Του Αντώνη Δημητρίου*
Η Δυτική Μακεδονία κουβαλάει ένα δομικό πρόβλημα, η απολιγνιτοποίηση δεν είναι απλώς «ενεργειακή αλλαγή», είναι μετατόπιση του παραγωγικού της πυρήνα. Στα πιο πρόσφατα επίσημα περιφερειακά στοιχεία για το 2022, το κατά κεφαλήν περιφερειακό ΑΕΠ της Δυτικής Μακεδονίας καταγράφεται στα 16.486 ευρώ (τρέχουσες τιμές), ενώ η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της Περιφέρειας αθροίζεται σε 3.776 εκατ. ευρώ (τρέχουσες τιμές, προσωρινά στοιχεία).
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο το επίπεδο, αλλά η διάρθρωση. Στη συστηματοποίηση A10/NACE Rev.2 της ίδιας δημοσίευσης, η Δυτική Μακεδονία εμφανίζει 1.476 εκατ. ευρώ σε συγκεντρωμένο σύμπλεγμα κλάδων που περιλαμβάνει ορυχεία/μεταποίηση/ηλεκτρική ενέργεια/ύδρευση (ομαδοποίηση B–E στο δελτίο), δηλαδή ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του συνολικού της προϊόντος «κάθεται» πάνω σε κλάδους που ιστορικά συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με τον λιγνίτη και τη βαριά ενεργειακή δραστηριότητα. Αυτό είναι ο ορισμός του μεταβατικού σοκ. Όταν ο πυλώνας που παράγει δυσανάλογα υψηλή ΑΠΑ αλλάζει τεχνολογία ή καύσιμο, δεν “χάνεις” μόνο θέσεις, χάνεις και τοπικούς πολλαπλασιαστές, υπεργολαβίες, μισθολογική μάζα και φορολογική βάση (ΕΛΣΤΑΤ, «Δελτίο Τύπου: Περιφερειακοί Λογαριασμοί – Κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανά Περιφέρεια και ΑΠΑ ανά κλάδο, Έτος 2022», 31/01/2025).
Στην αγορά εργασίας, η εικόνα είναι ακόμη πιο αμείλικτη, γιατί εδώ φαίνεται το κοινωνικό αποτύπωμα της μετάβασης πριν καν ολοκληρωθεί. Στο Β΄ τρίμηνο του 2025, η Δυτική Μακεδονία καταγράφεται με ποσοστό ανεργίας 14,3%, με 95,1 χιλιάδες απασχολούμενους και 15,9 χιλιάδες ανέργους, δηλαδή είναι η Περιφέρεια με το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στο συγκεκριμένο τρίμηνο. Αυτό έχει επιστημονική σημασία πέρα από το προφανές. Όταν μια περιοχή ξεκινά ήδη από «υψηλή ανεργία», η ομαλή ανακατανομή εργασίας δεν είναι αυτόματη, επειδή αυξάνει η πιθανότητα μακροχρόνιας ανεργίας, αποθάρρυνσης, φυγής ανθρώπινου κεφαλαίου και αδύναμης απορρόφησης προγραμμάτων κατάρτισης, άρα η καθυστέρηση στη δημιουργία νέων παραγωγικών θέσεων δεν “συγχωρείται” από το σύστημα (ΕΛΣΤΑΤ, «Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: Β΄ τρίμηνο 2025», 01/09/2025).
Τώρα, ως προς την απολιγνιτοποίηση, υπάρχει μια παρεξήγηση που πρέπει να ξεκαθαριστεί. Δεν πρόκειται για μια πολιτική πρόθεση που “αλλάζει” εύκολα, αλλά για ένα πακέτο δεσμεύσεων που έχει ήδη ενσωματωθεί σε κανονιστικό πλαίσιο και σε σχεδιασμό συστήματος. Στο αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, όπως κυρώθηκε στο ΦΕΚ Β’ 6983/19.12.2024, αναφέρεται ρητά χρονοδιάγραμμα απόσυρσης λιγνιτικών μονάδων, με βάση το οποίο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2028 σταματά η παραγωγή με καύσιμο λιγνίτη και της μονάδας V στην Πτολεμαΐδα. Αυτό δεν είναι «σχόλιο», είναι σχεδιαστική παράμετρος για το πώς θα καλυφθεί το κενό παραγωγής και πού θα κατευθυνθούν ΑΠΕ και υποδομές (Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, «Αναθεωρημένο ΕΣΕΚ – ΦΕΚ Β’ 6983/19.12.2024», 19/12/2024).
