Η δίκαιη μετάβαση αναζητά ακόμη το αποτύπωμα της

7 Min Read

Απολογισμός επτά ετών και πρόταση για τοπικό σύμφωνο διεκδίκησης

Το ερώτημα τι κέρδισε μέχρι σήμερα η Δυτική Μακεδονία από τη μετάβαση και τι πρέπει να διεκδικήσει για την επόμενη μέρα βρέθηκε στο επίκεντρο της εκδήλωσης της Δημοτικής Κίνησης «Κοζάνη Τόπος να Ζεις», το απόγευμα της Κυριακής 4 Οκτωβρίου. Επτά χρόνια μετά την ανακοίνωση της απολιγνιτοποίησης, οι εισηγήσεις έθεσαν υπό εξέταση την απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και στο πραγματικό αποτέλεσμα για την οικονομία, την εργασία και τον πληθυσμό της περιοχής, με τον Χάρη Κουζιάκη να προτείνει ένα τοπικό πολιτικό σύμφωνο κοινής διεκδίκησης.

Το αμφιθέατρο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης ήταν γεμάτο, με ανθρώπους όλων των ηλικιών να παρακολουθούν την εκδήλωση «7 χρόνια Μετάβαση, από τις υποσχέσεις στην πραγματικότητα. Τι ειπώθηκε – Τι έγινε – Τι μένει – Τι διεκδικούμε». Στο πάνελ συμμετείχαν ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Λευτέρης Τοπάλογλου, ο δημοσιογράφος Γιάννης Κιμπουρόπουλος και ο επικεφαλής της Δημοτικής Κίνησης Χάρης Κουζιάκης. Την παρουσίαση ανέλαβε ο συντονιστής της Κίνησης, Στέλιος Μήλιος.

Ο Χάρης Κουζιάκης περιέγραψε μια πραγματικότητα που, κατά την εκτίμησή του, απέχει από όσα υποσχέθηκαν στην περιοχή το 2019. Αναφέρθηκε στη στασιμότητα, στη φυγή ανθρώπων προς το εξωτερικό, κυρίως νέων, και σε μια τάση συνολικής υποβάθμισης, υποστηρίζοντας ότι δεν διαπιστώνεται η οικονομική εξέλιξη που είχε προαναγγελθεί μέσα από επενδύσεις και μεγάλα έργα. «Εμείς δεν ήρθαμε για να μηδενίσουμε ό,τι έγινε αυτά τα 7 χρόνια αλλά για να κάνουμε έναν ξεκάθαρο απολογισμό με νούμερα και πολιτικές», ανέφερε, προσδιορίζοντας τον σκοπό της πρωτοβουλίας.

Για τον ίδιο, η συζήτηση έχει πλέον περάσει σε διαφορετικό στάδιο. Το δίλημμα «λιγνίτης ή μη λιγνίτης», όπως είπε, έχει ξεπεραστεί και το ζητούμενο είναι πώς η μετάβαση θα γίνει βιώσιμη και πώς θα βγει κερδισμένος ο τόπος. Σε αυτή τη βάση έθεσε την ανάγκη συνεργασίας όλων των τοπικών πολιτικών φορέων, μέσα από ένα τοπικό σύμφωνο που θα επιτρέψει στην περιοχή να διεκδικήσει από κοινού συγκεκριμένα οφέλη.

Ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος προσέγγισε τη μετάβαση μέσα από την πολύχρονη δημοσιογραφική ενασχόλησή του με την ενέργεια και τη ΔΕΗ. Η σχέση του με τη Δυτική Μακεδονία, όπως ανέφερε, ξεκινά από τη δεκαετία του ’80, όταν είχε επισκεφθεί την περιοχή για ρεπορτάζ γύρω από την «υπερλιγνιτοποίηση» και τις επιπτώσεις της στον τοπικό πληθυσμό και στους εργαζομένους.

Θυμήθηκε την περιβαλλοντική και υγειονομική διάσταση που είχε πάρει η υπερβολική χρήση λιγνίτη εκείνης της περιόδου, με αναφορά στα επαγγελματικά νοσήματα που συνδέονταν με την έκθεση στον λιγνίτη, αλλά και στα εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα. Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της διατήρησης της βιομηχανικής κληρονομιάς μιας περιοχής της οποίας η ζωή συνδέθηκε για δεκαετίες με τη λιγνιτική δραστηριότητα.

«Μια περιοχή που επί δεκαετίες ζούσε από τον λιγνίτη και πέθαινε σε ένα βαθμό από το λιγνίτη, ίσως θα έπρεπε να διατηρήσει τη βιομηχανική της κληρονομιά», σημείωσε, κάνοντας αναφορά στη βιομηχανική αρχαιολογία.

Η κριτική του για την πορεία της μετάβασης ήταν έντονη. Τη χαρακτήρισε «φιάσκο μετάβασης», συνδέοντάς την με αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως πλήρη ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και με μεγάλη επιβάρυνση των καταναλωτών. Υποστήριξε ότι το ρεύμα πληρώνεται πλέον διπλάσιο και ότι η διαδικασία εξελίσσεται άδικα τόσο για τους πρώην εργαζομένους της επιχείρησης όσο και για όσους στη Δυτική Μακεδονία είχαν άμεση ή έμμεση απασχόληση στη λιγνιτοπαραγωγή και στην ηλεκτροπαραγωγή.

Την αριθμητική αποτύπωση της περιόδου 2019–2026 παρουσίασε ο Λευτέρης Τοπάλογλου, εξετάζοντας τι σχεδιάστηκε, τι χρηματοδοτήθηκε, τι υλοποιήθηκε και τι άλλαξε. Η εισήγησή του συνέδεσε την ενεργειακή αλλαγή με τις επενδύσεις, τις θέσεις εργασίας, τους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, τις νέες χρήσεις των λιγνιτικών εκτάσεων και την τηλεθέρμανση. Βασική διάκριση της παρουσίασης ήταν ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την αναπτυξιακή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, έως τις 30 Ιουνίου 2026 οι πράξεις του Προγράμματος ΔΑΜ με αποκλειστική εδαφική στόχευση στη Δυτική Μακεδονία ήταν 657, με ενταγμένη επιλέξιμη δημόσια δαπάνη 530,6 εκατ. ευρώ. Οι νομικές δεσμεύσεις έφταναν τα 341,5 εκατ. ευρώ και οι πληρωμές προς δικαιούχους τα 83,8 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 15,8% της ενταγμένης δημόσιας δαπάνης.

Η επισήμανση που συνόδευε αυτά τα μεγέθη ήταν ουσιαστική. Οι πληρωμές δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με εισόδημα ή προστιθέμενη αξία που μένει στην περιοχή. Χρειάζεται να καταγράφεται τι μετατρέπεται σε επιχειρήσεις που λειτουργούν, σε μόνιμη εργασία και σε τοπικές προμήθειες.

Αντίστοιχα, οι 2.650 θέσεις εργασίας που παρουσιάστηκαν για επενδυτικά σχέδια στις τέσσερις Περιφερειακές Ενότητες αφορούν προβλεπόμενη απασχόληση και όχι ενιαία απογραφή θέσεων που έχουν ήδη δημιουργηθεί. Καταγράφηκε επίσης βελτίωση ορισμένων δεικτών της αγοράς εργασίας σε σχέση με το 2019, χωρίς να αποδίδονται αυτομάτως οι μεταβολές αυτές στο ΔΑΜ. Την ίδια στιγμή, ο πληθυσμός μειώθηκε από περίπου 267.000 το 2019 σε 243.500 το 2025, υποχώρηση 8,8%. Η βελτίωση στην απασχόληση, επομένως, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε δημογραφική ανάκαμψη. «Η μετάβαση θα κριθεί τελικά από το αν μπορεί να συγκρατήσει ανθρώπους, όχι μόνο να βελτιώνει δείκτες» τόνισε.

Στα συμπεράσματά του, ο κ. Τοπάλογλου αποτύπωσε μια μετάβαση που προχωρά με άνισους ρυθμούς. Η ενεργειακή είναι ταχεία και σε μεγάλο βαθμό υλοποιημένη, ενώ στη χρηματοδοτική έχει υπάρξει σημαντική κινητοποίηση πόρων, με ζητούμενο την πραγματική απορρόφησή τους. Η παραγωγική παραμένει σε εξέλιξη, με άνισο αποτύπωμα και ανάγκη λειτουργικού αποτελέσματος, και η κοινωνική και δημογραφική εμφανίζει τη μεγαλύτερη απόσταση από τους στόχους, ιδιαίτερα ως προς τον πληθυσμό, την ποιότητα των θέσεων εργασίας και τη συγκράτηση των νέων στην περιοχή.

Ως κριτήρια για την επόμενη περίοδο έθεσε τις επιχειρήσεις που λειτουργούν, τις μόνιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας, την παραγωγή και το εισόδημα που μένουν στον τόπο και τη δυνατότητα της περιοχής να κρατήσει τους ανθρώπους της. Πρότεινε, παράλληλα, έναν μόνιμο επιστημονικό και τοπικό μηχανισμό παρακολούθησης, με σύνδεση δεδομένων, ανάλυσης, αξιολόγησης και δημόσιου απολογισμού, ώστε να γίνονται εγκαίρως διορθώσεις.

Το τελικό συμπέρασμα της εισήγησής του συνοψίζει και το ζήτημα που παραμένει ανοιχτό για την περιοχή. «Η ενεργειακή μετάβαση προχωρά. Η δίκαιη και αναπτυξιακή μετάβαση πρέπει ακόμη να αποδειχθεί».

Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση