Ερωτήματα για τη νέα διάρθρωση και αίτημα αναβάθμισης σε επίπεδο Διεύθυνσης
Στη Βουλή μεταφέρεται το ζήτημα της νέας διάρθρωσης της Γενικής Διεύθυνσης Ελέγχων, Ενισχύσεων και Πληρωμών (ΓΔΕΛΕΠ) της ΑΑΔΕ, με την οποία η Περιφερειακή Μονάδα Δυτικής Μακεδονίας υποβαθμίστηκε από επίπεδο Υποδιεύθυνσης σε Τμήμα, εξέλιξη που, όπως επισημαίνεται, συνιστά αρνητική διάκριση σε βάρος της περιοχής.
Την κοινοβουλευτική παρέμβαση καταθέτει ο Πάρις Κουκουλόπουλος, Αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής Κοζάνης του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για τη μοναδική περιφέρεια στη χώρα που υποβαθμίζεται, την ώρα που άλλες Περιφερειακές Μονάδες αναβαθμίστηκαν σε Διευθύνσεις Ελέγχων και Ενισχύσεων.
Στην παρέμβασή του αξιοποιείται η αναλυτική τεκμηρίωση του Παραρτήματος Δυτικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, το οποίο εκφράζει τον προβληματισμό και τη διαφωνία του με τη συγκεκριμένη απόφαση, καταθέτοντας συγκεκριμένα επιχειρήματα ως προς τις λειτουργικές και διοικητικές επιπτώσεις της.
Όπως επισημαίνεται, η μετατροπή της οργανικής μονάδας σε χαμηλότερο ιεραρχικό επίπεδο πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένων επιχειρησιακών απαιτήσεων, λόγω της μεταφοράς κρίσιμων αρμοδιοτήτων ελέγχου και πληρωμών κοινοτικών ενισχύσεων στην ΑΑΔΕ, γεγονός που εντείνει τις ανάγκες για ισχυρές διοικητικές δομές και επαρκή συντονισμό.
Σύμφωνα με την τεκμηρίωση, η μείωση του επιπέδου διοικητικής ευθύνης, ενώ το αντικείμενο εργασίας αυξάνεται, δημιουργεί αμφιβολίες για την επάρκεια της οργανωτικής δομής, ενώ ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την αποτελεσματικότητα, τη συνέπεια και την αξιοπιστία των διαδικασιών ελέγχου και πληρωμών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ζήτημα του διοικητικού κόστους, με την επισήμανση ότι η επιλογή περιορισμού των θέσεων ευθύνης μπορεί να εμφανίζεται ως δημοσιονομικά ωφέλιμη βραχυπρόθεσμα, ωστόσο δεν συνοδεύεται από εκτίμηση του συνολικού λειτουργικού κόστους σε βάθος χρόνου. Αντίθετα, ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο καθυστερήσεων, ελλιπούς ελεγκτικής κάλυψης και δημοσιονομικών επιπτώσεων.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται η αναντιστοιχία της απόφασης με τα χαρακτηριστικά της περιοχής, καθώς ο πρωτογενής τομέας στη Δυτική Μακεδονία παρουσιάζει σημαντική βαρύτητα, τόσο ως προς την απασχόληση όσο και ως προς τη συμβολή του στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία, γεγονός που, όπως σημειώνεται, δεν δικαιολογεί την υποβάθμιση της διοικητικής δομής.
Σημειώνεται ακόμη ότι η κατάργηση του ενδιάμεσου επιπέδου Υποδιεύθυνσης αποδυναμώνει τη διοικητική λειτουργία και δυσχεραίνει την εξυπηρέτηση και την επικοινωνία με τους παραγωγούς, ενώ αυξάνει το λειτουργικό κόστος για τους ίδιους, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που απαιτούνται μετακινήσεις για τη διεκπεραίωση υποθέσεων.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι δημιουργείται αυξημένη διοικητική επιβάρυνση στην Περιφερειακή Διεύθυνση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, καθώς ένας Διευθυντής καλείται να εποπτεύσει μεγάλο αριθμό νομών, γεγονός που επηρεάζει τον συντονισμό και την ταχύτητα λήψης αποφάσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της στελέχωσης, καθώς η υποβάθμιση της δομής δημιουργεί αντικίνητρα για την προσέλκυση και παραμονή εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, με άμεσες συνέπειες στη λειτουργική επάρκεια των υπηρεσιών.
Τέλος, γίνεται αναφορά στη σύνδεση της απόφασης με τη Ρήτρα Δίκαιης Μετάβασης, με την επισήμανση ότι σε μια περιοχή που βρίσκεται σε φάση απολιγνιτοποίησης θα έπρεπε να λαμβάνονται κατά προτεραιότητα μέτρα ενίσχυσης και όχι διοικητικής αποδυνάμωσης.
Με την ερώτησή του προς τον αρμόδιο Υπουργό, ο Πάρις Κουκουλόπουλος ζητά να διευκρινιστούν οι λόγοι της υποβάθμισης, να εξεταστεί η αναβάθμιση της δομής σε επίπεδο Διεύθυνσης, καθώς και να παρουσιαστεί συγκεκριμένος σχεδιασμός για τη στελέχωση, την ενίσχυση και την επιχειρησιακή λειτουργία της Περιφερειακής Μονάδας Δυτικής Μακεδονίας.






