Είναι φθινόπωρο του 1974. Μετά την πτώση της χούντας, κάνω την πρώτη μου αποστολή στο
εξωτερικό, ως πολιτικός συντάκτης της τότε πανίσχυρης «Αθηναϊκής». Και συγκεκριμένως στις
Ηνωμένες Πολιτείες. Αεροπορικώς ως την Νέα Υόρκη. Και εκείθεν με λεωφορείο προς Ουάσιγκτον.
Είναι Σάββατο. Ο καιρός είναι μεν αρκετά κρύος, αλλά αίθριος. Σχεδόν ηλιόλουστος. Μου έκανε δε
ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι, σε όλη την πολύωρη διαδρομή, σχεδόν όλα τα σπίτια, ιδίως οι
μονοκατοικίες με αυλή, είχαν υψωμένη την αμερικανική σημαία.
«Τι γιορτάζετε σήμερα και είστε τόσο σημαιοστολισμένοι;» ρώτησα τον Ελληνοαμερικανικό δικηγόρο,
φίλο του Ανδρέα Παπανδρέου, που με συνόδευε και ο όποιος θα με έφερνε σε επαφή με τα δυο
πρόσωπα, στην αμερικανική πρωτεύουσα, που μου είχε ζητήσει να δω «όπως δει και δήποτε» ο
Ανδρέας: Τον Ηλία Δημητρακόπουλο και τον Γιάννη Ρουμπάτη. Και η απάντηση του με εξέπληξε: «Δεν
υπάρχει κάποια ιδιαίτερη γιορτή, κάποια επέτειος, αν εννοείς κάτι τέτοιο. Συνηθίζεται απλώς, στα
ενδότερα της αμερικανικής υπαίθρου, να εκδηλώνουν οι άνθρωποι την αγάπη τους προς την πατρίδα,
υψώνοντας σημαίες το Σαββατοκύριακο».
Ας γυρίσουμε τώρα στην Ελλάδα του σήμερα. Παραμονή εθνικής επετείου, για την μεγαλειώδη
αντίσταση και νίκη του ελληνικού λάου κατά των φασιστών εισβολέων του Μουσολίνι. Βγαίνω στον
εξώστη να δω πόσοι γείτονες έχουν στολίσει τους δικούς τους εξώστες με την ελληνική σημαία. Σε έναν
δρόμο με δεκάδες σπίτια, μονοκατοικίες και διαμερίσματα, μέτρησα όλες και όλες μόνο τέσσερις
ελληνικές σημαίες. Σε ποσοστό, κάτι γύρω στο 2%.
Την ίδια ώρα, απέναντι, σε όποιες ιστοσελίδες και να μπεις, να δεις σκηνές από την τουρκική
καθημερινότητα, θα δεις, σχεδόν παντού, μπουκωμένη την εικόνα τους από τις κόκκινες σημαίες με το
μισοφέγγαρο. Με χαρακτηριστικότερη ίσως την εικόνα της περίφημης «σκεπαστής αγοράς» της
Κωνσταντινούπολης (Capali Tsarsi). Όχι μόνον επετειακώς, αλλά καθημερινώς.
Πατριδοκάπηλος δεν υπήρξα ποτέ μου και το γνωρίζουν οι αναγνώστες μου. Με θλίβει απλώς το ότι
είναι τόσοι πολλοί οι συμπατριώτες μας που ξεχνούν πόσο μεγάλος ήταν εκείνος ο αγώνας των
…ξυπόλητων, εναντίον των τεθωρακισμένων μεραρχιών, που είχαν μεν υπεροπλία, αλλά όπως λέει ο
Ελύτης στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο υπολοχαγό της Αλβανίας»: «Παππού δεν είχαν
από δρυ κι απ’ οργισμένον άνεμο».