“Μπλόκο» του Ευρωκοινοβουλίου στην συμφωνία ΕΕ – Mercosur

8 Min Read

Με οριακή απόφαση της, η Ολομέλεια ζητά να τεθεί η Συμφωνία στο μικροσκόπιο του Δικαστηρίου της ΕΕ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου στο Στρασβούργο, να ζητήσει τη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συμβατότητα της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur με τις Συνθήκες της Ένωσης, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο θεσμικής και πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες των τελευταίων ετών. Η απόφαση ελήφθη στην Ολομέλεια με οριακή πλειοψηφία, καθώς το σχετικό ψήφισμα εγκρίθηκε με 334 ψήφους υπέρ, 324 κατά και 11 αποχές, αποτυπώνοντας το βαθύ ρήγμα που διαπερνά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ζήτημα αυτό.

Με την κίνηση αυτή, το Κοινοβούλιο ενεργοποιεί τη διαδικασία που προβλέπεται από τις Συνθήκες για προληπτικό δικαστικό έλεγχο διεθνών συμφωνιών πριν από την τελική τους έγκριση. Μέχρι την έκδοση της γνωμοδότησης του Δικαστηρίου, η διαδικασία παροχής συγκατάθεσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναστέλλεται, γεγονός που μεταθέτει χρονικά κάθε απόφαση για έγκριση ή απόρριψη της συμφωνίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η δικαστική διαδικασία μπορεί να διαρκέσει ακόμη και έως δύο έτη, επηρεάζοντας συνολικά τον σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συγκεκριμένη εμπορική εταιρική σχέση.

Η απόφαση της Ολομέλειας αφορά τη συμφωνία εταιρικής σχέσης ΕΕ – Mercosur και την ενδιάμεση εμπορική συμφωνία, όπως αυτές παρουσιάστηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως δύο παράλληλα νομικά κείμενα. Ο διαχωρισμός αυτός βρίσκεται στο επίκεντρο των ενστάσεων που διατυπώνονται από μεγάλο αριθμό ευρωβουλευτών, καθώς εκτιμάται ότι μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική φύση και τη διαδικασία κύρωσης της αρχικής συμφωνίας σύνδεσης, η οποία είχε διαπραγματευθεί ως ενιαίο και μικτό κείμενο. Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, οι μικτές συμφωνίες απαιτούν όχι μόνο έγκριση από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα αλλά και κύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών.

Στο εγκεκριμένο ψήφισμα εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες για το αν ο επιλεγμένος διαχωρισμός είναι συμβατός με το άρθρο 218 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και με θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου, όπως η δοτή αρμοδιότητα, η θεσμική ισορροπία και η καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των θεσμών και των κρατών μελών. Οι ευρωβουλευτές που στήριξαν την παραπομπή στο Δικαστήριο υποστηρίζουν ότι μια τέτοια αλλαγή στη νομική αρχιτεκτονική της συμφωνίας δεν μπορεί να γίνεται μονομερώς από την Επιτροπή, χωρίς σαφή πολιτική απόφαση του Συμβουλίου και χωρίς τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα στο σκεπτικό του ψηφίσματος έχει και ο μηχανισμός «επανεξισορρόπησης» που περιλαμβάνεται στην ενδιάμεση εμπορική συμφωνία. Πρόκειται για ρύθμιση που επιτρέπει σε ένα συμβαλλόμενο μέρος να ζητήσει αντισταθμιστικά μέτρα σε περίπτωση που πολιτικές ή νομοθετικές παρεμβάσεις του άλλου μέρους μειώνουν σημαντικά τα προσδοκώμενα εμπορικά οφέλη, ακόμη και αν οι παρεμβάσεις αυτές δεν παραβιάζουν ρητά τη συμφωνία. Στο ψήφισμα επισημαίνεται ότι ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την υιοθέτηση ή εφαρμογή πολιτικών της ΕΕ που αφορούν το περιβάλλον, το κλίμα, τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων.

Οι ενστάσεις αυτές συνδέονται άμεσα με την αρχή της προφύλαξης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του ενωσιακού δικαίου. Στα κείμενα των ψηφισμάτων καταγράφεται η ανησυχία ότι η εφαρμογή της συμφωνίας θα μπορούσε να περιορίσει στην πράξη τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λαμβάνει προληπτικά μέτρα για την προστασία της υγείας των πολιτών, του περιβάλλοντος και των καταναλωτών, ιδίως σε τομείς όπου υπάρχουν σημαντικές κανονιστικές αποκλίσεις μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Mercosur. Τέτοιες αποκλίσεις εντοπίζονται κυρίως στα πρότυπα παραγωγής τροφίμων, στη χρήση φυτοφαρμάκων και στα συστήματα ελέγχου των εισαγωγών.

Στο πλαίσιο της συζήτησης, αναδείχθηκε επίσης ο προβληματισμός για τις επιπτώσεις της συμφωνίας στον αγροδιατροφικό τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ευρωβουλευτές από διαφορετικές πολιτικές ομάδες υπογράμμισαν ότι η περαιτέρω απελευθέρωση του εμπορίου αγροτικών προϊόντων ενδέχεται να δημιουργήσει συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για τους Ευρωπαίους παραγωγούς, ιδίως αν τα εισαγόμενα προϊόντα δεν υπόκεινται στα ίδια αυστηρά πρότυπα που ισχύουν εντός της ΕΕ. Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με την προστασία των αγροτικών εισοδημάτων, των τοπικών κοινωνιών και της επισιτιστικής ασφάλειας.

Παράλληλα με το ψήφισμα που εγκρίθηκε, η Ολομέλεια απέρριψε ξεχωριστό ψήφισμα που επίσης ζητούσε νομική αξιολόγηση της συμφωνίας, αλλά με διαφορετικό πολιτικό σκεπτικό και διαφορετική προσέγγιση ως προς το εύρος του ελέγχου. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι, πέρα από τη γενική διαφωνία για τη συμφωνία ΕΕ-Mercosur, υπάρχουν και σημαντικές αποκλίσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκηθεί ο θεσμικός έλεγχος.

Στο πολιτικό σκέλος, ιδιαίτερη σημασία είχαν και οι ανακοινώσεις κομμάτων και πολιτικών ομάδων μετά την ψηφοφορία. Οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Μανιάτης, Σάκης Αρναούτογλου και Νίκος Παπανδρέου, γνωστοποίησαν ότι υπερψήφισαν την παραπομπή στο Δικαστήριο, τονίζοντας ότι πρόκειται για αναγκαίο θεσμικό βήμα προκειμένου να υπάρξει νομική σαφήνεια και ουσιαστικός έλεγχος πριν ληφθούν αποφάσεις με μακροπρόθεσμες και ενδεχομένως μη αναστρέψιμες συνέπειες. Στην ανακοίνωσή τους εκφράζουν επιφυλάξεις για τον διαχωρισμό της συμφωνίας σε δύο νομικά κείμενα και για τις επιπτώσεις του μηχανισμού επανεξισορρόπησης σε πολιτικές δημόσιου συμφέροντος.

Από την πλευρά της Πολιτικής Ομάδας της LEFT, η απόφαση της Ολομέλειας χαρακτηρίστηκε ως επιτυχία μιας πρωτοβουλίας που, όπως σημειώνεται, συγκέντρωσε τη στήριξη και ευρωβουλευτών από άλλες πολιτικές ομάδες. Σε ανακοίνωσή της, η LEFT υποστηρίζει ότι το αίτημα για γνωμοδότηση εστιάζει σε σοβαρούς νομικούς κινδύνους που συνδέονται με τη δομή της συμφωνίας, τη ρυθμιστική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την τήρηση της αρχής της προφύλαξης. Τονίζεται επίσης ότι, βάσει του κανονισμού, η διαδικασία συγκατάθεσης του Κοινοβουλίου αναστέλλεται μέχρι την έκδοση της γνωμοδότησης, ενώ αναφέρεται ως πιθανό σενάριο το πάγωμα της εμπορικής συμφωνίας στο μεσοδιάστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο αντιπρόεδρος της LEFT, Κώστας Αρβανίτης, ζήτησε δημόσια να ανασταλεί η εφαρμογή της συμφωνίας όσο εξετάζεται από το Δικαστήριο, καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μην προχωρήσει σε προσωρινή εφαρμογή και να σεβαστεί τη βούληση του Κοινοβουλίου. Η τοποθέτηση αυτή προσθέτει μία ακόμη διάσταση στη συζήτηση, καθώς αναδεικνύει το ενδεχόμενο σύγκρουσης μεταξύ των θεσμών για τον τρόπο διαχείρισης της συμφωνίας στο μεταβατικό διάστημα.

Η παραπομπή της συμφωνίας ΕΕ Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν κλείνει τη συζήτηση αλλά, αντίθετα, την μεταφέρει σε ένα θεσμικό πεδίο όπου θα κριθούν κρίσιμα ζητήματα αρμοδιοτήτων, διαδικασιών και αρχών. Το αποτέλεσμα της γνωμοδότησης θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της συγκεκριμένης συμφωνίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαχειρίζεται αντίστοιχες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες στο μέλλον, σε μια περίοδο όπου η ισορροπία ανάμεσα στο εμπόριο, την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια υγεία και τη δημοκρατική λογοδοσία βρίσκεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής συζήτησης.

Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση