Toy Stor (i) es της Κοζάνης…

18 Min Read

Γράφει ο Μιχάλης Βαρέκας 

Κάθε άνθρωπος αναπτύσσει τις δικές του μεθόδους για την επίτευξη αποφόρτισης και ηρεμίας. Προσωπικά μου αρέσει να περπατώ ακούγοντας μουσική, ή να διαβάζω κάτι, ή απλά να κάθομαι με έναν καφέ στο μπαλκόνι κοιτώντας τον ορίζοντα. Και καμιά φορά απομονώνομαι σε μια γωνιά, κατεβάζω ένα αγαπημένο μου πολύ παλιό μου παιχνίδι, το πειρατικό μου καράβι, και ξεκινώ τον καθαρισμό του και την τακτοποίηση της κάθε φιγούρας του στο πόστο της με μία σειρά που θυμίζει τελετουργία: Θα βγει το πλήρωμα, τα βαρέλια, τα κανόνια, τα όπλα, το σεντούκι του θησαυρού. Θα καθαριστούν με πανί προσεκτικά, από τη σκόνη, το κήτος του πλοίου μαζί με το αμπάρι, την πλώρη και την πρύμη. Θα απομακρυνθούν οι ιστοί των αραχνών από τα κατάρτια, τα σχοινιά και τα πανιά. Και μετά θα ξεκινήσει η τοποθέτηση. Ειδικά για τις φιγούρες, το άγγιγμα δεν είναι απλός καθαρισμός αλλά και χαιρετισμός καθώς αφού τις καθαρίσω μία μία απαλά, θα κρατήσω τον κάθε χαρακτήρα στο χέρι και θα τον χαϊδέψω απαλά με τα δάχτυλα κοιτώντας τον. 

Τα παιχνίδια… τα ¨ιερά¨ των παιδιών!

Λένε ότι έχουν βρεθεί παιχνίδια ήδη από τη νεολιθική εποχή. Φιγούρες ανθρώπινες και ζώων. Μάλιστα, σε έναν Αιγυπτιακό τάφο βρέθηκε ένα πανέμορφο παιχνίδι: μία φιγούρα μιας σκλάβας που στηρίζεται στα γόνατα και στα χέρια της με τα οποία φαίνεται να πιέζει μία ζύμη. Ακουμπώντας την απαλά ξεκινά να κινείται μπρος και πίσω σαν να ζυμώνει! 

Κάποτε στο μάθημα για την παρουσία του 12ετούς Χριστού στο Ναό, ένας μαθητής με ρώτησε εάν ο Χριστός ως παιδί έπαιζε με παιχνίδια. Σάστισα… Τότε μου ήρθε στη θύμηση μία ¨παιδική¨ διήγηση: Όταν ο Χριστός ήταν παιδί έφτιαχνε με το ξύλο που περίσσευε από τον Ιωσήφ φιγούρες από ζώα και πουλιά. Τα έβαζε στη σειρά κάτω από τον ήλιο. Ένα άλλο παιδί έτυχε να περνά από κει. Ζήλεια και φθόνο γέμισε η ψυχή του καθώς είδε τον μικρό Χριστό να παίζει και να τα τοποθετεί, και όρμησε να κλοτσήσει και να τσαλαπατήσει τις μικρές φιγούρες. Ο μικρός Ιησούς αντιλήφθηκε τον κίνδυνο. Σήκωσε τα χέρια του και στραμμένος προς τα παιχνίδια του τα έγνεψε με ήχους να φύγουν, να σωθούν! Και αυτά αμέσως ζωντάνεψαν, φτερούγισαν και έτρεξαν μακριά!!! Για τον Δημιουργό τα πάντα έχουν την αξία τους! Ακόμη και αυτά τα άψυχα ταπεινά παιχνίδια…

Μετά η μνήμη μου πάει στον πατέρα μου, σε μια από τις λίγες τρυφερές διηγήσεις του: 

Μικρός, στην μετεμφυλιακή Κοζάνη. Εκεί που στέκει Ο Άγιος Νικόλαος και το καμπαναριό του, ο Μαμάτσιος, ήταν και μαγαζιά – μπορεί και πάγκοι- με παιχνίδια. Πολλές φορές τον θυμάμαι να λέει με παράπονο και κάπως επικριτικά: «Εμείς δεν είχαμε αυτά που έχετε εσείς… παιχνίδια. Δεν μπορούσαν οι γονείς μας να μας πάρουνε. Μόνοι μας τα φτιάχναμε. Μια ρόδα χωρίς ακτίνες που σπρώχναμε με ένα γάντζο. Ή μια μπάλα που φτιάχναμε από κουρέλια και παίζαμε ποδόσφαιρο». 

Που να αγοράσεις μια κανονική μπάλα τότε. Σαν αυτή που φαίνεται ότι μαγνήτισε το βλέμμα του –τότε- μικρού πατέρα μου στη βιτρίνα. Καθόταν με τα μπαλωμένα ρούχα του, την κοιτούσε και την ονειρευόταν. Αυτό που τον ¨ξύπνησε¨ ήταν η φωνή και η ερώτηση ενός άνδρα. 

-Τι κοιτάζεις μικρέ;

Ήταν ένας αξιωματικός. Από αυτούς που είχε αρκετούς τότε η Κοζάνη στα στρατόπεδα της. Ο πατέρας μου του έδειξε την μπάλα. Ο αξιωματικός έριξε ένα βλέμμα στο αντικείμενο και στη συνέχεια στη φιγούρα του παιδιού. Αφού κοντοστάθηκε για λίγο του είπε να περιμένει. Μπήκε μέσα στο μαγαζί και βγήκε από αυτό κρατώντας την! Είναι από τις πολύ λίγες φορές που είδα τα μάτια του πατέρα μου να αστράφτουν όταν μιλούσε για τα παλιά καθώς θυμάται να φεύγει ¨σφαίρα¨ με το αντικείμενο του πόθου του για να πάει στη γειτονιά να τη δείξει στα παιδιά!

Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο άνθρωπος; Τι να απέγινε; Δεν μάθαμε ποτέ. Δύσκολο να είναι στη ζωή τώρα. Εύχομαι από καρδιάς ο Χριστός, που έφτιαξε και έσωσε τα παιδικά παιχνίδια του, να τον συντροφεύει είτε στη ζωή εδώ είτε πάνω… 

Μπορεί να ήταν αυτή ακριβώς η ¨στέρηση¨ του πατέρα μου που τον έκανε να είναι ιδιαίτερα γενναιόδωρος -εως σπάταλος- στην αγορά παιχνιδιών για μένα. Και η αγορά της Κοζάνης τη δεκαετία του ’80 ενθάρρυνε και ενίσχυε εκείνη τη γενναιοδωρία με το πλήθος και την ποιότητα των καταστημάτων παιχνιδιών που υπήρχαν. 

Έτσι, κοντά στο μαγαζί μας, στην οδο Παγούνη που ενώνει τη Μακεδονομάχων με την Μ. Αλεξάνδρου, υπήρχε το μαγαζί του Ευριπίδη Τσόπτσια. Από εκεί, έλεγε η μάνα μου, ότι αγόρασαν το βρεφικό καρότσι μου. Με ενσωματωμένη ομπρέλα που άνοιγε για να προστατεύει το μωρό. Καινοτόμο στη σχεδίαση για τότε, αλλά σκληρό, ¨σπαρτιατικό¨ και μάλλον ¨απαράδεκτο¨ σήμερα. Σ’αυτό όμως μεγάλωσα και σαν περπάτησα, θυμάμαι να στέκομαι στη βιτρίνα του μαγαζιού και να χαζεύω το στήσιμο των παιχνιδιών εκεί. Κάποτε μάλιστα ο ιδιοκτήτης έβαλε ένα φτιαχτό υπόστρωμα: Δυο λόφοι ο ένας απέναντι στον άλλο με ένα σχέδιο ποταμιού να τους χωρίζει. Και πάνω τους τα κάστρα των Βίκινγκ από τη μία και των Βάρβαρων από την άλλη. Με τα τείχη, τους καταπέλτες και τους στρατιώτες έτοιμους να χιμήξουν. Και στο ρυάκι στη μέση ένας δράκος. Ήταν το διάσημο ¨Κάστρα και πολιορκητές¨! Το απέκτησα φυσικά… 

Λίγο πιο πέρα, στη Μ Αλεξάνδρου, απέναντι από τα παλιά ΚΤΕΛ, ήταν ένα γωνιακό μαγαζί κάποιου Τσόγκα ή της γυναίκας του θαρρώ… Συχνά περνούσαμε και αγοράζαμε ¨κολλητήρια¨ με τα Στρουμφ, τον Ντοναλντ και τον Μίκυ, τον ροζ Πάνθηρα, τον Αστεριξ και τον Οβελίξ. Ξύναμε τις φιγούρες από την επιφάνεια τους και τις κολλούσαμε σε τετράδια αλλά και σε έπιπλα, ψυγεία και όπου μπορείς να φανταστείς. Η ραπτομηχανή του πατέρα έχει ακόμη πάνω της υπολείμματα από φιγούρες του Μίκυ. Η γιαγιά η Ερη καθότι έμενε κοντά, επισκέπτονταν το μαγαζί πριν την κάθε μας γιορτή. Από εκεί μου πήρε τη φιγούρα του Μαμ Ρα. Του κακού των Θάντερκατς.

Η τσέπη βέβαια των γονιών μου πολιορκούνταν από ακόμα ένα κοντινό μαγαζί. Διασχίζοντας τη Μακεδονομάχων προς την πλατεία, υπάρχει μία ακόμη μικρή οδός που όπως η Παγούνη, έτσι και αυτή, ενώνει τη Μακεδονομάχων με τη Μ. Αλεξάνδρου. Εκεί υπάρχει μέχρι σήμερα η ¨στοά¨. Και μέσα σ’ αυτή υπήρχε το μαγαζί του Τσιμπέρη. Με δύο βιτρίνες η μια αντίκρυ από την άλλη. Τα παιχνίδια δεν έβγαιναν από τις κούτες ούτε ¨στήνονταν¨ σκηνικά μέσα σε αυτές. Και το κατάστημα ήταν κάπως σκοτεινό –μέσα στην στοά- αλλά πολύ πλούσιο σε περιεχόμενο!!! Από εκεί πήραμε το Χόβερκραφτ των G.I.Joe, το πολεμικό κότερο της COBRA και αρκετά ακόμη. Πλούσιο και ελκυστικό το περιεχόμενο του μαγαζιού γαρ…

Εξίσου πλούσιο και ακόμη περισσότερο όμως ήταν το υπόγειο μαγαζί του Τσίγγανα στην πλατεία. Εκεί που είναι σήμερα το Hondos Center. Βιτρίνα δεν υπήρχε. Δεν χρειάζονταν όμως! Υπήρχε βάθος και με πολύ πλούσιο περιεχόμενο. Ήταν ίσως το μοναδικό που έβρισκες φιγούρες μοντελισμού. Μικροσκοπικές αλλά τόσο υπέροχα σμιλευμένες. Έχω ακόμη σε ένα βαζάκι φιγούρες Άγγλων στρατιωτών του 19ου αιώνα. Τα Χριστούγεννα στη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο μαγαζί στριμώχνονταν κόσμος. Πόσα χρήματα από τα κάλαντα ξοδεύτηκαν εκεί!!! Χαλάλι… 

Και, φυσικά, υπήρχε ο Λιμνίδης! Απέναντι από τον Αγιο Νικόλα. Στο σημερινό Funny Bunny. Πολύ πλούσιο περιεχόμενο –και ποιοτικό- και εκεί. Με σημείο αναφοράς στη βιτρίνα κάτι πολύ εντυπωσιακό: τους υπολογιστές-παιχνιδομηχανές AMSTRAD, ΑΤΑΡΙ και SPECTRUM. Ναι, εκείνους με τις πράσινες οθόνες που δεν έπαιρναν φυσικά ούτε στικάκια USB ούτε καν δισκέτες αλλά… κασέτες!!! Ελάχιστοι φίλοι και συμμαθητές είχαν τέτοια μηχανήματα. Και όταν βγαίναμε μαζί και χαζεύαμε τους υπολογιστές και τις παιχνιδο-κασέτες στη βιτρίνα μας περιέγραφαν ποια παιχνίδια είχαν και τι έκαναν οι ήρωες και η φαντασία οργίαζε, και η λαχτάρα μεγάλωνε…

Και κοντά σε αυτά τα μαγαζιά, υπήρχαν και άλλα μικρότερα ¨παιχνιδάδικα¨. Όπως ένα στην Μπούσιου, απέναντι από την αυλή του Βαλταδώρειου, ένα στην πλατεία Αλώνια κι ένα ακόμη στην πλατεία Λασσάνη, εκεί που σήμερα είναι η σχολή οδηγών του Λιούφη. Από αυτό το τελευταίο ο παππούς ο Γιάννης και η γιαγιά Δέσποινα, ερχόμενοι από τον Κρόκο σταμάτησαν και μου πήραν ένα Τανκ! Από εκείνα που είχαν τηλεχειριστήριο με μακρύ καλώδιο. Και αν δεν το έπαιξα…

Το μαγαζί όμως που έμεινε για πάντα στην καρδιά μου, ήταν το παιχνιδάδικο του Καραμούζα! Βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το πατρικό μου, στην Τσιμηνάκη. Τα περισσότερα παιχνίδια μου ήταν από εκεί! Ο ιδιοκτήτης αγαπούσε και πρόσεχε το μαγαζί του! Έβαζε στη βιτρίνα τα κουτιά αλλά έστηνε και φιγούρες έξω από αυτά. Όταν πήραμε τους ¨Κυρίαρχους του Σύμπαντος¨, είχε δέσει στην οροφή της βιτρίνας τους δύο αντίπαλους πάνω στους δράκους τους σαν να πετούσαν! Αυτό ήταν το μαγαζί των πρωτοχρονιάτικων δώρων! Από εκεί πήραμε τον Πάνθρο και τον Λαϊον-Ο των Θάντερκατς, τις φιγούρες του Ραμπο, πάμπολλες φιγούρες και οχήματα των G.I.Joe συμπεριλαμβανόμενης και της αγαπημένης μου φιγούρας του Beach Head –ο μοναδικός που την είχε στην Κοζάνη- μα πάνω και πέρα απ’όλα το πειρατικό καράβι των Playmobil από την εταιρεία LYRA!

Ήταν το 1986. Πηγαίνοντας στο σπίτι, στη γωνία της βιτρίνας έστεκε το κουτί με το αντικείμενο του πόθου. Επί μήνες στεκόμουν και το κοίταζα. Και όταν ήμουν με τους γονείς έβαζα ένα βλέμμα όλο θεατρικότητα. Ένωνα το πρόσωπο με το γυαλί της βιτρίνας κοιτώντας το. Η απόκτηση του μεθοδεύτηκε με στρατηγική για να πέσει σαν ώριμο φρούτο. Ένα απόγευμα οι γονείς λύγισαν, μπήκαμε στο μαγαζί λίγο πριν κλείσει και το αγοράσαμε στο κόστος των 6000 δραχμών (εν έτει 1986 θυμίζω…). Ω, τι χαρά εκείνο το βράδυ. Η μαμά το έστησε. Ένωσε τα κομμάτια. Έδεσε τα σχοινιά, κούμπωσε τα πανιά, κόλλησε τα αυτοκόλλητα και εγώ τοποθέτησα φιγούρες, κανόνια και όπλα. Νομίζω ότι εκείνη η νύχτα ήταν από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια της ζωής μου καθώς οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά για να ξημερώσει και να το πάρω στα χέρια μου. Πραγματικό κόσμημα που για να μην σπάσει το ανεβάζαμε ψηλά και κατέβαινε μόνο σε αργίες και καλοκαίρια! Με αυτό ήμουν πολύ εγωιστής. Δεν επέτρεπα να το ακουμπά κανένας. Τα αδέρφια μου ακόμη το έχουν παράπονο. Κάποτε μάλιστα, όταν ρωτήθηκα, απάντησα ότι θα το δώσω να το παίξει ο γιος μου. Και αυτός μόνο όταν θα έφτάνε σε ηλικία που καταλαβαίνει και δεν σπάει. Και ύστερα; Υστερα –έλεγα- θα το έβαζα σε μια γυάλα και θα το έδινα στο Μουσείο της Κοζάνης να το βάλει στη βιτρίνα. Εκεί στην είσοδο του, δίπλα από εκείνη τη μεγάλη βιτρίνα με τις κινούμενες φιγούρες που δείχνουν τη ζωή στην πόλη, το χωριό και το βουνό… 

Πονώ, γιατί το μαγαζί του Καραμούζα, όπως και όλα εκείνα τα παιχνιδάδικα δεν υπάρχουν πια. Για κάποια ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Άλλα, τα τσάκισε η κρίση. Ο κ. Καραμούζας πέθανε πριν χρόνια μα και το μαγαζί του είχε μια σκληρή μοιρα. Ένα βράδυ, αργά, εφηβος ή λίγο μεγαλύτερος επέστρεφα στο σπίτι. Ψιλοζαλισμένος, πιωμένος και νυσταγμένος προσπέρασα βιαστικά και αδιάφορα τη βιτρίνα που πριν κάποια χρόνια κοντοστεκόμουν κι έλιωνα. Το μαγαζί και το περιεχόμενο του ήταν πια παλιά ιστορία. Έπεσα στο κρεβάτι αμέσως όμως δεν πέρασε πολλή ώρα όταν ο διαχειριστής της πολυκατοικίας χτυπούσε το κουδούνι επίμονα! 

-Άνοιξε, Μάκη!!! Φωτιά!!! Καίγεται το μαγαζί του Καραμούζα!!!

Η οικοδομή είχε γεμίσει καπνό!!! Βγήκαμε στο μπαλκόνι και κοιτούσαμε κάτω. Κόσμος μαζεύτηκε και εφτασαν οχήματα με πυροσβέστες που αμέσως ξεκίνησαν τη μάχη με τις φλόγες! Από τον κόσμο διέκρινα τη φιγούρα μιας γυναίκας. Ξεχώριζε καθώς κοιτούσε το μαγαζί που καίγονταν ακίνητη και ανήμπορη. Με το ένα χέρι αγκάλιαζε τη μεση της και το άλλο το είχε κολλημένο στο μάγουλο. Υπέθεσα θα ήταν η σύζυγος του αδικοχαμένου ιδιοκτήτη. Η φωτιά έσβησε και μπήκαμε στο σπίτι. Η μάνα μου με ρώτησε:

-Εσύ που ήρθες αργά, δεν είδες τίποτα όταν πέρασες;

Μέχρι και σήμερα, με βασανίζει αυτή η σκέψη. Εάν έριχνα ένα βλέμμα, έστω ένα. Μήπως θα έβλεπα τη φλόγα; Τότε που ήταν ακόμη μικρή. Πριν θεριέψει. Η φωτιά στην αρχή της, αρκεί ένα ποτήρι νερό για να σβήσει. Εάν την αφήσεις όμως δεν σβήνει ούτε με ένα ποτάμι… Ας έριχνα έστω ένα βλέμμα… Αυτό που ρίχνω τώρα, αλίμονο αργά πια, στη νέα και άδεια βιτρίνα καθώς όποτε πάω στης μάνας μου περνώ από τη βιτρίνα και κοιτάζω το σημείο που κάποτε έστεκε το κουτί.

Τα χρόνια πέρασαν. Οι σελίδες της ζωής γύρισαν και τα παιχνίδια εγκαταλείφθηκαν σιγά-σιγά. Κάποιες φιγούρες χάθηκαν και γίναν μόνο ανάμνηση, πολλά μπήκαν σε σακούλες και φυλάχθηκαν αλλά το πειρατικό έστεκε πάντα αγέρωχο ψηλά στην βιβλιοθήκη του πατρικού. Κάπου κάπου ξεκίνησα να το κατεβάζω από περιέργεια και μια γλυκιά συμπόνια, σαν να το είχα προδώσει, και ξεκίνησα να το καθαρίζω από τις σκόνες. Έτσι καθιερώθηκε αυτή η πρακτική και συνεχίστηκε ακόμη και όταν –ολόκληρος μαντράχαλος- δούλευα και έλειπα στην Κρήτη. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Γεννήθηκαν τα παιδιά μου και όταν έφτασαν σε ηλικία ασφαλή, κατέβηκε κάποια καλοκαίρια και έπαιξαν –πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα μου- προσεκτικά μαζί του. Όταν μάλιστα μετακομίσαμε Κοζάνη, για πρώτη φορά από τότε που αποκτήθηκε, το πλοίο έφυγε από το πατρικό μου για να φιλοξενηθεί στο σπίτι μου και για να ναυμαχήσει με το νέο πειρατικό, αυτό που μας πήρε η νονά Πόπη στα Χανιά! Και τώρα, που οι πιτσιρικάδες κάπως μεγάλωσαν και το ενδιαφέρον τους πια το έχουν κερδίσει φιγούρες ψηφιακές στην τηλεόραση από αυτές τις ισοπεδωτικές ηλεκτρονικές παιχνιδομηχανές, εγκαταλείφθηκαν ξανά. Έγιναν διακοσμητικά αντικείμενα στο παιδικό. 

Η ιεροτελεστία όμως με τον καθαρισμό του παλιού πειρατικού συνεχίζεται…

Το πλοίο θα κατεβεί με προσοχή από ψηλά, Θα αδειάσει το κήτος του πλοίου από το πλήρωμα, τα κανόνια, τα βαρέλια, το σεντούκι, τα όπλα, τα βαρέλια για να καθαριστεί. Και ύστερα όλα θα επανατοποθετηθούν. Το κάθε τι στη θεση του και καθαρό. Ο καπετάνιος με τη μαύρη εντυπωσιακή στολή στη γέφυρα. Το πρωτοπαλίκαρο του κρατά το τιμόνι. Στα κανόνια στέκουν οι δύο φίλοι που ο ένας συμπληρώνει τον άλλο καθώς ο ένας έχει ξύλινο πόδι και ο άλλος γάντζο στο χέρι. Και πάνω στο κατάρτι, παρατηρητής, ο μαυρούκος. Το συμπονώ αυτόν γιατί είναι μαύρος, ξεχωρίζει και γι’αυτό οι αλλοι τον έχουν εκεί ψηλά μόνο του. Και υπάρχουν και άλλοι… 

Έτσι το πλοίο συνεχίζει τα ταξίδια του και τις μάχες του. Ταξίδια όχι σε φανταστικές θάλασσες αλλά ταξίδια μνήμης και βιωμάτων στο παρελθον. Και δίνει μάχες και χαρίζει νίκες όχι απέναντι σε εχθρούς αλλά σε άγχη, φέρνοντας ηρεμία και γλυκαίνοντας με μνήμες τη ζωή. Μνήμες με ιστορίες παιχνιδιών μιας παλιάς εποχής και μιας παλιάς Κοζάνης! Όμορφες μνήμες, σαν αυτές που ολόψυχα εύχομαι να έχετε κι εσείς και να αποκτήσουν τα παιδιά σας!!! 

Καλή χρονιά!!!

Μοιραστείτε την είδηση