Green Tank: Αμφισβητείται η οικονομική βιωσιμότητα του Κάθετου Διαδρόμου φυσικού αερίου

Σωκράτης Μουτίδης
8 Min Read

Νέα μελέτη δείχνει ότι οι υφιστάμενες υποδομές LNG στην Ελλάδα επαρκούν για τη μελλοντική ζήτηση, ενώ η μεταφορά αερίου προς την Ουκρανία και την Ουγγαρία (οι δύο μεγαλύτεροι καταναλωτές αερίου στην περιοχή) μπορεί να κοστίζει έως και 76% ή 80%, αντίστοιχα, περισσότερο από εναλλακτικές διαδρομές που έχουν αφετηρίες την Πολωνία, την Κροατία ή τη Γερμανία. 

Σοβαρά ερωτήματα για την αναγκαιότητα νέων ενεργειακών υποδομών στην Ελλάδα και την οικονομική ανταγωνιστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου φυσικού αερίου θέτει νέα μελέτη του Green Tank. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, η μελλοντική ζήτηση αερίου στις χώρες της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει τις σχεδιαζόμενες επενδύσεις στην Ελλάδα, ενώ το κόστος μεταφοράς μέσω Ελλάδας εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερο σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές διαδρομές.

Η ανάλυση, με τίτλο «Κάθετος Διάδρομος: Ζήτηση αερίου και οικονομική βιωσιμότητα», εξετάζει τις ενεργειακές ανάγκες εννέα χωρών έως το 2040, αξιοποιώντας κυρίως τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα, καθώς και στοιχεία των διαχειριστών των συστημάτων μεταφοράς αερίου.

Τι είναι ο Κάθετος Διάδρομος

Ο Κάθετος Διάδρομος δεν αποτελεί έναν ενιαίο νέο αγωγό, αλλά ένα σχέδιο διασύνδεσης και αξιοποίησης υφιστάμενων και νέων υποδομών μεταφοράς φυσικού αερίου. Με αφετηρία την Ελλάδα, επιδιώκει να δημιουργήσει μια αμφίδρομη διαδρομή εφοδιασμού προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, με επέκταση προς τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία.

Βασικός στόχος είναι η μεταφορά αερίου που εισέρχεται στην Ελλάδα μέσω του αγωγού TAP και των τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), κυρίως της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης, προς τις αγορές της ευρύτερης περιοχής.

Το σχέδιο απέκτησε νέα δυναμική μετά την ενεργειακή κρίση του 2022 και την ευρωπαϊκή απόφαση για σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού αερίου έως το 2027. Παράλληλα, συνδέεται με τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών για αύξηση των εξαγωγών αμερικανικού LNG προς την Ευρώπη και την ανάδειξη της Ελλάδας σε βασική πύλη εισόδου του.

Οι υφιστάμενες υποδομές ενδέχεται να επαρκούν έως το 2040

Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της μελέτης αφορά την πραγματική ανάγκη κατασκευής νέων τερματικών σταθμών LNG.

Σήμερα λειτουργούν δύο σταθμοί στην Ελλάδα, στη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη, ενώ έχουν ανακοινωθεί τέσσερα επιπλέον επενδυτικά σχέδια για πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης αερίου, γνωστές ως FSRUs.

Το Green Tank εξέτασε δύο διαφορετικά σενάρια. Το πρώτο προβλέπει αυξημένη χρήση φυσικού αερίου, ενώ το δεύτερο ταχύτερη απεξάρτηση από αυτό, σύμφωνα με τους ενεργειακούς στόχους των εμπλεκόμενων χωρών.

Στο σενάριο ταχύτερης απεξάρτησης, η κατασκευή νέων τερματικών σταθμών δεν κρίνεται αναγκαία. Μάλιστα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της μελέτης, ακόμη και ο υφιστάμενος σταθμός της Αλεξανδρούπολης θα μπορούσε να μην είναι απαραίτητος για την κάλυψη των εξεταζόμενων αναγκών εισαγωγών έως το 2035.

Ακόμη και στο σενάριο αυξημένης κατανάλωσης, η ανάλυση καταλήγει ότι μόλις ένας από τους τέσσερις νέους σταθμούς θα επαρκούσε για την κάλυψη των πρόσθετων αναγκών της περιοχής έως το 2040.

Πρόκειται για συμπεράσματα που βασίζονται στην υποθετική παραδοχή ότι το σύνολο των εξεταζόμενων αναγκών εισαγωγής αερίου των χωρών του Κάθετου Διαδρόμου θα καλυπτόταν από ελληνικούς τερματικούς σταθμούς. Επομένως, δεν αποτελούν πρόβλεψη για την πραγματική εμπορική αξιοποίηση κάθε εγκατάστασης, αλλά εκτίμηση της αναγκαίας δυναμικότητας με βάση συγκεκριμένα ενεργειακά σενάρια.

Ακριβότερη η μεταφορά αερίου μέσω Ελλάδας

Το δεύτερο βασικό ζήτημα που αναδεικνύει η μελέτη είναι το κόστος διαμετακόμισης, ιδιαίτερα προς την Ουκρανία και την Ουγγαρία, δύο από τις σημαντικότερες δυνητικές αγορές του Κάθετου Διαδρόμου.

Για την Ουκρανία, το κόστος μεταφοράς μέσω Ελλάδας υπολογίζεται μεταξύ 11,2 και 13,1 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή από 21% έως 76% υψηλότερο σε σχέση με εναλλακτικές διαδρομές που ξεκινούν από την Πολωνία, την Κροατία, τη Γερμανία και τη Λιθουανία.

Αντίστοιχα, για την Ουγγαρία το κόστος κυμαίνεται από 7,6 έως 9,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η συγκεκριμένη διαδρομή είναι ανταγωνιστική μόνο σε σύγκριση με τη μεταφορά μέσω Γερμανίας και Τσεχίας, καθώς οι εναλλακτικές μέσω Αυστρίας και Κροατίας παραμένουν σημαντικά φθηνότερες.

Με ενδεικτική τιμή προμήθειας LNG τα 45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η διαμετακόμιση μέσω του Κάθετου Διαδρόμου αντιστοιχεί στο 25% έως 29% της συνολικής τιμής παράδοσης στην Ουκρανία και στο 16,5% έως 21% στην Ουγγαρία.

Η οικονομική αυτή επιβάρυνση δημιουργεί πρόσθετο προβληματισμό για τη δυνατότητα του ελληνικού διαδρόμου να ανταγωνιστεί ήδη ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οδούς εφοδιασμού.

Η αβεβαιότητα της ζήτησης και ο κίνδυνος για τους καταναλωτές

Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι οι μελλοντικές ανάγκες εισαγωγών φυσικού αερίου ενδέχεται να περιοριστούν σημαντικά, καθώς οι χώρες της περιοχής προχωρούν, με διαφορετικούς ρυθμούς, στην ενεργειακή τους μετάβαση.

Ενδεικτικά, στο σενάριο ταχύτερης απεξάρτησης, οι συνολικές εξεταζόμενες ανάγκες εισαγωγών των χωρών του Κάθετου Διαδρόμου μειώνονται από περίπου 121 τεραβατώρες το 2030 σε 49 τεραβατώρες το 2040.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην Ουκρανία, η οποία αποτελεί βασικό προορισμό του σχεδίου, αλλά επιδιώκει να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή αερίου και να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγωγές. Η μελέτη σημειώνει επίσης ότι στη δημοπρασία δυναμικότητας του Ιουλίου 2026 δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για μεταφορά αερίου προς τη χώρα μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.

Σύμφωνα με το Green Tank, η κατασκευή υποδομών που ενδέχεται να χρησιμοποιούνται περιορισμένα δημιουργεί τον κίνδυνο εγκλωβισμένων περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή επενδύσεων που δεν θα μπορούν να αποδώσουν οικονομικά κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης λειτουργίας τους.

Το ενδεχόμενο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους καταναλωτές, καθώς μέρος του κόστους των επενδύσεων θα μπορούσε να μετακυλιστεί στα τιμολόγια μέσω χρεώσεων χρήσης των δικτύων.

«Ολόκληρος ο σχεδιασμός του Κάθετου Διαδρόμου στηρίζεται σε μια υπόθεση αυξανόμενης ζήτησης αερίου που διαψεύδεται από τα ίδια τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα των χωρών της περιοχής», αναφέρει ο Σταύρος Γεννίτσαρης, συνεργάτης Βιομηχανικής Πολιτικής του Green Tank.

Όπως υπογραμμίζει, η δέσμευση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για νέες υποδομές σε μια αγορά που ενδέχεται να συρρικνωθεί εγκυμονεί τον κίνδυνο το κόστος των αναξιοποίητων επενδύσεων να μεταφερθεί τελικά στους καταναλωτές.

Τα συμπεράσματα της μελέτης επαναφέρουν, έτσι, ένα κρίσιμο ερώτημα για τον ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής: κατά πόσο η ενίσχυση του ρόλου της χώρας ως διαμετακομιστικού κόμβου φυσικού αερίου μπορεί να συνδυαστεί με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και τους μακροπρόθεσμους στόχους της ενεργειακής μετάβασης.

Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση