Αναζητώντας εργασία στο αντικείμενο σπουδών

4 Min Read

Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη αντιστοίχισης εκπαίδευσης και απασχόλησης

Περισσότεροι από τους μισούς νέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση εργάζονται σε αντικείμενο συναφές με τις σπουδές τους, ωστόσο η εικόνα για την Ελλάδα παραμένει πιο σύνθετη και λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με τις πρωτοπόρες χώρες της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2024 δείχνουν ότι σε επίπεδο ΕΕ το 56,4% των νέων ηλικίας 15 έως 34 ετών με μεσαίο ή υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης δηλώνει πολύ υψηλή ή υψηλή αντιστοίχιση μεταξύ του αντικειμένου σπουδών και της τρέχουσας ή τελευταίας κύριας εργασίας του.

Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό κινείται χαμηλότερα από τις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις, χωρίς όμως να καταγράφει τα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα που εμφανίζονται στην Ιταλία ή στη Σλοβακία. Η χώρα τοποθετείται στη μεσαία ζώνη της ευρωπαϊκής κατάταξης, με περίπου επτά στους δέκα νέους να δηλώνουν πολύ υψηλή ή υψηλή συνάφεια σπουδών και εργασίας. Το ποσοστό αυτό αντανακλά αφενός τη σχετικά υψηλή συμμετοχή νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αφετέρου τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής αγοράς εργασίας.

Η διαφοροποίηση ανά επίπεδο εκπαίδευσης είναι καθοριστική. Σε επίπεδο ΕΕ, μόλις το 46,1% των νέων με μεσαία εκπαίδευση δηλώνει υψηλή αντιστοίχιση, ενώ για όσους διαθέτουν υψηλή εκπαίδευση το ποσοστό ανέρχεται στο 68,1%. Η Ελλάδα ακολουθεί την ίδια τάση, με τους πτυχιούχους ανώτατης εκπαίδευσης να εμφανίζουν σημαντικά καλύτερη ένταξη σε συναφές αντικείμενο απασχόλησης σε σχέση με αποφοίτους δευτεροβάθμιας ή μεταδευτεροβάθμιας κατάρτισης. Ωστόσο, η υπερπροσφορά πτυχιούχων σε ορισμένους κλάδους και η περιορισμένη ζήτηση εξειδικευμένων θέσεων δημιουργούν πιέσεις, ιδίως σε περιόδους χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή ανά επιστημονικό πεδίο. Σε επίπεδο ΕΕ, η καλύτερη αντιστοίχιση καταγράφεται στην υγεία και πρόνοια, όπου το 80,6% των αποφοίτων υψηλής εκπαίδευσης εργάζεται σε αντικείμενο άμεσα συναφές με τις σπουδές του. Αντίστοιχα υψηλά ποσοστά παρατηρούνται στις τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνιών με 77,0% και στην εκπαίδευση με 73,6%. Στην Ελλάδα, οι κλάδοι αυτοί παραμένουν από τους πλέον σταθερούς ως προς τη σύνδεση σπουδών και επαγγελματικής αποκατάστασης, αν και στην εκπαίδευση η απορρόφηση επηρεάζεται από τους ρυθμούς προσλήψεων στο δημόσιο σύστημα.

Στον αντίποδα, οι ανθρωπιστικές και καλλιτεχνικές σπουδές εμφανίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Σε επίπεδο ΕΕ, πάνω από τους μισούς νέους με υψηλή εκπαίδευση στον συγκεκριμένο τομέα δεν βρίσκουν εργασία με υψηλή συνάφεια προς το αντικείμενό τους. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται στις κοινωνικές επιστήμες, τη δημοσιογραφία και την ενημέρωση, καθώς και στον τομέα των υπηρεσιών. Στην ελληνική περίπτωση, οι κλάδοι αυτοί συνδέονται συχνά με ευέλικτες μορφές απασχόλησης ή με επαγγελματική κινητικότητα σε διαφορετικά πεδία, γεγονός που επηρεάζει τον δείκτη αντιστοίχισης.

Σε σύγκριση με τις χώρες που καταγράφουν τις καλύτερες επιδόσεις, όπως η Λετονία, η Λιθουανία και η Γερμανία, η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερη θεσμική διασύνδεση μεταξύ εκπαιδευτικού συστήματος και αγοράς εργασίας. Η έλλειψη συστηματικής πρόβλεψης αναγκών δεξιοτήτων και η περιορισμένη σύνδεση πανεπιστημίων με παραγωγικούς κλάδους αποτελούν διαχρονικές προκλήσεις.

Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν ότι, παρά τη σχετική βελτίωση των δεικτών απασχόλησης των νέων τα τελευταία χρόνια, η ποιοτική διάσταση της εργασίας, δηλαδή η αντιστοίχιση με το αντικείμενο σπουδών, παραμένει κρίσιμο ζήτημα για την Ελλάδα. Η ενίσχυση της επαγγελματικής καθοδήγησης, η αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης και η στενότερη συνεργασία με τους παραγωγικούς φορείς θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες ώστε οι νέοι να αξιοποιούν πλήρως τα προσόντα τους και να περιοριστεί το φαινόμενο της αναντιστοιχίας στην αγορά εργασίας.

Μοιραστείτε την είδηση