Η Ελλάδα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η Δυτική Μακεδονία αναμένει τα αποτελέσματα των επενδύσεων
Στο 11,6% οι δαπάνες του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το powergame.gr. Η χώρα βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ εντείνονται τα ερωτήματα για την πορεία των επενδύσεων στη Δυτική Μακεδονία και τον κίνδυνο απώλειας πόρων.
Η απόσταση ανάμεσα στις ανακοινώσεις χρηματοδοτήσεων και στην πραγματική υλοποίηση των επενδύσεων επανέρχεται στο προσκήνιο για τη Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση, με τη Δυτική Μακεδονία να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας συζήτησης που αφορά όχι μόνο το ύψος των διαθέσιμων κονδυλίων, αλλά κυρίως την ταχύτητα με την οποία αυτά μετατρέπονται σε πραγματικά έργα, οικονομική δραστηριότητα και νέες θέσεις εργασίας.
Αφορμή αποτελεί δημοσίευμα της παραπολιτικής στήλης Big Mouth του powergame.gr, το οποίο ασκεί έντονη κριτική στην πορεία υλοποίησης του προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, με αναφορές στον αναπληρωτή υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκο Παπαθανάση και στον διοικητή της Ειδικής Υπηρεσίας ΔΑΜ Πελοπίδα Καλλίρη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που παραθέτει η στήλη, έως τις 31 Αυγούστου 2026 η Ελλάδα είχε πραγματοποιήσει δαπάνες που αντιστοιχούν στο 11,6% του προγραμματισμένου κόστους του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης. Η επίδοση αυτή την κατατάσσει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, στη 19η θέση μεταξύ των κρατών μελών και αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 18%.
Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύει σημαντικές αποκλίσεις. Η Μάλτα εμφανίζεται με ποσοστό δαπανών 68,1%, η Σουηδία με 63,9% και η Εσθονία με 48,9%, ενώ η Ελλάδα παραμένει αρκετά πίσω ως προς την εκτέλεση των προβλεπόμενων δαπανών.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι εγκρίσεις και οι δεσμεύσεις χρηματοδότησης δεν ταυτίζονται με την πραγματική απορρόφηση. Ένα έργο μπορεί να έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα, να έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση και να έχει παρουσιαστεί δημόσια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει προχωρήσει ουσιαστικά η υλοποίησή του ή ότι έχουν πραγματοποιηθεί οι αντίστοιχες δαπάνες.

Οι επενδύσεις και το ερώτημα της υλοποίησης
Το Big Mouth αναφέρεται σε επενδύσεις που έχουν απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση, όπως εταιρείες ενοικίασης ηλεκτρικών αυτοκινήτων, κέντρα δεδομένων, έργα υδρογόνου και μονάδες υδροπονικής καλλιέργειας ντομάτας.
Η κριτική του δημοσιεύματος επικεντρώνεται στην αναντιστοιχία ανάμεσα στον μεγάλο αριθμό ανακοινώσεων για εντάξεις έργων και στο περιορισμένο, μέχρι στιγμής, ποσοστό πραγματοποιημένων δαπανών.
Για τη Δυτική Μακεδονία, ωστόσο, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η περιοχή βρίσκεται ήδη σε διαδικασία βαθιάς παραγωγικής αναδιάρθρωσης εξαιτίας της απολιγνιτοποίησης, με τις επιπτώσεις στην απασχόληση, στην επιχειρηματικότητα και στην τοπική οικονομία να καθιστούν τον χρόνο υλοποίησης των επενδύσεων κρίσιμη παράμετρο.
Δεν αρκεί, επομένως, να ανακοινώνονται εκατομμύρια ευρώ για νέα έργα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσες από αυτές τις επενδύσεις έχουν περάσει από το στάδιο της έγκρισης στην κατασκευή και στη λειτουργία, πόσες θέσεις εργασίας έχουν ήδη δημιουργηθεί και ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό αποτύπωμά τους στις λιγνιτικές περιοχές.
Η προειδοποίηση για απώλεια πόρων
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η αναφορά της στήλης στον κίνδυνο απώλειας ευρωπαϊκών κονδυλίων. Το δημοσίευμα, επικαλούμενο έμπειρους υπηρεσιακούς παράγοντες, υποστηρίζει ότι οι καθυστερήσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλειες πόρων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, ακόμη και από το 2026.
Πρόκειται για μια εκτίμηση που χρειάζεται συγκεκριμένη τεκμηρίωση ως προς τα ποσά, τις προθεσμίες και τους κανόνες αποδέσμευσης των χρηματοδοτήσεων. Το χαμηλό ποσοστό δαπανών αποτελεί σαφή ένδειξη καθυστερήσεων, δεν συνεπάγεται όμως αυτομάτως ότι τα μη απορροφημένα κονδύλια έχουν χαθεί.
Αυτό που προκύπτει, πάντως, είναι η ανάγκη για αναλυτική και δημόσια ενημέρωση σχετικά με την πορεία των έργων, τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί, τις πληρωμές που έχουν πραγματοποιηθεί και το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των επενδύσεων.
Για τη Δυτική Μακεδονία, η Δίκαιη Μετάβαση δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς πάνω στους οποίους στηρίζεται η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου παραγωγικού μοντέλου μετά τον λιγνίτη.
Και γι’ αυτό, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στα ποσά των εντάξεων και στις εξαγγελίες. Πρέπει να αφορά τα αποτελέσματα, την ταχύτητα υλοποίησης και, τελικά, το κατά πόσο οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι φτάνουν στην πραγματική οικονομία της περιοχής.
Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr









