Τα Ιμπουρουραφεία τ’ς Κουζάν’ τ’ς τ’ν μπιρίουδου 1930-1980

Χρόνος Κοζάνης
11 Min Read
Στ' φουτουγραφία φαίνουντι γύρου στα 35 μέλη του "Σουματείου Ιμπουρουραφτών" κι πρέπ' να είνι στα ιγκαίνια του Συνεταιρισμού Εμποροραπτών - Ραπτών Κοζάνης. Ου Τσανίδης ου Γιώρ'ς φαίνιτι τιλιφταίους αριστιρά.

Συνιχίζουντας τ’ν καταγραφή κι τ’ν ιστουρία του κάθι «Ιμπουρουραφείου» που ήταν πουλλά ικείν’ τ’ν ιπουχή, σ’ αυτό του δημουσίεβμα τ’ αναφιρθούμι στου ατουμικό «Ραφείου ΤΣΑΝΙΔΗ ΓΙΩΡΓΟΥ του ΝΙΚΟΛΑΟΥ» που γιννήθ’κιν του 1929 στου μ’κρό χουριό του «ΚΗΠΑΡΙ ΑΝΘΟΤΟΥΠΟΥ ΚΟΥΖΑΝΗΣ» μιτά απ’ τ’ «ΑΛΟΥΝΑΚΙΑ». Προυέρχουνταν απού αγρουτική οικουγένεια με γονείς τον «ΤΣΑΝΙΔΗ ΝΙΚΟΥ του ΚΩΝ/ΝΟΥ κι την ΤΣΑΝΙΔΟΥ ΠΑΡΘΕΝΑ» του γέννους «ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ» μη καταγουγή απ’ τ’ «ΑΛΟΥΝΑΚΙΑ». Οι γονείς τ’ είχαν απουχτήσ’ πέντι πιδιά, δυό αγόρια κι τρία κουρίτσια κι απουκαταστάθ’καν όλα κoινουνικά.

Ου «ΤΣΑΝΙΔΗΣ ου ΓΙΩΡΣ’» τρίτους στ’ σειρά απ’ τα πιδιά σ’ ηλικία δικάξ’ χρουνών αφού τιλείουσιν του Δημουτικό πίριν ν’ απόφασ’ κι ανέφ’κιν σ’ Κουζάν’ για να μαθ’ τ’ν τέχν’ τ’ ράφτ’. Ου Γιώρσ’ ήταν ανήσυχου άτουμου, υπεύθυνου, ιργατικό κ’ ιπειδή ήθιλιν να ξυφύγ’ απ’ του χουριό κι να ιξασφαλίσ’ του μέλλουν του, έκαμιν μια έριβνα σ’ν αγουρά τ’ς Κουζάν’τ’ς στα πουλλά «Ιμπουρουραφεία» που ήταν ιτότι κι κατέληξιν στου «Ραφείου» τ’ «ΚΟΜΠΟΥ  τ’ ΘΟΥΜΑ κι τ’ ΔΙΑΦΑ» σ’ν ουδό Ξ. Τριανταφυλίδη κουντά στουν «Γιουργικό Συν/σμό».

Απ’ του 1946 μέχρι του 1948 ου Γιωρ’ς μαθήτιφ’σιν σ’ αυτό του ραφείου, μαζί μη άλλα τσιράκια κι χάριν του ενδιαφέρον κι τ’ν διξιουτιχνία τ’ «έπιαναν πουλλή τα χέρια τ’» μπίκιν στέχν’ κι μέσα σι δυό χρόνια έμαθιν πουλλά μυστικά τ’ς τέχνης.

Του 1948 ου αγαπητός μας «ΤΣΑΝΙΔΗΣ», ανήσυχους που ήταν σκώθ’κιν κι έφυγιν σ’ν «ΑΘΗΝΑ» κ’ έμινιν σ’ν αδιλφή τ’ «ΕΛΕΝ’» που ήταν παντριμέν’ ικεί. Ου Γιώρ’ς μέχρι του 1951 δούλιψιν σι ραφτάθ’κου τ’ς «ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ» που ήταν τρανό «Ιμπουρουραφείου», είχιν τρανή πιλατεία κι απασχουλούσιν κι κάμπουσου έμπειρου προυσουπικό για να μπουρούν τ’ αφεντικά ν’ ανταπουκρίνουντι έγκαιρα στ’ς παραγγελίες. Τ’ μετακίνησ’ αυτή σ’ν Αθήνα, νέφκιασιν ου Γιώρ’ς, για να ιξιλιχτεί ακόμα παραπάν’, να μάθ’ όλα τα μυστικά τ’ς τέχνης κι κυρίους του κουμμάτ’ τ’ς «ΚΟΥΠΤΙΚΗΣ – ΡΑΠΤΙΚΗΣ» αφού απού κι ξικινούσιν του στείσιμου του κάθι ρούχου. Ακόμα μάθινιν κάθι νέα τεχνική κι ιξέληξ’ που είχιν’ η «ΜΟΔΑ» ικείν’ τ’ν ιπουχή σ’ν Αθήνα. Ου Γιώρ’ς απ’ του Ραφτάθ’κου τ’ς Ν. ΙΩΝΙΑΣ έφυγιν ικανουποιημένους, ώριμους, ουλουκληρουμένους κι έτοιμους ν’ αναλάβ’ οποιαδήπουτι παραγγιλία για να τ’φέρ’ σε πέρας.

Του 1951 ου «Γιώρ’ς» έφυγιν για φαντάρους κ’ υπηρέτισιν μέχρι του 1953. Στ’ μουνάδα που υπηριτούσιν είχιν του χρόνου κι διαμόρφουσιν του χώρου κι ασχολούνταν πάλι μη του ράψιμου, ιπιδιουρθώνουντας τα ρούχα των στρατιωτών.

Όταν τιλείουσιν τ’ θητεία τ’ ου «ΤΣΑΝΙΔΗΣ ου ΓΙΩΡ’Σ» γύρ’σιν πίσου σ’ν Κουζάν’ κι του 1954 άν’ξιν του θ’κό τ’ του «ΡΑΦΤΑΘ’ΚΟΥ» στου κέντρου τ’ς αγουράς τ’ς πόλης μας, στ’ν ουδό «Μακεδονομάχων».

Του μαγαζί ήταν ιδιοκτησίας απ’ τ’ αδέλφια «ΚΑΡΑΠΑΤΣΙΟΥ». Δίπλα ήταν του ζαχαρουπλαστείου τ’ «ΚΡΙΝΟΥ» κι του κουρείου τ’ Ζαχαρία Ζαφειράκη, που μιτέπειτα του δούλιψιν ου Αντών’ς ου Μπόζους. Παραδίπλα ήταν του καφινείου τ’ Νίκου τ’ Λαβαντσιώτ’ άτουμου κουντό αλλά σβέλτου, που μουναχός τ’ ιξυπηριτούσιν τ’ς πιλάτεις του μαγαζιού κι μοίραζιν καφέδες κι τσίπουρα στα γύρου μαγαζιά. Απέναντι απ’ του «Ραφείου» ήταν ου «Θουμάς ου Κουρέλλας» που μόνιμα έκουβιν τ’ς «Μπουγάτσεις» στ’ βιτρίνα απ’ του μαγαζίτ’.

Λόγω τ’ς τρανής τ’ς δ’λειάς που είχιν’ του «Ραφείου» μη του ξικίνημα ακόμα, αφού οι συγχωριανοί εκτιμούσαν κι στήριξαν τ’ αφεντικό, ου «Γιώρ’ς» αναγκάσκιν κι πίριν δυό έμπειρους υπαλλήλους, τουν Σάββα κι τουν Κώτσιου προυκειμένου να είνι συνεπής τ’ αφεντικό στ’ς παραγγιλίεις των πελατών. Ου δυό νέοι έκατσαν κι έμαθαν στοιχεία απ’ τέχ’ν, αλλά σκόθ’καν κ’ έφυγαν στ’ Γερμανία.

Την θέσ’ των υπαλλήλων αναπλήρουσιν επάξια η γυναίκα τ’ Γιώρ’ η «ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΑΝΙΔΟΥ» του γέννους «ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ» μη καταγουγή απ’ τουν Νέου Καύκασου Φλώρινας. Η Βαγγιλιώ εργατικό, θετικό κι άξιου άτουμου ανέλαβιν όλες τ’ς βοηθητικές δ’λειές που δεν ήταν κι λίγεις για κάθι κουμμάτ’, που ήταν τα τρυπώματα, τα καρικώματα, τα σιδηρώματα κι άλλες μικρουδλιές που χράζουνταν.

Στ’ φουτουγραφία είναι του ζιβγάρ’ Τσανίδη ου Γιώρ’ς κι η Βαγγιλιώ, στου μπάγγου του μαγαζιού. Στου ίδιου μαγαζί ου Γιώρ’ς χουρίς ν’αχρειασθεί ν’ αλλάξ’ τόπου, γιατί ήταν στου κέντρου τ’ς αγουράς τ’ς Κουζάν’τ’ς, απέρασιν τ’ν ιπαγγιλματική τ’ σταδιουδρουμία για 35 χρόνια μέχρι την συνταξιουδότησή του. 
Του ζεύγος στ’ φουτουγραφία είνι ήριμο, ικανοποιημένο από την πορεία της ζωής και χαμογελαστό.

Ου χώρους του μαγαζιού είχιν δυό τρανούς μπάγκους που χράζουνταν να κόβ’ τα υφάσματα ου «Γιώρ’ς», τ’ ραπτουμηχανή του βασικού ιργαλείου για του «Ραφείου», του σίδηρου, ινώ ου πλαϊνός τοίχους είχιν ράφια που ήταν γιουμάτα μη τόπια απού υφάσματα, κασμίρια 3Α για γαμπράτ’κα κουστούμια, για καθημιρνά σακάκια, παντιλόνια, γιλέκα κι παλτά ακόμα χουντρά που προυστατεύουνταν οι πελάτες απ’ τουν βαρύ Χειμώνα. 

Ου πελάτης διάλιγιν ιτότι απ’ τα υφάσματα που είχιν του ραφείου για κάθε ρούχου που ήθιλιν να ράψ’ κι δεν χράζουνταν να πααίν’ στου Ιμπουρικό κατάστημα.  Ένα τρανό τόπ’ είχιν ‘τ’ “μάλτα». Η μάλτα ήταν ου προάγγιλους του «ΤΖΗΝ», ύφασμα ανθεκτικό για παντελόνια που τα φορούσαν ιργάτες κι αγρότεις. Το ύφασμα το έπλινιν πριν του ράψ’ γιατί συνήθως μη του πλήσιμου μάζουνιν.

Όλα σχιδόν τα ραφεία ιτότι έραβαν κι «Στρατιουτικές Στουλές» γιατί υπήρχιν του Β’ Σώμα Στρατού, είχιν πουλλούς Αξιουματικούς που έραβαν τ’ς στολές τους στα ραφεία τ’ς Κουζάν’τ’ς, ήταν σταθεροί πελάτες κι καλουπληρουτές – δεν άφ’ναν «βιρισέδια» που είνι η τρανή πληγή για κάθε ιπιχείρησ’. 

Ου χώρους μπρουστά στ’ν είσουδου απ’ του κατάστημα είχιν πέντι καρέκλεις για τ’ς πελάτες που έρχουνταν στου ραφείου για δ’λειά, αλλά κι για τους φίλους τ’ «Γιώρ’» που μαζώνουνταν κάθι απόγιβμα για παρέα κι για μασλάτια. Υπίρχιν ακόμα ου στινόμακρους «καθρέφ’τ’ς» που ήταν απαραίτητους για τουν ράφτ’, όταν έκαμιν πρόβεις τ’ς πελάτες.

Η ουδός «Μακεδονομάχων» που ήταν του ραφείου είχιν τρανή κίνησ’ ικείν’ τ’ν ιπουχή, γιατί εκεί στιγάζουνταν όλα τα πρακτουρεία του ΚΤΕΛ που διακινούσαν τουν κόσμου τ’ς Σαλουνίκ’ς κι τ’ς Αθήνας. Αυτό είχιν σαν θετική συνέπεια να λειτουργούν πουλλά μαγαζιά «Εστίασης», «Ιμπουρουραφεία» κι άλλα ιμπουρικά καταστήματα με απουτέλισμα να είνι ου πιο εμπορικός δρόμος τ’ς πόλης μας.

Ου «Συναδιλφους τ’ ου Γιάνν’τ’ς ου Τσικριτζής» ένα σημαντικό κουμμάτ’ τ’ς ζουής τ’, του αφιέρωρουσιν σ’ν ουργάνουσ’ των «Επαγγελματοβιοτεχνών» τ’ς Κουζάν’τ’ς, οι οποίοι αν κ’ είχαν τρανή παράδουσ’ μη τα «ισνάφια», μιτά τουν πόλιμο ήταν σχεδόν διαλυμέν’ κι έπριπι ν’ αναδιοργανωθούν. Το ΕΒΕ Κοζάνης γνωστό κι ως Περιφερειακό Επιμελητήριου τ’ς Κουζάν’ τ’ς, ιδρύθ’κιν το 1918 κι ήταν απ’ τα πρώτα Επιμελητήρια τ’ς χώρας μαζί μ’ εκείνο τ’ς Αθήνας. Οι ραφτάδες ένα απ’ τα δυναμικότηρα Επαγγελματικά Σουματεία τ’ς πόλης, ίδρυσαν του 1963 τουν «Επιτυχημένο Συνεταιρισμό Εμποροραπτών – Ραπτών Κοζάνης» με Πρόεδρο τουν «Γιάνν’ τουν Τσικριτζή» μη βασικό στόχου να παραμερίσουν τους μεσάζοντες κι να πιτυχέν’ καλύτηρεις τιμές σ’ν αγουρά των υφασμάτων. Στ’ φουτουγραφία που έφιριν η κόρη του «Σοφία Τσανίδου» που μας βοήθησε πολλή με τις πληροφορίες της για την ολοκλήρωση της ιστορικής επαγγελματικής πορείας του πατέρα της «Γιώργο Τσανίδη» είνι βγαλμέν’ όξου απ’ τουν «Συνεταιρισμό» που φαίνιτι να είνι τα εγκαίνια του «Συνεταρισμού» επειδή είνι συγκιντρουμέν’ γύρου στα σαράντα άτουμα άντρες – γυναίκες. Ου «Τσανίδης ου Γιώρ’ς» όπους φαίνιτι στ’ φουτουγραφία, είνι τιλιφταίους απ’ τ’ αριστιρά, συμμετύχιν ενεργά σ’ όλες τ’ς κινήσεις που έκαμιν του «Σουματίου Εμπουρουραπτών Κοζάνης» αφού ήταν για την βελτίωση των οικονομικών απολαβών κι τουν συνθηκών εγρασίας των μελών.

Ου «Τσανίδης ου Γιώρ’ς» ήταν άτουμου κοινουνικό, εργατικό, θετικό, επικοινουνιακό κ’ ιβγενικό, αποσπόντας έτσι την εκτίμηση κι τ’ν εμπιστοσύν’ όλων των κοντοχωριανών, ώστε πολλοί απ’ αυτούς τον εμπιστεύουνταν την κηδεμονία των παιδιών τους κατά την σχολική περίοδο που φοιτούσαν στο «Βαλταδώρειο Γυμνάσιο». Έτσι εμπιστεύονταν στον «Τσανίδη το ράφτη» οι γονείς την κηδεμονία κι έλενχο των παιδιών τους, αφού οι ίδιοι δεν είχαν την δυνατότητα λόγω της απόσταση και των αγροτικών εργασιών να καλύψουν την απαραίτητη αυτή υποχρέωση, απέναντι στα παιδιά τους. Οι σχέσεις όμως των μαθητών δεν τελείωσαν με τις σπουδές στο Γυμνάσιο, αυτές συνεχίστηκαν και όταν τα ίδια άτουμα γίν’γκαν φοιτητές κι αργότηρα Δικηγόρ’, Γιατροί, Καθηγητές κι Πουλιτικοί Μηχανικοί κι «συνάμα» πελάτες μόνιμοι στου «Ραφτάθ’κου τ’ Γιώρ’ Τσανίδη».

Η Κοινουνικότητα κ’ ιβγένια του «Γιώργου» είνι έντουνα απουτυπουμέν’ στου γιλαστό πρόσωπό του.

Ου «Τσανίδης» τα 35 χρόνια της δουλειάς του άσκησε το επάγελμά του στον ίδιο χώρο, χωρίς ν’ αλλάξ’ μαγαζί, μέχρι που συνταξιουδουτίθ’κιν του 1989, υπηριτούντας με συνέπεια κι μιράκ’ ν’ τέχν’ τ’ ράφτ’.

Ου Γιώρ’ς κι η Βαγγιλιώ απόχ’τσαν ένα πιδί, τουν «ΝΙΚΟΥ» που εργάζεται στ’ Περιφέρεια στ’ Διεύθυνσ’ Γεωργίας, ενώ η κόρη η «ΣΟΦΙΑ» είνι Συνταξιούχα τ’ς Εθνικής Τράπεζας κι προυσπαθεί να κινείται δημιουργικά τ’ς ελεύθερες ώρες.

Οι γονείς ου «Γιώρ’ς κι η Βαγγιλιώ» φρόν’τσαν όχ’ μούγκι για τ’ μόρφουσ’ των παιδιών τους κι κοινουνική απουκατάστασ’, αλλά και για τ’ν οικουνουμική.

Χάρισαν ακόμα στα πιδιά τους κι τα σημαντικότηρα στοιχεία για την καλή πορεία στη ζωή τους, την κοινουνικότητα, την ηρεμία, το χαμόγελο και την φιλία.

Σάκης Παγκαρλιώτας

Απ’ τα Κατσ’κάθ’κα

Μοιραστείτε την είδηση