Ένας λόγος που δεν τα πάω καλά με τις θρησκείες και τα ιερατεία είναι το ότι, από καταβολής κόσμου, εφευρίσκουν διαρκώς αιτίες και αφορμές για να φορτώνουν ενοχές τους απλούς ανθρώπους. Να γεμίζουν την ζωή τους απαγορεύσεις και «μη». Η παράβαση των όποιων συνιστά «αμαρτία». Ήτοι σε στέλνει κατευθείαν στα εκδοτήρια εισιτηρίων για την κόλαση. 

Τις μεταπολεμικές δεκαετίες, όταν οι δυτικές κοινωνίες ζούσαν την αποθέωση της ευμάρειας και της υπερκατανάλωσης, αναπτύχθηκαν, ως αντίδραση στην εικόνα του ανθρώπου ως παμφάγου  ζώου, κάποια κινήματα «αντίστασης». Με στόχο να αλλάξουν οι διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων. Κυριότερο των όποιων είναι το κίνημα των αποκλειστικώς χορτοφάγων, το οποίο πήρε, στα μυαλά των φανατικών οπαδών του, διαστάσεις θρησκευτικής προσήλωσης. Τόσον ώστε να φτάσει σε διαχωρισμούς και σε …αιρέσεις. Από την μια οι απλοί χορτοφάγοι, οι «vegetarians». Που δεν τρώνε κροατικά, αλλά καταναλώνουν γαλακτοκομικά. Και από την άλλη οι πιο φανατικοί, κάτι σαν τους «υπερορθόδοξους», οι «vegan». Οι όποιοι δεν τρώνε κανένα ζωντανό οργανισμό, ούτε και τα προϊόντα του. Απαρνούνται δηλαδή τα αυγά, το γάλα και όλα τα γαλακτοκομικά, το μέλι, αλλά και τα προϊόντα από δέρμα ζώων. Δεν φύρανε δερμάτινα παπούτσια, προς μεγάλη χαρά των πέντε τεραστίων πολυεθνικών εταιριών που έχουν γεμίσει τον πλανήτη με τα συνθετικά υποδήματα τους. 

Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή ένα άρθρο στην «Καθημερινή» φούντωσε η συζήτηση, στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, για το αν πρέπει να τρώμε χταπόδια, ή είναι έγκλημα και «αμαρτία». Όλα ξεκίνησαν από μια δήλωση του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη Αλεξάντερ Πέϊν, την οποία αναπαρήγαγε το άρθρο: «Όμως, δεν καταλαβαίνω κάτι για τους Έλληνες. Πώς μπορούν και τρώνε τα χταπόδια; Η γεύση τους είναι φανταστική, αλλά πρόκειται για κάποια από τα πιο χαρισματικά πλάσματα της φύσης, με νοημοσύνη και χάρη. Οπότε, δεν με νοιάζει πού θα με πάτε για φαΐ, αρκεί το μενού να μην έχει χταπόδι». 

Είναι πολλά χρόνια τώρα που δεν πάω διακοπές. Αλλά αν γινόταν να ξαναβρεθώ στα Βατερά Λέσβου, σε Φολέγανδρο, Χανιά, Σχινοκάψαλα Λασιθίου, ή Στούπα Μεσσηνίας, μερη που έχω λατρεψει, και υπήρχε χταποδάκι ψητό, λιαστό ή ξιδάτο, ε, το ομολογώ θα την έκανα την «αμαρτία». Και ας με αφόριζαν οι φανατικοί της χορτοφαγίας. Φτάνουν πια, οι τόσες άλλες ενοχές στη ζωή μας.