Το ζήτημα της «παράτασης με πολιτική πρωτοβουλία» λοιπόν δεν είναι αν μπορεί να ειπωθεί επικοινωνιακά, αλλά αν είναι τεχνικά, οικονομικά και θεσμικά βιώσιμο να λειτουργήσει ως μηχανισμός λείανσης. Θεωρητικά, μια περιορισμένη, ρητά χρονικά δεσμευμένη παράταση μπορεί να μειώσει την αιχμή του σοκ, μόνο αν χρησιμοποιηθεί σαν γέφυρα που αγοράζει χρόνο για να τρέξουν επενδύσεις και νέες θέσεις πριν σβήσει ο παλιός πυλώνας. Στην πράξη όμως, υπάρχουν τρεις σκληρές αντιρρήσεις που κάνουν την «παράταση» πολύ λιγότερο αποτελεσματικό εργαλείο απ’ όσο ακούγεται. Δεν είναι βέβαιο ότι όλες οι επιπτώσεις μπορούν να ποσοτικοποιηθούν εκ των προτέρων, και αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα της πολιτικής διαχείρισης της μετάβασης
Η πρώτη αντίρρηση είναι οικονομική και δεν σηκώνει ρομαντισμό. Ο λιγνίτης γίνεται ολοένα και πιο ακριβός στη λειτουργία όταν η τιμή άνθρακα στο EU ETS είναι υψηλή, γιατί κάθε MWh κουβαλάει κόστος CO₂ που δεν μπορείς να «νομοθετήσεις» τοπικά. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν κρατήσεις μονάδες ανοιχτές, μπορεί να λειτουργούν λιγότερο, να γίνονται πιο ελλειμματικές ή να χρειάζονται έμμεση στήριξη που πολιτικά και ευρωπαϊκά είναι δύσκολη, άρα η υποτιθέμενη προστασία θέσεων/εισοδήματος δεν είναι γραμμική. Με άλλα λόγια, παράταση δεν σημαίνει αυτόματα “ίδιες ώρες λειτουργίας, ίδια ζήτηση εργολαβιών, ίδιο μισθολογικό αποτύπωμα”, ειδικά σε περιβάλλον όπου η αγορά και οι ρυθμίσεις πιέζουν τη λιγνιτική παραγωγή προς τα κάτω (International Energy Agency, «Greece: Energy Policy Review 2023», 2023· International Energy Agency, «Greece must build on its successes in reducing fossil fuel dependence, IEA report says», 27/04/2023).
Η δεύτερη αντιρρήση είναι θεσμική και αφορά την αξιοπιστία της μετάβασης. Η χρηματοδότηση της Δίκαιης Μετάβασης δεν είναι «δώρο», είναι ανταλλαγή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί με στόχο να φύγεις από το παλιό μοντέλο και να χτίσεις νέο. Αν μια χώρα αρχίσει να εκπέμπει σήμα “ίσως το πάμε πιο πίσω”, αυξάνει τον επενδυτικό κίνδυνο και συχνά παγώνει ιδιωτικές αποφάσεις, δηλαδή ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι για να δημιουργήσεις νέες δουλειές έγκαιρα. Το παράδοξο εδώ είναι ότι μια παράταση που υποτίθεται ότι μειώνει το σοκ, μπορεί να το εντείνει μέσω αναβολής επενδύσεων και καθυστέρησης μετασχηματισμού, επειδή οι αγορές τιμωρούν την αβεβαιότητα περισσότερο από την αυστηρότητα (European Commission, «EU cohesion policy: €1.63 billion for TJTP in Greece», Presscorner IP/22/3711, 15/06/2022).
Η τρίτη αντιρρήση είναι υγειονομική/περιβαλλοντική και συνήθως υποβαθμίζεται άδικα ως «δευτερεύουσα». Η καύση στερεών καυσίμων και τα αιωρούμενα σωματίδια συνδέονται τεκμηριωμένα με πρόωρη θνησιμότητα και νοσηρότητα. Σε επίπεδο χώρας, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος περιγράφει σαφώς ότι η έκθεση σε PM2.5 είναι σημαντικός παράγοντας πρόωρων θανάτων και νόσων, άρα οποιαδήποτε «παράταση» λιγνίτη έχει πραγματικό κοινωνικό κόστος που δεν αποτυπώνεται στον στενό λογαριασμό θέσεων εργασίας. Ακόμη πιο κοντά στη Δυτική Μακεδονία, πρόσφατη επιστημονική εργασία με νοσοκομειακά δεδομένα περιοχής λιγνιτικής εξάρτησης στη Δυτική Μακεδονία υποστηρίζει συσχέτιση αυξημένων ρύπων με επιβαρύνσεις στην καρδιαγγειακή υγεία, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι «λίγη παράταση» δεν είναι ουδέτερη επιλογή, έχει μετρήσιμες επιπτώσεις υγείας και κόστος για το σύστημα (European Environment Agency, «Health impacts of air pollution – Greece», 28/09/2025· Vasilakopoulos et al., «A Decade of Hospital Data from Western Macedonia, Greece», Atmosphere (MDPI), 2025).
Με αυτά στο τραπέζι, η ερώτηση δεν είναι «παράταση: ναι ή όχι» σε επίπεδο συνθήματος, αλλά «παράταση: μπορεί να λειτουργήσει ως λείανση χωρίς να ακυρώσει τη μετάβαση;». Αν το δούμε χωρίς ωραιοποιήσεις, η πιο ειλικρινής απάντηση είναι ότι μια γενική παράταση τύπου “κρατάμε λιγνίτη για να μην πονέσει η περιοχή” είναι, πιθανότατα, κακή πολιτική, κοστίζει ακριβά (άνθρακας/λειτουργία), φθείρει αξιοπιστία, καθυστερεί επενδύσεις, και μεταφέρει κόστος στην υγεία. Αν υπάρχει σενάριο όπου μια στοχευμένη παράταση μπορεί να «λειάνει», αυτό θα ήταν κάτι πολύ πιο στενό, σαφές, νομικά δεσμευτικό μονοπάτι σταδιακής μείωσης, με ρήτρα ότι κάθε πρόσθετος μήνας λιγνίτη αγοράζει συγκεκριμένα αποτελέσματα μετάβασης (π.χ. ολοκλήρωση δικτύων/ΑΠΕ/αποθήκευσης/τηλεθέρμανσης, συμβασιοποιήσεις έργων, απορρόφηση πόρων) και όχι απλώς χρόνο. Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιο σενάριο είναι δύσκολο να εκτελεστεί πολιτικά χωρίς να μετατραπεί σε “ολισθηρή πλαγιά” συνεχών παρατάσεων, και εκεί συνήθως καταρρέει η αξιοπιστία και η επενδυτική δυναμική.
Το βασικό λάθος σε περιπτώσεις όπως της Δυτικής Μακεδονίας είναι ότι η πολιτική συνεχίζει να σκέφτεται με όρους τελικού στόχου, ενώ το πραγματικό πρόβλημα είναι ο ενδιάμεσος χρόνος. Εκεί χάνεται η οικονομία, εκεί σπάνε οι κοινωνικές αντοχές. Άρα εύστοχα ως μία πρώτη πρόταση θα ήταν να αντιμετωπιστεί η μετάβαση όχι ως αναπτυξιακό αφήγημα, αλλά ως διαχείριση κρίσιμου χρονικού κενού.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, όσο το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης καθυστερεί, η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει έναν μηχανισμό προσωρινής σταθεροποίησης εισοδήματος και απασχόλησης, ανεξάρτητο από την πρόοδο των μεγάλων επενδύσεων. Όχι επιδόματα γενικού τύπου, αλλά στοχευμένη διατήρηση οικονομικής δραστηριότητας στην περιοχή μέσω δημόσιων και ημιδημόσιων έργων μικρής και μεσαίας κλίμακας, χαμηλής πολυπλοκότητας και γρήγορης ωρίμανσης. Αν δεν «κυκλοφορήσει» χρήμα τοπικά την επόμενη διετία, η συρρίκνωση θα γίνει δομική και τότε καμία μελλοντική επένδυση δεν θα βρίσκει έδαφος να πατήσει.
