Οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 44% μέσα σε 17 χρόνια

4 Min Read

Το ΙΔΕΜ υπολογίζει περίπου 65.000 γεννήσεις ετησίως για το 2025–2026

Σχεδόν κατά το ήμισυ έχουν μειωθεί οι γεννήσεις στην Ελλάδα μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες. Από τις 117.600 ετησίως, κατά μέσο όρο, την περίοδο 2008–2009, περιορίζονται σε περίπου 65.000 το 2025–2026, καταγράφοντας πτώση 44%.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε νέα ανάλυση του καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών Βύρωνα Κοτζαμάνη. Η εικόνα για το 2026 αποτελεί εκτίμηση, ενώ τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν 65.594 γεννήσεις το 2025, έναντι 68.467 το 2024, δηλαδή νέα μείωση κατά 4,2%.

Η υποχώρηση δεν αποδίδεται σε έναν μόνο παράγοντα. Σύμφωνα με την ανάλυση, συνδέεται τόσο με τη μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι νεότερες γενιές όσο και με τη συρρίκνωση του πληθυσμού των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Οι γυναίκες που έγιναν μητέρες ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκαν κατά περίπου 480.000, ή 28%, μεταξύ του 2008–2009 και του 2025–2026.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μαζική μετανάστευση νέων μετά το 2010, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ηλικιακές ομάδες που έφταναν στην ηλικία δημιουργίας οικογένειας ήταν ήδη μικρότερες λόγω της πτώσης των γεννήσεων από τη δεκαετία του 1980.

Την ίδια στιγμή, η απόκτηση παιδιών μετατίθεται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η μέση ηλικία τεκνογονίας αυξήθηκε από τα 30,2–30,3 έτη το 2008–2009 στα 32,2–32,3 έτη το 2025–2026. Σήμερα μόλις το 30% των γεννήσεων προέρχεται από γυναίκες κάτω των 30 ετών, έναντι 43% το 2008–2009 και 78% το 1980.

Αντίθετα, το ποσοστό των γεννήσεων από γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω εκτιμάται ότι έχει αυξηθεί από 4,5% σε 11,2%. Μάλιστα, οι γεννήσεις αυξήθηκαν μόνο στις ηλικιακές ομάδες 40–44 και 45–49 ετών, ενώ μειώθηκαν σε όλες τις υπόλοιπες.

Το ΙΔΕΜ συνδέει την ελληνική πραγματικότητα και με τις δυσκολίες σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας, τη μείωση των πραγματικών εισοδημάτων, το αυξημένο κόστος ανατροφής ενός παιδιού και, ιδιαίτερα μετά το 2020, το οξυμένο στεγαστικό πρόβλημα. Παράγοντες που ενισχύουν την ανασφάλεια των νεότερων και επηρεάζουν τόσο την απόφαση δημιουργίας οικογένειας όσο και τον αριθμό των παιδιών που τελικά αποκτούν.

Πάνω από 50% η μείωση σε Κοζάνη, Γρεβενά και Φλώρινα

Ακόμη εντονότερη είναι η υποχώρηση των γεννήσεων στη Δυτική Μακεδονία. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσίασε στο ΑΠΕ–ΜΠΕ ο Βύρων Κοτζαμάνης, από το 2009 έως το 2024 οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περισσότερο από 50% στην Κοζάνη, στα Γρεβενά και στη Φλώρινα. Οι τρεις περιοχές συγκαταλέγονται στους έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας με τη μεγαλύτερη πτώση.

Στην Καστοριά η μείωση ήταν μικρότερη, αλλά εξίσου σημαντική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι γεννήσεις περιορίστηκαν από 429 το 2009 σε 232 το 2024, καταγράφοντας πτώση 45,9%. Συνολικά στη Δυτική Μακεδονία οι γεννήσεις μειώθηκαν από 2.705 το 2009 σε 1.293 το 2024, δηλαδή κατά 52,2%.

Το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο της περιοχής αποτυπώνεται ακόμη καθαρότερα στα στοιχεία του 2024. Απέναντι στις 1.293 γεννήσεις καταγράφηκαν 3.359 θάνατοι, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 260 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Στα Γρεβενά καταγράφηκαν 113 γεννήσεις και 425 θάνατοι, στην Καστοριά 232 γεννήσεις και 586 θάνατοι, στην Κοζάνη 721 γεννήσεις και 1.745 θάνατοι και στη Φλώρινα 227 γεννήσεις και 603 θάνατοι.

Θένια Βασιλειάδουwww.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση