Ο οδικός άξονας μπροστά σε έργα, περιορισμούς και ενδεχόμενο κλείσιμο σηράγγων
Η απαγόρευση διέλευσης επικίνδυνων φορτίων (ιατρικά οξυγόνα, καύσιμα κ.α.) από τις σήραγγες της Εγνατίας Οδού δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι μια απόφαση που επηρεάζει άμεσα την τροφοδοσία, τη βιομηχανία και τη λειτουργία της Βόρειας Ελλάδας. Η ασφάλεια αποτελεί προτεραιότητα και κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει. Όμως όταν 140 μετακινήσεις ημερησίως μπαίνουν στον πάγο, το ζήτημα παύει να είναι θεωρητικό και γίνεται οικονομικό και κοινωνικό.
Η κυβέρνηση μιλά για πιστοποιήσεις και τεχνικές παρεμβάσεις, ακόμη και για ενδεχόμενη μονοδρόμηση ή κλείσιμο σηράγγων κατά τη διάρκεια έργων. Το ερώτημα όμως παραμένει σαφές: υπάρχει μεταβατική λύση μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες ή η Εγνατία θα λειτουργεί με περιορισμούς αορίστου χρόνου; Σε μια περιφέρεια που ήδη δοκιμάζεται από τη μετάβαση, η αβεβαιότητα δεν μπορεί να είναι η μόνιμη απάντηση.

Στην τεχνική και νομική διάσταση της απαγόρευσης διέλευσης οχημάτων με επικίνδυνα φορτία από τμήματα της Εγνατίας Οδού εστίασε ο υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Νίκος Ταχιάος, απαντώντας στη Βουλή σε επίκαιρη ερώτηση για το ζήτημα που απασχολεί επαγγελματίες της Βόρειας Ελλάδας. Το θέμα ανέδειξε ο «Χ» από τις 2 Ιανουαρίου, μετά τις διαμαρτυρίες των οδηγών βυτιοφόρων για την απαγόρευσή κυκλοφορίας αλλά και πριν λίγες μέρες όταν το Σωματείο Εργαζομένων ΕΚΑΒ Δυτικής Μακεδονίας, επισήμανε πως υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην κυκλοφορία των ασθενοφόρων λόγω μονοδρόμησης των σηράγγων.
Ο υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι το θέμα δεν αφορά μια μεμονωμένη απόφαση, αλλά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού και εθνικού πλαισίου για την ασφάλεια των σηράγγων. Όπως ανέφερε, στην Εγνατία Οδό υπάρχουν 69 σήραγγες άνω των 500 μέτρων, οι οποίες για να επιτρέπουν τη διέλευση οχημάτων με επικίνδυνα φορτία πρέπει να έχουν πιστοποιηθεί σε συγκεκριμένη κατηγορία, σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα 230 του 2007 που ενσωματώνει σχετική ευρωπαϊκή οδηγία.
Κατά τον ίδιο, η κανονική διέλευση επικίνδυνων φορτίων από τις σήραγγες δεν επιτρεπόταν και στο παρελθόν αλλά τα βυτιοφόρα κυκλοφορούσαν κανονικά στο τμήμα της Ηπείρου «κατά παράβαση της νομοθεσίας γιατί δεν υπήρχε αστυνομικός έλεγχος» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Για το τμήμα Πολύμυλος Βέροια υπήρχε κατ’ εξαίρεση ρύθμιση από αστυνομική αρχή, χωρίς, όπως είπε, σαφή νομοθετική βάση.
Επισήμανε ότι η ευθύνη για την ασφάλεια σε περίπτωση ατυχήματος είναι κρίσιμη και υπενθύμισε περιστατικό πυρκαγιάς φορτηγού μέσα σε σήραγγα στα Γρεβενά, υπογραμμίζοντας ότι «η φωτιά είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος».
Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις στην οικονομία, ο κ. Ταχιάος αναγνώρισε ότι πρόκειται για σοβαρό ζήτημα για τη Βόρεια Ελλάδα και γνωστοποίησε ότι έχει προηγηθεί συνάντηση στο Υπουργείο με μεταφορείς, τον παραχωρησιούχο και μελετητές, με στόχο την αναζήτηση μέτρων άμβλυνσης που θα μπορούσαν να επιτρέψουν υπό όρους τη διέλευση επικίνδυνων φορτίων.
Ωστόσο, περιέγραψε σημαντικές τεχνικές δυσκολίες στο όλο εγχείρημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, πραγματοποιούνται περίπου 140 μετακινήσεις ημερησίως με επικίνδυνα φορτία. Αν αυτές επιχειρούνταν συγκεντρωμένα, με τις απαιτούμενες αποστάσεις ασφαλείας, θα απαιτούνταν κλείσιμο της Εγνατίας για τουλάχιστον τρεις ώρες, προκειμένου να περάσουν τα οχήματα με ελεγχόμενο τρόπο. Την ίδια ώρα, δεν υπάρχει επαρκές παράπλευρο οδικό δίκτυο, ιδίως στην περιοχή της Πίνδου, που να μπορεί να απορροφήσει την υπόλοιπη κυκλοφορία σε περίπτωση τέτοιου αποκλεισμού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά του υφυπουργού στο ενδεχόμενο μονοδρόμησης σηράγγων. Όπως σημείωσε, στο πλαίσιο των μελετών εξετάζεται πώς θα μπορούσε να κλείνει η μία σήραγγα και η κυκλοφορία να διεξάγεται αμφιδρόμως από την παράλληλη, ώστε να αποφεύγεται πλήρης αποκλεισμός του άξονα. Η λύση αυτή συνδέεται με τις παρεμβάσεις που απαιτούνται για την πιστοποίηση, οι οποίες περιλαμβάνουν σημαντικές κατασκευαστικές εργασίες και εγκατάσταση συστημάτων πυροπροστασίας μέσα στις σήραγγες.
Με βάση τα όσα ανέφερε, το ενδεχόμενο κλεισίματος σηράγγων δεν αποκλείεται, ιδίως κατά τη διάρκεια των απαραίτητων εργασιών για την αναβάθμιση και πιστοποίηση. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, είναι εάν θα υπάρξει μεταβατικό καθεστώς που θα επιτρέπει ελεγχόμενη διέλευση επικίνδυνων φορτίων ή αν η απαγόρευση θα παραμείνει σε ισχύ έως ότου ολοκληρωθούν πλήρως οι τεχνικές παρεμβάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η τοποθέτηση του υφυπουργού κατέστησε σαφές ότι το Υπουργείο αντιμετωπίζει το θέμα πρωτίστως ως ζήτημα ασφάλειας και νομικής συμμόρφωσης και όχι ως απλή κυκλοφοριακή ρύθμιση. Για τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, οι επόμενες αποφάσεις θα καθορίσουν εάν θα υπάρξει λειτουργική λύση στο μεσοδιάστημα ή αν η περιοχή θα συνεχίσει να λειτουργεί με περιορισμούς σε έναν από τους βασικότερους οδικούς της άξονες.
Υπενθυμίζουμε, πως τα κυκλοφοριακά μέτρα που έχουν τεθεί σε ισχύ και προβλέπουν μονοδρομήσεις στις σήραγγες, θα συνεχιστούν για τουλάχιστον άλλους τρεις μήνες.
Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr









