
Υπάρχουν στιγμές που η κοινωνία αποκαλύπτει τον πραγματικό της εαυτό. Μία από αυτές είναι όταν ένας γονιός χάνει το παιδί του. Σε αυτή την περίπτωση χωρά μόνο σεβασμός. Κι όμως, αυτές οι στιγμές συχνά μετατρέπονται σε θέαμα όπου υπάρχουν κάμερες, κοντινά πλάνα, αναπαραγωγή του πόνου, ακόμη και σχόλια για την εμφάνιση του πενθούντος.
Αυτό δεν αποτελεί ενημέρωση, αλλά αποτέλεσμα της «οικονομίας της προσοχής», όπου το περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα –ιδίως σοκ και θλίψη– διατηρεί τον θεατή περισσότερο στην είδηση και, άρα, αυξάνει την αξία του ως προϊόν.
Με αυτό τον τρόπο για την κακώς νοούμενη δημοσιογραφία, η εικόνα ενός γονιού που καταρρέει δεν είναι απλώς είδηση, αλλά μετατρέπεται σε μηχανισμό προσέλκυσης. Αυτό δημιουργεί μια σοβαρή ανισορροπία όπου ο θεατής καταναλώνει συναίσθημα, ενώ ο πενθών εκτίθεται.
Στις σπουδές των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας είναι γνωστό ότι ό,τι σοκάρει τραβά την προσοχή. Γι’ αυτό και ο πόνος συχνά μετατρέπεται σε περιεχόμενο. Ο άνθρωπος και η αξιοπρέπειά του υποχωρούν, καθώς από πρόσωπο μετατρέπεται σε εικόνα και, συχνά, σε αντικείμενο σχολιασμού. Αυτό συνιστά δευτερογενή βία.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μέσο, ιδιαίτερα σε στιγμές ακραίας ευαλωτότητας. Πρόκειται για μορφή βίας και απαιτείται αυστηροποίηση της νομοθεσίας απέναντι σε τέτοιες πρακτικές. Τα μέσα και οι πλατφόρμες επιβραβεύουν το σοκαριστικό, ενισχύουν την ένταση και μετατρέπουν το ανθρώπινο βίωμα σε προϊόν με στόχο την αύξηση της απήχησης και της παραφιλολογίας,που ούτως ή άλλως πλήττει την εποχή μας .
Στο επίκεντρο βρίσκονται γονείς που βιώνουν το πιο ακραίο τραύμα. Αυτό που από την αρχαιότητα θεωρείται ιερό, στις σύγχρονες συνθήκες μετατρέπεται σε προϊόν προς θέαση. Η δημόσια έκθεση των πενθούντων δεν ανακουφίζει,αντίθετα, επιβαρύνει τη διαδικασία του πένθους. Το ζήτημα αγγίζει θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ιδιωτικότητα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όμως τα όρια συχνά παραμένουν ασαφή.
Γι’ αυτό καθίσταται όλο και πιο αναγκαίο ένα σαφές πλαίσιο για απαγόρευση κοντινών ή ηδονοβλεπτικών πλάνων σε στιγμές κατάρρευσης, άμεση διακοπή ή μη μετάδοση τέτοιου υλικού, αυστηρή αποφυγή σχολιασμού της εμφάνισης και ουσιαστική προστασία των πενθούντων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο δημοσιογραφικός κώδικας δεοντολογίας ορίζει ότι τα μέσα δεν πρέπει να παρενοχλούν ή να καταγράφουν άτομα σε κατάσταση σοκ ή πένθους. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπονται επίμονες λήψεις σε γονείς τη στιγμή της κατάρρευσης, ούτε η μετάδοση υλικού χωρίς σαφή και συνειδητή συναίνεση.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν μας επιτρέπεται να βλέπουμε, αλλά αν έχουμε το δικαίωμα να μετατρέπουμε τον πόνο του άλλου σε περιεχόμενο. Και το όριο μιας κοινωνίας δεν φαίνεται από το πόσα αντέχει να δει, αλλά από το πού επιλέγει να σταματήσει.
Βάια Λαμπροπούλου






