (ΑΠΕ) που σχετίζονται με αυτό, πρέπει να εξεταστούν σωρευτικά. 

Το κεφάλαιο των κέντρων δεδομένων του ΥΠΕΝ του νομοσχεδίου ρυθμίζει αποκλειστικά σύνδεση, αδειοδοτήσεις, εγγυήσεις, τέλη και προμήθεια ενέργειας. 

Υπάρχει ένα παράθυρο ευκαιρίας προτού ψηφιστεί να συμπεριληφθούν ειδικότερες ρυθμίσεις για την κατηγορία στρατηγικών επενδύσεων, όπως χαρακτηρίζεται η επικείμενη. 

Υπάρχει επίσης ένα παράθυρο ευκαιρίας προτού λάβει τις άδειες σύνδεσης η υπογράψει σχετικές συμβάσεις η ΔΕΗ, να θεσπιστεί πλαίσιο για τη διεκδίκηση των αντισταθμιστικών. 

Τι προτείνει το Ρεύμα:

– Θεσμοθέτηση Ειδικού Σχεδίου Δεδομένων και Βιωσιμότητας κατά τα πρότυπα του ΕΣΧΑΣΕ και προσθήκη κατηγορίας «Στρατηγικών Υποδομών Δεδομένων Εθνικής Σημασίας» στο πλαίσιο του ν. 4864/2021, καθώς και ενσωμάτωση ως αναπόσπαστο και εκτελεστό περιεχόμενο ένα Σύμφωνο Τοπικού Οφέλους και Βιωσιμότητας, εγκρινόμενο με Προεδρικό Διάταγμα προκειμένου να διασφαλίσει τα αντισταθμιστικά οφέλη για την τοπική κοινωνία. 

– Για εγκαταστάσεις Κέντρων Δεδομένων άνω των 100 MW το Σύμφωνο Τοπικού Οφέλους και Βιωσιμότητας να καθίσταται υποχρεωτικό περιεχόμενο του φακέλου ΜΠΕ, ως προς το περιβαλλοντικό σκέλος, και όρος της ΑΕΠΟ στο πλαίσιο του ν. 4014/2011. 

– Τέλος Υποδομών Δεδομένων στα πρότυπα του Ειδικού Τέλους ΑΠΕ του ν. 4964/2022 το οποίο θα κατευθύνεται σε Τοπικό Ταμείο συνδεδεμένο με το Σύμφωνο Τοπικού Οφέλους και Βιωσιμότητας. 

– Τροποποίηση του ν. 5069/2023 για αναβάθμιση του καθστώτος γνωστοποίησης για υποδομές άνω των 100 MW με όρο το εγκεκριμένο Σύμφωνο Τοπικού Οφέλους και Βιωσιμότητας. 

Εκεί, στο δεσμευτικό πια Σύμφωνο Τοπικού Οφέλους και Βιωσιμότητας, μπορούν να αποτυπωθούν οι προτάσεις που ακούστηκαν στα Περιφερειακά Συμβούλια της Πέμπτης και Παρασκευής στη Δυτική Μακεδονία. Διαφορετικά θα πρόκειται για ευχολόγιο. 

Το μοντέλο αυτό είναι και σε ευθυγράμμιση με την πρόταση Κανονισμού για την Ανάπτυξη Υπολογιστικού Νέφους και ΤΝ της Επιτροπής, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της διαβούλευσης.

Μοιραστείτε την είδηση