Σκέψεις με αφορμή το άρθρο του Δρ. Κολοβού

Σε σχετικά πρόσφατο άρθρο του (δείτε εδώ), ο Δρ Κολοβός επικεντρώθηκε στα σεμινάρια επιχειρηματικότητας και αναρωτήθηκε για ποιο λόγο αποτυγχάνουν “…να δημιουργήσουν ικανούς, ρεαλιστές και βιώσιμους επιχειρηματίες”, παρά το γεγονός ότι υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον και υψηλές προσδοκίες. Στην ανάλυσή του ο αρθρογράφος αναγνωρίζει πέντε λόγους: υπερβολική έμφαση στη θεωρία, αποσύνδεση θεωρίας από τις τοπικές συνθήκες επιχειρηματικότητας, ποιότητα και προφίλ των εισηγητών, υποτίμηση της συμβολής της προσωπικότητας του επιχειρηματία και απουσία συνεχούς υποστήριξης μετά το πέρας των σεμιναρίων.
Οι λόγοι που αναγνωρίζει ο κ. Κολοβός είναι σχετικοί αλλά τείνουν να αναπαράγουν την κοινή αντίληψη ότι η εκπαίδευση (πρωτίστως τριτοβάθμια) είναι αποκομμένη από τις συνθήκες εργασίας, την «πράξη» και «την πραγματικότητα». Επιπλέον, υποβαθμίζουν την αξία των γνώσεων και, ίσως, αδικούν τους εισηγητές αφού υπάρχουν και άλλοι λόγοι που καθορίζουν τη χρησιμότητα των σεμιναρίων.
Οι συμμετέχοντες στα σεμινάρια επιχειρηματικότητας ξεκινάνε με την προσδοκία ότι το σεμινάριο θα τους μετατρέψει σε επιτυχημένους επιχειρηματίες. Παρ’ όλο που οι ενέργειες προώθησης των σεμιναρίων μπορεί να υπονοούν κάτι τέτοιο, είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι λίγες ώρες εκπαίδευσης δεν μπορούν με κανένα μαγικό τρόπο να αλλάξουν τις υπάρχουσες συνθήκες ή τις ατομικές ικανότητες από τη μια στιγμή στην άλλη. Αυτό ισχύει σε κάθε είδους εκπαίδευση. Για παράδειγμα, ένα σεμινάριο τεχνικής ανάλυσης ή ένα βιβλίο για τις στρατηγικές του Warren Buffet δεν μετατρέπει τους συμμετέχοντες ή αναγνώστες σε επιτυχημένους επενδυτές και ένας κύκλος μαθημάτων οδήγησης δεν παράγει οδηγούς αγώνων. Εκείνο, όμως, που επιτυγχάνουν είναι να δείξουν στους συμμετέχοντες ότι υπάρχει ένα διαφορετικός τρόπος προσέγγισης των πραγμάτων από αυτόν που γνωρίζουν μέχρι σήμερα και, κυρίως, να προσφέρουν μια μεθοδική προσέγγιση αντιμετώπισης των προκλήσεων. Η «θεωρία» και τα «μοντέλα», τα οποία απαξιώνονται συχνά σε άρθρα και συζητήσεις, είναι αυτά που προσφέρουν την ικανότητα σε κάποιον να επικεντρώνεται στις βασικές αρχές, να επαναπροσδιορίζει προτεραιότητες και να παίρνει αποφάσεις κάτω από άγνωστες συνθήκες, όπως αυτές που αντιμετωπίζουν οι επιχειρηματίες.
Η επιχειρηματικότητα είναι μία βιωματική διαδικασία, όπως γράφει ο κ. Κολοβός. Αυτό σημαίνει ότι οι εμπειρίες της ατομικής ή εμπορικής ζωής αξιοποιούνται κατάλληλα και μετατρέπονται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες. Για να συμβεί, όμως αυτό, ο επιχειρηματίας θα πρέπει να έχει την κατάλληλη νοοτροπία και ικανότητα να αναγνωρίζει επιχειρηματικές ευκαιρίες. Η ανάπτυξη της ικανότητας αναγνώρισης αυτών των ευκαιριών είναι που λείπει από την πλειοψηφία των σεμιναρίων επιχειρηματικότητας. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί έκπληξη. Η διδασκαλία και ανάπτυξη αυτής της ικανότητας είναι επίπονη και πολύπλοκη διαδικασία τόσο για τον εισηγητή όσο και τους συμμετέχοντες. Ο εισηγητής, αφού χτίσει το κατάλληλο θεωρητικό υπόβαθρο, πρέπει να δείξει στους συμμετέχοντες πώς τα σχετικά μοντέλα και οι θεωρίες εμπλουτίζουν και δίνουν νόημα σε εμπειρικά δεδομένα τα οποία, στη συνέχεια, οδηγούν σε επιχειρηματικές ευκαιρίες. Δυστυχώς, οι περισσότεροι εισηγητές αποφεύγουν να κάνουν αυτή τη σύνδεση. Να σημειωθεί ότι στο στάδιο της αναγνώρισης επιχειρηματικών ευκαιριών, η πρόκληση δεν είναι η σύνδεση θεωρίας και «πράξης», όπως λέγεται πολλές φορές, αλλά η σύνδεση θεωρίας με «εμπειρικά δεδομένα». Για παράδειγμα, έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι της γενιάς Ζ είναι πολύ εξοικειωμένοι με την τεχνολογία και δίνουν προτεραιότητα στην ψυχική τους υγεία και σε θέματα περιβάλλοντος και ηθικής. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτελούν «εμπειρικά δεδομένα» συμπεριφοράς, για τα οποία όμως μέχρι τώρα δεν υπάρχει αρκετή «πράξη», δηλαδή συσσωρευμένη συναλλακτική και εμπορική εμπειρία με τη συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών, και, επομένως, δεν υπάρχουν επιχειρηματικές ευκαιρίες που αναδύονται αβίαστα.
Σε αντίθεση με τις ταινίες του Hollywood και τα success stories στα social media, το ένστικτο του επιχειρηματία δεν αρκεί για τον εντοπισμό επιχειρηματικών ευκαιριών και, συνήθως, δεν χρειάζεται. Νέες επιχειρηματικές ιδέες αναδύονται ως αποτέλεσμα επίπονης έρευνας και αναζήτησης και υπόκεινται σε συστηματικές αξιολογήσεις βιωσιμότητας. Θεωρητικές γνώσεις, όπως μέθοδοι έρευνας, και η εφαρμογή μοντέλων, όπως αυτά της κατηγοριοποίησης και ικανοποίησης πελατών, προσφέρουν σημαντικά εργαλεία προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά απαιτούν επιμονή, κόπο, χρόνο και – ναι – διάβασμα, κάτι που όλοι προσπαθούν να αποφύγουν. Ο αιώνιος δαίμονας του «διαβάσματος», ή της πιο ενήλικης εκδοχής του, αυτού της «δια βίου» μάθησης, απαιτεί συγκροτημένη προσπάθεια και χρόνο, και τα αποτελέσματά της μπορεί να μην είναι αναγνωρίσιμα και αξιοποιήσιμα για χρόνια. Αν κανείς προσθέσει σε αυτό το μείγμα την πολυπλοκότητα της ενήλικής ζωής, δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι συμμετέχοντες σε σεμινάρια δυσκολεύονται να αφομοιώσουν γνώσεις και να αναπτύξουν εμπειρίες που θα τους βοηθήσουν επιχειρηματικά.
Επομένως, οι λόγοι αποτυχίας των σεμιναρίων επιχειρηματικότητας δεν έχουν να κάνουν μόνο με την παιδαγωγική προσέγγιση αλλά σχετίζονται στενά και με τη φύση της επιχειρηματικότητας και τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων.
Γιάννης Κουράκλης
Επίκουρος Καθηγητής Επιχειρηματικότητας
University of Westminster, U.K.









