Σε άρθρο του στο energypress.gr με τίτλο «Ο λιγνίτης φεύγει, τα ερωτήματα παραμένουν», ο Νίκος Μάντζαρης, επικεφαλής αναλυτής πολιτικής & συνιδρυτή του Green Tank σχολιάζει το οριστικό κλείσιμο του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, του μεγαλύτερου λιγνιτικού σταθμού της Ελλάδας και ενός από τους μεγαλύτερους στα Βαλκάνια, μετά από 42 χρόνια λειτουργίας.
Μετά από 42 χρόνια συνεχούς λειτουργίας, ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου κλείνει οριστικά στις 15 Μαΐου. Ο μεγαλύτερος λιγνιτικός σταθμός της Ελλάδας και δεύτερος μεγαλύτερος στα Βαλκάνια —μετά τον Maritsa East 2 στη Βουλγαρία— περνά πλέον στην ιστορία.
Με 1595 ΜW μικτής ονομαστικής ισχύος, αποτέλεσε τη «ναυαρχίδα» της λιγνιτικής ΔΕΗ, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Οφείλουμε, επομένως, ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στους εργαζομένους τόσο του σταθμού όσο και των ορυχείων που τον τροφοδότησαν με λιγνίτη όλα αυτά τα χρόνια.
Η συνεισφορά αυτή, ωστόσο, συνοδεύτηκε από ένα ιδιαίτερα «βαρύ» περιβαλλοντικό τίμημα:
- Από το 2005, που ξεκίνησε το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ), έως σήμερα, ο σταθμός εξέπεμψε στην ατμόσφαιρα περίπου 200 εκατ. τόνους CO2, σχεδόν όσο οι συνολικές εκπομπές της Ελλάδας από όλους τους τομείς της οικονομίας τα τελευταία τρία χρόνια.
- Για μεγάλο μέρος των δύο προηγούμενων δεκαετιών, ο σταθμός συγκαταλεγόταν στις δέκα πιο ρυπογόνες εγκαταστάσεις της Ευρώπης. Το 2012 καταγράφηκε η χειρότερη επίδοσή του, με 14.7 εκατ. τόνους CO2 — σχεδόν όσους εκπέμπει σήμερα ολόκληρος ο τομέας παραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας της χώρας. Την ίδια χρονιά ήταν ο 7ος μεγαλύτερος ρυπαντής στην ΕΕ-27.
- Η επιβάρυνση δεν περιορίστηκε στο κλίμα. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2007-2024, ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου εξέπεμψε 366,177 τόνους οξειδίων του θείου (SOx), 207,626 τόνους οξειδίων του αζώτου (NOx) και 14,363 τόνους αιωρούμενων σωματιδίων, επιδεινώνοντας σημαντικά την ποιότητα της ατμόσφαιρας στη Δυτική Μακεδονία και ευρύτερα.
- Αντίστοιχα ζοφερή ήταν και η εικόνα στις εκπομπές βαρέων μετάλλων. Την περίοδο 2007-2024, ο σταθμός εξέπεμψε 7,963 τόνους υδραργύρου, ενώ για χρόνια βρισκόταν στις πέντε πρώτες θέσεις πανευρωπαϊκά στις εκπομπές χαλκού, χρωμίου και αρσενικού.
- Παράλληλα, από το 2013 έως το 2025, εκτιμάται ότι κατανάλωσε περίπου 204 εκατ. κυβικά μέτρα νερού — ποσότητα που θα μπορούσε να καλύψει πλήρως τις ανάγκες ύδρευσης 87,500 πολιτών για την ίδια περίοδο.
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερο ότι το κλείσιμο του ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου αποτελεί θετική εξέλιξη για το κλίμα και το περιβάλλον, αλλά και για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς ο σταθμός ήταν εδώ και χρόνια ζημιογόνος, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές με τη λειτουργία του.
Όμως υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα.
Πρώτα απ’ όλα, η πρόκληση του μετασχηματισμού του οικονομικού μοντέλου της Δυτικής Μακεδονίας και της αναπλήρωσης των χαμένων θέσεων εργασίας παραμένει ακόμη πολύ μακριά από την ουσιαστική αντιμετώπισή της. Τι μέλλει γενέσθαι δεδομένου ότι η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για τη Δίκαιη Μετάβαση προβλέπεται να διακοπεί την επόμενη προγραμματική περίοδο 2028-2034, ενώ η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια διοχετεύει όλο και μικρότερο μερίδιο από τα έσοδα δημοπράτησης δικαιωμάτων εκπομπών CO2 για τη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών;
Παράλληλα, η Κοζάνη —μια πόλη που επί 33 χρόνια βασίστηκε στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου για την τηλεθέρμανσή της— πρόκειται να επιστρέψει στο ακριβό και ρυπογόνο πετρέλαιο τον επόμενο χειμώνα. Παραμένει δε άγνωστο για πόσους χειμώνες ακόμη το πετρέλαιο θα λειτουργήσει ως «μεταβατικό καύσιμο», καθώς η επίσης ακριβή και ρυπογόνος λύση του ορυκτού αερίου, που δυστυχώς έχει επιλεγεί από κυβέρνηση και τοπική αυτοδιοίκηση για την τηλεθέρμανση στη μεταλιγνιτική εποχή, αργεί ακόμα να υλοποιηθεί.
Σε εθνικό επίπεδο, το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: ποια μορφή ηλεκτροπαραγωγής θα καλύψει το κενό που αφήνει ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου; Θα αντικατασταθεί από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή η απόσυρσή του, θα δώσει νέα ώθηση στο ορυκτό αέριο το οποίο ανεβάζει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ έχει ήδη εκτροχιάσει τη χώρα από τους κλιματικούς της στόχους;
Είναι καιρός η δημόσια συζήτηση τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, αντί να ανακυκλώνει τις ίδιες στείρες αντιπαραθέσεις για τις ανύπαρκτες προοπτικές «επιστροφής» του λιγνίτη.
*του Νίκου Μάντζαρη, επικεφαλής αναλυτή πολιτικής & συνιδρυτή του Green Tank






