Του ακάλιασμα στου ουραίου κ’ ιστουρικό «ΝΥΜΦΑΙΟ»

9 Min Read
Στ' φουτουγραφία φαίνουντι, ου Μιχάλ'τσ' ου Βούρκας, ου Μανώλ'τσ' ου Μαλούτας, ου Τάκης ου Παγκαρλιώτας, ου Σάκης ου Παγκαρλιώτας, ου Στέφους ου Κουτούλας κι ου Κώστας ου Γιρουκώστας.

Β’ μέρος

Συνιχίζουντας τ’ν πιριγραφή τ’ αφιερώματος τ’ αναφιρθούμι στ’ μιγάλ’ απουσία του βασικού μέλους τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» στουν κουμπάρουμ’ τουν «ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΚΚΑΛΙΑΡ’» που μας άφ’κιν στ’ς 07/03/2026. Η απώλεια τ’ δημιούργησιν ανυπανόρθουτου τραύμα, τόσου στ’ν οικουγένεια τ’, στ’ σύζυγο τ’ «ΜΑΙΡΗ» κι στα «ΠΙΔΙΑ Τ’» όσου κι στ’ «ΠΑΡΕΑ Τ’» ιπηριάζουντας τ’ν καθημιρινότητα όλων μας. Στ’ς ικδηλώσεις αυτές είχιν ένα ξιχουριστό προυταγουνιστικό ρόλου, αφού συμμιτίχιν’ σ’ όλα τα στάδια.

Είνι αμέτρηταις οι βραδές που ιτοίμαζιν τα τραπέζια μουχανός τ’ φαγητά κι τα συνουδεφτικά που χράζουνταν κι μας καλούσιν στ’ «ΦΡΙΑΤΙΔΑ» όπους ουνόμαζιν του ιξουχικότ’. Έχ’ πάντα μια ξιουριστή θέσ’  σ’ όλους μας, για πάντα.

Συνιχίζουντας παράλληλα στ’ προυσουπικότητα τ’ «ΓΙΩΡ’ Τ’ ΜΑΣΤΟΥΡΑ» που είνι πουλί καλός οικουγινιάρχης μαζών’ σχιδόν όλα τα καλά θιτικά στοιχεία που λείπ’ σήμιρα απ’ τ’ν σκληρή κοινουνία μας.

Ου «ΓΙΩΡ’Σ» έχ’ άσουτου «ΜΠΟΥΓΑΖ ΑΓΑΠΗΣ» κι «ΦΙΛΙΑΣ» που φανηρών’ τουν καλό κι ήριμο ψυχικό του κόσμο. Είνι του άτουμου που αισθάνιτη τρανή ικανουποίηση κι χαρά, όταν βλέπ’ τους φίλους κι γνωστούς να είνι χαρούμιν’.

Αγαπητέ μας «ΓΙΩΡ’» σ’ ιφχαριστούμι για μια τιλιφτέα φουρά κι έχε μας στου «ΝΟΥΣ». Αν μας ξανακαλέσ’ «ΙΜΕΙΣ ΟΧ’ ΔΕΝ ΤΑ ΠΟΥΜΙ».

Πριν κλείσουμι του αφιέρουμα τ’ς ιστουρικής αυτής συνάντησης, θ’ αναφιρθώ σ’ ένα οικουγινειακό γιγουνός που γίν’γκιν του 1982 κι σχιτίζητι άμισα μι του «ΝΥΜΦΑΙΟΥ».

Ήταν καλουκαίρ’ απόγιβμα κ’ οι γυναίκεις μας ήθιλαν να πάμι μια βόλτα μι τ’ αυτουκίνητου, αλλά ψίχα όξου απ’ «ΚΟΥΖΑΝ» μακρύτηρα. Η «ΜΑΡΙΑ» η γυναίκα μ’ που μας οργάνουνι κι μας προγραμμάτζιν τα πάντα, έρριξιν τ’ν ιδέα να πααίνουμι, να ‘ρθούμι ιδώ στου «ΝΥΜΦΑΙΟΥ». Συμφών’τσαμι όλ’ μι μια φουνή, σ’μαζώθ’καμι ένα – κένα αλλά είχαμι μια θεσ’ κινή κι πρότεινει η «Μάννα μ’ η ΛΙΕΝ’» να πιράσουμι να πάρουμι κι ν’ αδιρφή τ’ς «τ’ ΘΟΥΔΩΡΑ ΒΑΤΑΛΗ» μπιθηρά τ’ «ΒΑΓΓΕΛ’ τ’ ΜΑΤΑΝΑ».

Η φουτουγραφία είνι βγαλ’μέν’ στ’ βρύσ’ του Αϊ Νικόλα κι φαίνουντι, η αξέχαστη “Μαρία μας”, η αδιλφίμ’ η Μαρίνα, η Μάννα μ’ η Λιέν’ κι η θειά μ’ η Θουδώρα Βατάλη

Πέρασάμι απ’ του σπίτ’ τ’ς μπήραμι κι κίντσαμι για του ιστουρικό χουριό του «ΝΥΜΦΑΙΟΥ», που θα του ιπισκέπτουμά μας όλ’ για πρώτ’ φουρά. Όσου ήταν ίσιους ου δρόμους οι δυό αδιλφές η «ΛΕΙΝ’ κ’ η Θουδώρα» είχαν πιάσ’ τα μασλάτια, λέγοντας η «ΘΕΙΑ ΜΟΥ» χαρούμιν, μαρ’ «ΛΙΕΝ» καλά έκαμάτι που μι πήρατι κι μένα, σάμπους πότι θα πάϊνα στου ξακουστό αυτό χουριό. Α «ΘΟΥΔΩΡΑ» πως να πω, έχω καλά πιδιά κι δεν μι χαλάν’ κανένα χατήρ’ κι ακόμα παραπάν’ η «ΜΑΡΙΑ Μ’» η νύφη μ’. Ήταν πουλύ χαρούμινες οι δυό «ΑΔΙΛΦΕΣ» είχαν πουλλή «χαβά» όπους λέμι κι μες τα μασλάτια θυμήθ’καν ότι η οικουγινειακή ρίζα τ’ «ΝΑΚΟΥ τ’ ΚΥΡ’ΖΟΠΟΥΛ’» ήταν απ’ του «ΝΥΜΦΑΙΟΥ».

Μέχρι ικείν’ τ’ν ώρα που ου δρόμους ήταν ιφθεία όλα κυλούσαν ουμαλά κι χαρούμινα, όταν όμους απ’ τουν Αϊτό τσάκουσάμι τ’ς ανηφόρεις ου «χαβάς» απ’ τ’ς «ΑΔΙΛΦΕΣ» άλλαξιν κι δεν ακούουνταν ντιπ’ ούτι η ανάσα τ’ς που λέμι.

Η αξέχαστη μας «ΜΑΡΙΑ» μπίκιν στουν κόπου πριν τιλειώσ’ του ισιάδ’ να τ’ς ινημιρώσ’, ότι του «ΝΥΜΦΑΙΟΥ» είνι χτισμένου ουπάν στου «ΒΝΟ» σ’ υψόμητρου 1.350 μέτρα, κι κάποια στιγμή τα χρειαστεί να βρούμι πουλλές στρουφές κι ν’ ανιβούμι κι σι τρανό ύψους. Όσου τάλιγιν αυτά η «ΜΑΡΙΑ» αυτές δεν ουμιλούσαν, όσου πάϊναν κι σφίγκουνταν παραπάν’.

Η ατμόσφαιρα άλλαξιν απότουμα κι απού χαρούμιν’ έγινι βουβή, σιουπηλή κι αθόρυβ’. Η Μάννα μ’ αρχίν’τσιν να μη λέει μπρε «ΣΑΚΗ» μήπους έφκιασεις λάθους του δρόμου; «Μάννα κι θειά Θουδώρα» ου δρόμους είνι αυτός κι μουναδικός. Απλώς συνιχίστει τ’ν ουραία συζήτησ’ που είχατι, χαλαρώστι κι μη πιέζτι τουν ιαυτό σας. Να θυμάστι, ότι ανιβαίνουμι σ’ ένα ιστουρικό χουριό, που κάπουτι ήταν του τρανήτηρου «Ιβρουπαϊκό Ιμπουρικό Κέντρου τ’ς Αργυρουχρυσουχουΐας». Του χρώμα τ’ς «ΘΕΙΑΣ μ’» άλλαξιν κι δεν ακούγουνταν «ΝΤΙΠ». Μούγκι έλιγιν τ’ «Μάννα μ’» να ήξιρα ότι είχιν τοσ’ στρουφή κι ανιφόρα δεν θα του κ’νούσα απ’ τ’ θέση μ’.

Η «ΘΕΙΑ μ’ η ΘΟΥΔΩΡΑ» ήταν άτουμου ήριμου, λίγου κλειστός χαρακτήρας, δεν σι μιλούσιν πουλλή κι άλλαζιν εύκουλα η ψυχουλουγία τ’ς.

Ιφτιχός είχα δίπλα μ’ τ’ν δυνατή κι θαρραλέα γυναίκα μ’ τ’ «ΜΑΡΙΑ» που τ’ συζητούσιν κι τ’ς ίλιγιν να καμ’ν λίγου υπουμουνή κι του χουριό «ΝΥΜΦΑΙΟΥ» είνι χτισμένου ουπάν’ στου «ΒΝΟ».

Οι τρανές που είνι ασιγούριφ’τες, δεν σταματούσαν να ρουτούν θέλουμι πουλλή ακόμα, σώθ’καν οι στρουφές. Μπρε «Σάκη» δεν γυρίζουμι τώρα, καλά έφτασάμι ως ιδώ κ’ είδαμι τ’ς ουμουρφιές τ’ς φύσης.

Στ’ φουτουγραφία τ’ άτουμα τ’ς “Παρέας” είναι ου Γιώρ’ς ου Π’τσης, ου Νίκους ου Μπαχτσαβάνους, ου ξάδιλφους μ’ ου Μανώλ’τς ου Παφύλ’τσ’, ου Αργύς ου Ματχής, ου Γιάνν’ τσ’ ου Π’τσης, ου ιδιοκτή τσ’ τ’ Αρχουντικού Γιώρ’ς Μάστουρας ή Γκουλέμας κι κλείνουμι μη τουν Γιώρ’ τουν Γιλαδάρ’ ή Αραβάν'”.

 Η «ΘΕΙΑ Μ’» απ’ ν’ άλλ’ μιρά έλιγιν «ΟΥ ΠΟΣΟΥ ΨΗΛΑ» έφτασάμι, θαρρώ είμαστι σι “Αϊρουπλάνου”, να φ’κιάν’ συνέχεια του σταυρό τ’ς κι να λέει άσουτις προυσιφχές.

Όταν όμους έφτασάμι κι πάτσαμι τα πουδάρια μας στη γη, έκατσάμι στου καφινείου, ήπιαμι ένα καφέ κι μπόλκα κρύα νιρά για να ηριμήσ’ ν’ οι γυναίκις. Μιτά σκώθ’καμι κι πιρπάτσαμι στα γκαλτιρίμια του χωριού, είδαμι τα ψηλά κι διατηρητέα «κτίρια κι αρχουντικά», άρχισαν να συνέρχουντι κι να είνι καλύτηρα. Μιτά ακλούτ’σαν οι καλές ιφχές, να ζεις αμψέ κι να μας συγχωρείς για τ’ν αναστάτουσ’ κι τα μασλάτια που έλιγάμι όταν ανέβινάμι.

Επισκέφ’καμι ιτότι του «Μουσείου Αργυρουχρυσουχουΐας» κι θαύμασάμι τα ιστουρικά κειμήλια που ικθέτουντι κι προυκαλούν του δέους των επισκεπτών.

Μιτά πήγαμι στ’ν ικκλησιά τ’ Αϊ Νικόλα, που θαύμασάμι τ’ν αρχιτεκτονική του κτιρίου με την ιστουρική ουμουρφιά, καθώς κι τα κειμήλια που φυλάγουντι στ’ν ικκλησιά.

Το Κέντρο του χωριού «ΝΥΜΦΑΙΟΥ» που είναι στουλ’τζ’μένου μι κτίρια τρανής αξίας, καθώς κι τα πουλλά αρχουν’τκα που υπάρχουν, φανηρώνουν την μιγάλ’ οικουνουμική άνθισ’ που απέρασιν ου τόπους.

Όταν απουφάσισάμι να φύγουμι, έκαμάμι ακόμα μια φουρά του σταβρό μας στουν Αϊ Νικόλα κι τουν ιφχαρίστσαμι που φτάσαμι στου ξακουστό αυτό μέρους κι να μας βοηθείς να φτάσουμι ασφαλείς στα σπίτια μας. Η ιπιστρουφή ήταν πουλύ ιφχάριστ’ κι χαλαρή, κάνουντας συζήτησ’ οι γυναίκις για αυτά που είδαμι κι θαύμασάμι. 

Μη φόντου του “ΝΥΜΦΑΙΟΥ” στ’ φουτουγραφία είνι η θειά μ’ η Θουδώρα, η αδιλφή μ’ η Μαρίνα, η Μάννα μ’ η Λιέν’  κι ου υπουφινόμινους σ’ν ηλικία μόλις 34 ετών

Αξιουλουγόντας τ’ν απουγιβματινή ικείν’ ικδρουμή τ’ς Κυριακής του 1982, μπουρούμι να πούμι, ότι έκλεισιν μη ανάμικτα συνισθήματα, μη στιχάχουρα όταν πάϊνάμι κι πουλύ ιφχάριστα, όταν γυρνούσαμι στα σπίτια μας.

Κι όπους είπιν ιτότι η «ΜΑΝΝΑ Μ’ στ’ν ΑΔΙΦΛΗ τσ’ τ’ ΘΟΥΔΩΡΑ» ας απουλάφσουμι αυτό του «ΙΣΤΟΥΡΙΚΟ ΑΠΟΥΓΙΒΜΑΤΙΝΟ» γιατί δεν ψτέβου άλλ’ φουρά να δούμι του «ΙΣΤΟΥΡΙΚΟ ΝΥΜΦΑΙΟΥ». Όπους κι γίν’κιν’.

Σώνουντας του «Β’ ΜΕΡΟΥΣ» τσ’ αφήγησης μ’ αυτά τα ουλίγα, θέλουμι να ιφχαριστήσουμι όλ’ η «ΠΑΡΕΑ» για ακόμα μια φουρά τουν «ΓΙΩΡ’ του ΜΑΣΤΟΥΡΑ ή ΓΚΟΥΛΕΜΑ» που μη του «ΑΚΑΛΙΑΣΜΑ ΤΟΥ» μας έδουκιν τ’ν ιφκιρία μιτά απου πουλλά χρόνια να ιπισκιφτούμι κι να θαυμάσουμι του «ΙΣΤΟΥΡΙΚΟ ΝΥΜΦΑΙΟΥ.

Σάκης Παγκαρλιώτας

Απ’ τα Κατσ’κάθ’κα

Μοιραστείτε την είδηση