Mι τρανό ινδιαφέρον κι σιμπάθεια απού μέρους μ’, συνιχίζου τ’ν καταγραφή των ιστοριών των επαγγελματικών «Ραφτάδων» με τ’ν συνιργασία κι συνδρουμή των απογόνων τους, που χουρίς αφνούς δεν θα μπουρούσαν να δημουσιεφτούν στ’ν Εφημερίδα «Ο ΧΡΟΝΟΣ» κι να διαβαστούν απ’ τουν κόσμου. Γιατί η ενασχόληση κ’ η καταγραφή του οικουγινειακού κι επαγγιλματικού ιστουρικού των δικών μας ανθρώπων αποτελεί κ’ ένα τρανό «Μνημόσυνο» γι’ αυτούς. Γιατί η επαγγελματική πουρεία του καθένα ήταν ξεχωριστή κι δύσκολη, αφού εξελίχθηκε μέσα απού τρανή προυσουπική προυσπάθεια, υπομονή κι επιμονή κι κόντρα στ’ αντίξουεις συνθήκεις τ’ς ιπουχής ικείνης.
Η μεγάλη προυσπάθεια του κάθε μ’κρού νέου ιτότι, ήταν να μάθ’ μια τέχν’, για να ζήσ’, να βιλτιώσ’ τ’ ζουή τ’ κι να δημιουργήσ’ τ’ς μιλλουντικές καλές συνθήκεις για τ’ν οικουγένεια τ’.
Σ’ αυτό του δημουσίεβμα τ’ αναφιρθούμι στου ατουμικό «Ραφείου τ’ ΙΩΑΝΝΙΔΗ τ’ ΓΡΗΓΟΡ’ του ΜΕΛΕΤΙΟΥ κ τ’ς ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ» που γιννήθ’κιν του 1926 στου χουριό «ΜΑΥΡΟΥΔΕΝΔΡΙ τ’ς ΚΟΥΖΑΝ’ Τ’Σ» απ’ του «ΚΑΡΑΓΑΤ’Σ». Οι γονείς του ήρθαν απ’ τα χωριά «Κατιόρων – Ορντού» στ’ν Ελλάδα με τ’ν Μικρισιατική Καταστρουφή του 1922. Η ζωή του «ΓΡΗΓΟΡΗ» τουν έπιξιν ένα δύσκουλου πιχνίδ’ σι μ’κρή ηλικία μόλις εξ’ ετών γιατί απόμ’νιν ουρφανός απού γονείς. Του τράνιμα τ’ «ΓΡΗΓΟΡ’» κι τουν τριών ακόμη αδιλφών – δυό αγόρια κι δυό κουρίτσια ανέλαβιν ου «ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ» αδιλφός του ΜΕΛΕΤΗ – του παππού, που στάθ’κιν δίπλα στα τέσσιρα ουρφανά σαν μπαμπάς κι ψίχα παραπάν’ φρουντίζουντας κι προυσφέρουντας του καλύτηρου δυνατόν, σύμφουνα μη τ’ς δύσκουλεις ιτότι συνθήκεις τ’ς ζουής. Στου σημείου αυτό διαπιστώνουμι του «Μιγαλείου τ’ς «Αλληλεγγύης» κι του τρανό δέσιμο που υπήρχιν μεσ’ του «ΣΟΪ» ανάμισα στ’ οικουγένειες που προυέρχουνταν σινάμα απ’ τρανή «Μικρασιατική Καταστρουφή». Του «Μιγαλείου τ’ς ανθρουπιάς κι τ’ς Κοινουνικότητας» που σιγά – σιγά έσβησιν απ’ τ’ς σημιρνή μας «Ηλεκτρουνική Ανάπτυξ’».
Oυ «ΓΙΩΡ’Σ» ου θείους τ’ «ΓΡΗΓΟΡ’» έχουντας πάντα τ’ν φρουντίδα κι τ’ προυσπάθεια να ιξασφαλίσ’ του μέλλουν τ’ ανιψιού, γλέπουντας παράλληλα κι του ινδιαφέρουν που έδιχνιν ου ίδιους, απουφάϊσιν του 1947 κι τουν έφιριν σ’ν Κουζάν’ να μάθ’ τ’ν ουραία κι καθαρή τέχν’ τ’ Ράφτ’. Του Ιμπουρουραφείου που τουν πίγιν ου θειός τ’ ου «ΓΙΩΡ’Σ» ήταν απ’ τ’ς συνέτιρ’ «ΤΣΙΚΡΙΤΖΗΣ ΓΙΑΝΝ’Τ’Σ κι τ’ ΓΚΛΟΥΜΠΟΥ τ’ ΝΙΚΟΥ» κι ήταν στουν πιζόδρουμου τ’ς Κουζάν’τ’ς δίπλα απ’ του βιβλιουπουλείου κι «Κέντρου Τύπου» «Σφήκα – Καραλέκα». Του ραφείου απ’ τ’ς δυό συνέτιρ’ ήταν απ’ τα καλλίτηρα κι τρανίτηρα ιτότι, τα δε αφιντικά είχαν τρανή εμπειρία τ’ς «υψιλής ραπτικής» αφού μαθήτιφσαν για αρκιτά χρόνια κι σ’ν Αθήνα.
Ου «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» για να μάθ’ τ’ δύσκουλ’ κι καλλιτεχνική αυτή «Τέχν’ τ’ Ράφτ’» έκατσι οχτώ πιρίπου χρόνια στου τρανό κι γνουστό «Ραφείου ΤΣΙΚΡΙΤΖΗ – ΓΚΛΟΥΜΠΟΥ» γιατί η τέχν’ είχιν πουλλά μυστικά, χράζουνταν τρανή υπουμουνή, τρανό ενδιαφέρουν απ’ τουν μαθητιβόμινου, μιράκ’ κι «στρώσιμου τουν κώλου καταΐ» που ίλιγαν οι παλιοί.
Απ’ του μαθητιβόμινου χράζουνταν ακόμα ν’ ακούει μη προυσουχή κι σιβασμό τ’ς ουδηγίεις απ’ τ’ αφιντικά τ’, να δείχν’ προθυμία κ’ ινδιαφέρουν για ότ’ τουν έλιγαν, γιατί μούγκι τ’ αφιντικά έριχναν βάρους κι βουηθούσαν τα τσιράκια που είχαν κι απασχολούσαν γύρου στα ιπτά άτουμα.
Ου καλός θείους ικανουποιημένους απ’ πρόοδου του ανιψιού «ΓΡΗΓΟΡ’» φρόν’τσιν κι για τουν ιξουπλισμό του μαγαζιού που άνοιξιν ου «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» στου «Μαβρουδένδρι». Του πρώτου κι βασικό ιργαλείου ήταν η ραπτουμηχανή, που χουρίς αυτήν δεν μπουρούσιν καντίπουτα να καμ’ ου ράφτ’ς, του σίδηρου κι όλα τ’ άλλα που κρίνουνταν απαραίτητα για τ’ λειτουργία του ραφείου. Ου «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» του 1958 απουφάϊσιν κ’ ήρθιν σ’ν Κουζάν’ χαλέβουντας καλλύτηρεις συνθήκεις εργασίας αφού σ’ν πόλ’ υπήρχιν παραπάν’ κόσμους κι παραπάν’ δ’λεια. Του πρώτου μαγαζί που άνοιξιν σ’ν Κουζάν’ ήταν στου «Στιρουπάζαρου» σ’ν ουδό «Π. ΜΕΛΑ».

Ου «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» μαζί τ’ έφιριν κι τ’ν οικουγένεια τ’, τ’ γυναίκατ’ «ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ» κι τα τρία πιδιά που είχαν αποχτείς.
Η δ’λειά αρχίν’τσιν ν’ ανιβέν’ σιγά μη τ’ στήριξ’ των συγχωριανών κι τουν νέων πλέον πελατών που αρχνίν’τσιν ν’ απουκτάει του ραφτάθ’κου. Ου ανήσυχους «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» ιριβνόν’ντας καλύτηρα τ’ν αγουρά, απουφάϊσιν μιτά απού τρία χρόνια κι κατέφ’κιν παρακάτ’, πρους του κέντρου τ’ς πόλης κι άνοιξιν του δέφτιρου μαγαζί σ’ «Παύλου Μιλά» πάλι κουντά στου παντουπουλείου τ’ «Παδράλ’». Του 1965 ου πάντα ανήσυχους «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» απουφάϊσιν πάλι κι μιτέφιριν του ραφείου στου κέντρου πλέον τ’ς Κουζάν’τ’ς, στ’ πλατέα 28ης Οκτουβρίου, ανάμισα στου χρυσουχουείου τ’ Νάκου τ’ Κυριζόπουλ’ μη καταγουγή απ’ του ουραίου «ΝΥΜΦΑΙΟΥ» κι τα παπούτσια «Ντόντουρα».
Στο νέο κατάστημα που ήταν πλέον στ’ν καρδιά τ’ς αγουράς, ου «ΓΛΗΓΟΡ’Σ» που ήταν άτουμου προυβλέψιμου, δημιουργικό, ανήσυχου κι παρακουλουθώντας τ’ν ιξέλιξ’ τσ’ αγουράς που αρχίν’τσιν να κινείται στου έτοιμου ρούχο, το 1971 άφ’κιν κι αυτό του μαγαζί κι άνοιξιν του τρίτου σ’ν Κουζάν’, στ’ Μ. Αλεξάνδρου ιδιοκτησίας «ΧΑΣΑΠ’» κάτου απ’ Τεχνική Σχουλή Δανάτσα. Ου χώρους του καταστήματος ήταν τρανός, είχιν κ’ υπόγειου. Στου μαγαζί αυτό ου «ΓΛΗΓΟΡ’Σ» βάν’ πλέον κι έτοιμου αντρικό ρούχου ακολουθώντας καταπόδ’ τ’ν εξέλιξ’ τ’ς αγουράς, δημιουργώντας παράλληλα κι μια προυτουπουρία. Στου νέου μιγάλου μαγαζί συμμετέχ’ κι ου γιος του «ΜΕΛΕΤΗΣ – ΤΑΚΗΣ» που απ’ τουν μπαμπά τ’ έμαθιν ντέχν’ τ’ ράφτη που την άσκησε για πουλλά χρόνια μαζί μη τ’ν ιμπουρία του έτοιμου ρούχου.
Ου «ΜΙΛΕΤ’Σ» αφού ουρίμασ’ σ’ν τέχν’ τ’ ράφτ’ κι σ’ν ιμπουρία του έτοιμου ρούχου, προυχώρ’σιν μουναχός τ’, μη τ’ παράλληλ’ στήριξ’ τ’ μπαμπά τ’ κι άνοιξιν κινούργιου μαγαζί πάλι στ’ Μ. Αλιξάνδρου απέναντι απ’ του πουλυκατάστημα «ΤΡΑΓΑΤΣΙΚΑ» Το κατάστημα ου «ΜΙΛΕΤ’Σ – ΤΑΚΗΣ» του ιφουδιάσιν πάλι μι αντρικά προυϊόντα, που ήταν π’κάμσα, γραβάτις, κάλ’τσις, ζώνεις κι άλλα προυϊόντα που χράζουντι για του αντρικό στόλ’τσμα κι ήταν όλα καλής ποιότητας.
Του 1999 σιβαίν’ ενεργά στου ιμπόριου του έτοιμου ανδρικού ρούχου κ’ η τρίτ’ γιννιά τ’ «ΓΛΗΓΟΡ’ τ’ ΙΩΑΝΝΙΔΗ» ου εγγονός του «ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ του ΜΕΛΕΤΙΟΥ – ΤΑΚΗ» ανοίγουντας ένα τρανό κατάστημα έτοιμου ανδρικού ρούχου σ’ν ουδό «ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΩΝ 11» στου κέντρου τ’ς αγουράς τ’ς Κουζάν’ τ’ς, έχουντας κρατήσει τα θετικά εμπορικά στοιχεία απ’ τουν πάππουτ’ κι τουν μπαμπά τ’ κι ντρανή ιμπειρία των δύο αντρών.
Του μαγαζί είνι μιγάλου σι τιτραγουνικά μέτρα διαθέτει ισόγειου χώρου μι αντίστοιχα τ.μ. σε υπόγειο. Του ιμπουρικό κατάστημα επιφθίνιτι μούγκι σε άντρες, εφήβους κι γινικά σι πιδιά (είνι καθαρό αντρικό μαγαζί), κ’ είνι ιμπλουτισμένου μ’ ιμπουρέβματα καλής ποιήτητας, μεγάλης ποικιλίας κι όλα σχιδόν φιρμάτα.
Όποιος θέλ’ να ντυθεί γαμπρός απ’ του κατάστημα «ΙΩΑΝΝΙΔΗ» τα πιράσ’ για να φαντάζ’ κι να στουλ’τστεί όπους πρέπ’.
Διαβάζουντας τ’ν ιπαγγιλματική πουρεία τ’ «ΓΡΗΓΟΡ’ του παππού» γλέπουμι, ότι είνι μούγκι θιτική, ανουδική, ουργανουμέν’ κ’ ιπιτυχημέν’, χάριν στη μιθοδικότητα, την σκληρή δ’λειά απ’ τουν ίδιου, την κοινουνικότητα, τ’ν ποιουτική δ’λειά που πρόσφιριν στους πελάτες του, κι τ’ν καλή ιπικοινουνία που είχιν πάντα μη τους πελάτες του, χάριν του ήπιου χαρακτήρα του. Ου «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» μη όλα τα θετικά προσουπικά στοιχεία ξικιν’τσιν απ’ του «Μαβρουδέντρ’ τ’ς Κουζάν’τ’ς», ήρθιν στ’ πόλ’ μη τ’ν οικουγένεια τ’ κι εγκαταστάθ’κιν ανοίγουντας σταδιακά τέσσιρα ιμπουρικά μαγαζιά, παρά τουν τρανό ανταγουνισμό που είχιν ου κλάδους, λόγου των πολλών καταστημάτων. Με τ’ν μιθουδικότητα που τουν διέκρινιν κι παρακολουθώντας τ’ν εξέλιξη τ’ς Ελληνικής αγοράς, ήταν απ’ τους πρώτους εμπόρους που ξικίν’τσι του «Έτοιμου Ρούχου» ανοίγουντας του τέταρτου κατάστημα στην «Μ. Αλεξάνδρου» με έτοιμα κυρίους «Αντρικά ρούχα». Του μαγαζί χάρι στ’ μιγάλ’ γκάμα απ’ τ’ αντρικά προυϊόντα που διέθιτι, τ’ν άριστ’ ποιότητα κι τ’ μιγάλ’ ιξυπηρέτησ’ που βρισκαν οι πιλάτες απ’ του έμπειρου προυσουπικό, ξιχώρ’σιν απ’ τ’ άλλα μαγαζιά του ίδιου είδους, που είχιν η αγορά τ’ς Κουζάν’τ’ς.
Αναφέρουμέστι ψίχα κι πιριγράφουμι ν’ τέχν’ τ’ «ράφτ’» που χάθ’κιν σαν ιπάγγιλμα σήμιρα, ήταν μια καλλιτεχνική δ’λειά που χράζουνταν τρανή υπουμουνή. Ου μάστουρας πέρνουντας τ’ πρώτ’ ύλ’ του ύφασμα στα χέρια τ’, ξικινούσιν μη του βιλών’, τ’ν κλουστή, του ψαλίδ’ κι τραπτουμηχανή κι μη μπόλκ’ υπουμουνή κι διξιουτιχνία έστεινιν ότ’ ρούχου ήθιλιν, σύμφουνα πάντα μη τ’ παραγγιλία του πιλάτ’. Ό,τ’ κατασκέβαζιν ου «ράφ’τ’ς» ήταν ένα έργου τέχνης.
Ου «συνάδιλφος κι δάσκαλος» τ’ «Γρηγόρ’» ου «Γιάνν’τ’ς ου Τσικριτζής» αφιέρουσιν ένα τρανό κουμμάτ’ τ’ς ιπαγγιλματικής του ζωής στ’ν αναδιουργάνουσ’ του ΕΒΕ κ’ τ’ς Κουζάν’τ’ς, γνουστό κι ως Πιριφερειακό Επιμελητήριο του 1918 κ’ ήταν απ’ τα πρώτα Επιμελητήρια τ’ς χώρας μαζί μ’ εκείνο τ’ς Αθήνας, μέλος του οποίου ήταν κι ου «Γρηγόρ’ς ου Ιωαννίδης». Του 1963 του σουματείου ίδρυσιν τουν Επιτυχημένου «Συνεταιρισμό Εμποροραπτών – Ραπτών Κοζάνης» με Πρόεδρο τουν «Γιάνν’ τουν Τσικριτζή» μη βασικό στόχο να παραμερίσ’ν τους μισάζουντες κι να πιτύχν’ καλύτηρες τιμές σ’ν αγουρά απ’ τα υφάσματα.
Ου «Γρηγόρ’ς» έξυπνους, μεθοδικός κι πρακτικός όπους ήταν φρόν’τσιν κι για τ’ν κοινουνική τ’ απουκατάστασ’ κι παντρέφ’κιν τ’ν Κυριακή Αντουνιάδου κι απόχ’τσαν τρία πιδιά, έξ’ ιγγόνια κι πέντι δισέγγουνα.
Ου «Γρηγόρ’ς Ιωαννίδης» αν κι ουλουκλήρουσιν μη τρανή ιπιτυχία τ’ν ιπαγγιλματική τ’ πουρεία, λόγου του ανήσουχου πνεύματος που τον διεκατύχιν κι τ’ς ιργατικότητος, αφού παρέδουσιν τ’ν ιπιχείρησ’ στουν γιό του «Μελέτη – Τάκη Ιωαννίδη» ου ίδιους νοίκιασιν ένα μαγαζί στ’ν ουδό Πέλλης, ιδιοκτησίας «τ’ Μανώλ’ τ’ Μάστουρα», του ουργάνουσιν σι ραφείου κι βουηθούσιν του κεντρικό κατάστημα στ’ς ιπιδιορθώσεις μέχρι τ’ν ηλικία των 85 χρόνων.
Μη άλλα λόγια ου «ΓΡΗΓΟΡ’Σ» δεν σταμάτσιν να δημιουργεί, να προυσφέρ’ κι να ράβ’.
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κάθ’κα