Η δεύτερη πρόταση αφορά τον λιγνίτη και πρέπει να ειπωθεί καθαρά, όχι γενική παράταση, αλλά ελεγχόμενη, αυστηρά περιορισμένη χρήση του ως εργαλείο χρόνου και όχι ως εργαλείο ανάπτυξης. Αν υπάρξει οποιαδήποτε παράταση, αυτή πρέπει να είναι θεσμικά δεμένη με μετρήσιμα ορόσημα μετάβασης και όχι με ημερομηνίες πολιτικής ευκολίας. Δηλαδή κάθε επιπλέον περίοδος λειτουργίας να “αγοράζει” συγκεκριμένα αποτελέσματα, όπως ολοκλήρωση έργων τηλεθέρμανσης, ενεργειακές υποδομές, εγκατάσταση νέων μονάδων ή απορρόφηση εργαζομένων σε νέους τομείς. Αν αυτό δεν μπορεί να δεσμευτεί γραπτώς και ελεγχθεί διοικητικά, τότε η παράταση απλώς αναβάλλει το πρόβλημα και το κάνει ακριβότερο.
Τρίτον, θεωρείται κρίσιμο να αλλάξει το κέντρο βάρους από τις μεγάλες «εμβληματικές» επενδύσεις στις πολλές μικρές παραγωγικές μονάδες. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι περιφέρειες που πέρασαν επιτυχέστερα από μονοκαλλιέργεια σε νέο μοντέλο δεν το έκαναν περιμένοντας έναν μεγάλο επενδυτή, αλλά δημιουργώντας οικοσύστημα μικρών και μεσαίων δραστηριοτήτων με τοπική ιδιοκτησία. Αγροδιατροφή, μεταποίηση χαμηλής έντασης ενέργειας, υπηρεσίες συνδεδεμένες με ενέργεια και περιβάλλον, τεχνικά επαγγέλματα γύρω από ΑΠΕ και δίκτυα. Αυτά δεν απορροφούν όλους τους πρώην εργαζόμενους του λιγνίτη άμεσα, αλλά δημιουργούν σταθερή, επαναλαμβανόμενη τοπική αξία, κάτι που λείπει σήμερα.
Τέταρτον, η αγορά εργασίας πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πρόβλημα συγχρονισμού και όχι απλώς δεξιοτήτων. Η κατάρτιση από μόνη της δεν αρκεί αν προηγείται χρονικά των θέσεων ή αν ακολουθεί πολύ αργά. Αυτό που θα ήταν εύστοχο είναι ένα σύστημα «δεσμευμένης μετάβασης», όπου η επανεκπαίδευση συνδέεται συμβατικά με πραγματικές θέσεις ή έργα που ξεκινούν εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα. Διαφορετικά, η κατάρτιση λειτουργεί ως στατιστική επιτυχία και κοινωνική απογοήτευση ταυτόχρονα.
Τέλος, και ίσως το πιο δύσκολο πολιτικά, χρειάζεται ειλικρίνεια προς την κοινωνία της Δυτικής Μακεδονίας. Όχι υποσχέσεις ότι «η ανάπτυξη έρχεται», αλλά καθαρή παραδοχή ότι υπάρχει μεταβατική περίοδος απώλειας και ότι ο στόχος είναι να περιοριστεί, όχι να εξαφανιστεί. Οι κοινωνίες αντέχουν το κόστος όταν καταλαβαίνουν το σχέδιο και βλέπουν χειροπιαστά βήματα. Δεν αντέχουν την αβεβαιότητα και τις συνεχείς μετατοπίσεις στόχων.
*Ο Aντώνης Δημητρίου είναι Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός & Αεροναυπηγός, MSc, MBA









