Κώστας Καραμάρκος: η Δίκαιη Μετάβαση ως δημόσιος διάλογος, τεκμηρίωση και ατομική ευθύνη για την περιφέρειά μας …

12 Min Read

 «Επί προσωπικού»

 Η συζήτηση για τη Δίκαιη Μετάβαση στη Δυτική Μακεδονία δεν υπήρξε ποτέ μια αυστηρά τεχνοκρατική συζήτηση.

Από την πρώτη στιγμή των επίσημων ανακοινώσεων συνδέθηκε με την εργασία, την παραγωγή, την κοινωνική συνοχή, την ταυτότητα του τόπου και την αγωνία μιας περιφέρειας που κλήθηκε να αλλάξει ιστορικό μοντέλο ανάπτυξης μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Σε αυτή τη συζήτηση, έχω καταγράψει προσωπικά μια από τις πιο σταθερές, ενεργές και αναγνωρίσιμες δημόσιες παρουσίες: όχι μόνο ως επαγγελματίας στρατηγικού σχεδιασμού και ευρωπαϊκών πολιτικών, αλλά και ως πολίτης της περιοχής που επιμένει να βλέπει τη μετάβαση από μέσα, από τον τόπο, από την καθημερινότητα και από τις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων και των φορέων της Δυτικής Μακεδονίας.

Η διαχρονική δημόσια παρέμβασή μου δεν περιορίζεται ούτε στην τεχνοκρατική γλώσσα των προγραμμάτων, ούτε σε μια απλή συνθηματολογική κριτική. Κινείται ανάμεσα στα δύο: γνωρίζω τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των συγχρηματοδοτούμενων έργων, της έξυπνης εξειδίκευσης, της περιφερειακής ανάπτυξης και της καινοτομίας, αλλά ταυτόχρονα μιλώ ως άνθρωπος που ζει την αγωνία της περιοχής. Αυτή ακριβώς η διπλή ιδιότητα – επαγγελματίας και ενεργός πολίτης – είναι που χαρακτηρίζει το όποιο δημόσιο αποτύπωμά μου.

Ήδη από το 2020, στο άρθρο «Εκ του μακρόθεν», διατυπώνεται ένας βασικός άξονας της σκέψης μου: η Δίκαιη Μετάβαση δεν μπορεί να είναι υπόθεση όσων τη βλέπουν από απόσταση, ως περιπτωσιολογικό μοντέλο, ως οικονομικό μοντέλο ή ως πεδίο παραγωγής προτάσεων.

Η μετάβαση αφορά έναν τόπο που χάνει δουλειές, εισόδημα, πληθυσμό και κυρίως χρόνο. Η φράση – κεντρική ιδέα του άρθρου είναι ότι πολλοί πλέον ασχολούνται με τη Δυτική Μακεδονία “εκ του μακρόθεν”, ενώ ο τόπος χρειάζεται απαντήσεις στην πράξη.

Από εκεί και πέρα, η αρθρογραφία μου ιδιαίτερα στον Χρόνο Κοζάνης εκτιμώ πως διαμορφώνει ένα συνεκτικό χρονικό της μετάβασης. Η παρουσία μου δεν είναι περιστασιακή: τα επίσημα στατιστικά στο Χρόνο καταγράφουν 130 δημοσιεύσεις, με διαδοχικές παρεμβάσεις για τη Δίκαιη Μετάβαση, την απολιγνιτοποίηση, την Κοζάνη, την κοινωνική συνοχή, την έξυπνη εξειδίκευση και την περιφερειακή ανάπτυξη.

Μέσα από αυτή τη μακρά δημόσια διαδρομή, λειτουργώ ως ένας από τους ανθρώπους που κρατούν ανοιχτή μια πραγματικά δύσκολη συζήτηση: τι σημαίνει μετάβαση, ποιος την υλοποιεί, ποιος ωφελείται, ποιος μένει απέξω και ποια είναι η πραγματική ικανότητα της περιοχής να αξιοποιήσει τους πόρους που της αναλογούν.

Η κριτική μου δεν είναι σε καμία περίπτωση αντι-αναπτυξιακή.

Αντίθετα, ξεκινώ από την ανάγκη να μη χαθεί η συγκεκριμένη αναπτυξιακή ευκαιρία. Στο άρθρο «Δίκαιη Μετάβαση on going», η θέση μου είναι και σαφής και χαρακτηριστική: οι εξαγγελίες και οι “γρήγορες νίκες” (που δεν ήρθαν τελικά ποτέ) δεν αρκούν, οι μεγάλες αλλαγές χρειάζονται χρόνο, συμμαχίες και ευρεία συμμετοχή της κοινωνίας και της αγοράς. Επισημαίνω ότι οι μεγάλοι παίκτες λειτουργούν συχνά μεμονωμένα και ότι χωρίς ώριμη τοπική πρόταση, οι πόροι και τα εργαλεία της μετάβασης θα περάσουν κυρίως σε εξωτερικούς ή ιδιωτικούς μηχανισμούς υλοποίησης.

Εδώ πιστεύω βρίσκεται ίσως η πιο σταθερή βάση της κατά καιρούς δημόσιας τοποθέτησης και συχνά κριτικής μου: η Δυτική Μακεδονία δεν αδικείται μόνο επειδή χάνει το παραδοσιακό αναπτυξιακό της ορυκτό, τον λιγνίτη. Κινδυνεύει να αδικηθεί και επειδή δεν έχει πάντα την οργανωτική, διοικητική και τεχνική ικανότητα να μετατρέψει τους διαθέσιμους πόρους σε τοπικό όφελος.

Στο άρθρο «Δίκαιη Μετάβαση για λίγους & εκλεκτούς, Δίκαιη Μετάβαση αλα καρτ», αυτή η κριτική γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή. Υποστηρίζει ότι δήμοι, Περιφέρεια και κοινωνικοί ή οικονομικοί εταίροι χρειάζονται στελέχη, γνώσεις και ικανότητες τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση, αλλιώς η συζήτηση μένει σε κραυγές, αμηχανία και λαϊκισμούς.

Η οπτική μου για την ανάπτυξη της Δυτικής Μακεδονίας δεν περιορίζεται στην ενέργεια, παρόλο που θεωρώ και μάλιστα εμφατικά πως οι εναλλακτικές μορφές της είναι σχεδόν νομοτελειακά ο 1ος κλάδος προτεραιότητας και στρατηγικής. Μέσα από το Ινστιτούτο Δίκαιης Μετάβασης Ελλάδας (JTIG) και τα έργα – δράσεις – διαβουλεύσεις στα οποία συμμετέχουμε, η μετάβαση συνδέεται με κοινωνική καινοτομία, επιχειρηματικότητα, απασχόληση, δεξιότητες, αγροδιατροφή, αποκατάσταση γαιών, κυκλική οικονομία και ευρωπαϊκές δικτυώσεις. Το JTIG ιδρύθηκε στην Κοζάνη το 2020 με σκοπό τη συνδρομή μέσω του φορέα – ΑΜΚΕ στην υποστήριξη των λιγνιτικών περιοχών σε ό,τι αφορά στον  αναπτυξιακό μετασχηματισμό τους.

Αυτό το ευρωπαϊκό αποτύπωμα έχει σημασία γιατί δείχνει ότι οι απόψεις μου δεν διαμορφώνονται μόνο μέσα από την τοπική παρατήρηση, αλλά και μέσα από τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά δίκτυα πολιτικών. Το JTIG καταγράφεται ως μέλος ή συμμετέχων σε επιλεκτικές πρωτοβουλίες και έργα όπως το Just Transition Platform Working Group, το COALition/Horizon Europe, το EU coal regions exchange programme, το ENoLL μέσω του Just Transition Living Lab, το Transformer User Forum και το έργο SIJMA.

Αυτή η διαδρομή ενισχύει μια δημόσια αξιοπιστία: δεν γράφω απλώς από άποψη, αλλά γράφω μέσα από εμπειρία πεδίου, έργων, δικτύων και θεσμικών διεργασιών.

Η ίδια διπλή ταυτότητα απεικονίζεται και στις αγγλόφωνες/ευρωπαϊκές δημοσιεύσεις μου. Σε σειρά posts στο LinkedIn για τη Δυτική Μακεδονία ως Just Transition Περιφέρεια, συνδέω την επαγγελματική μου προσπάθεια με πράσινα έργα, κυκλική οικονομία, τηλεθέρμανση, βιομάζα και τεχνική υποστήριξη τοπικών φορέων, χρησιμοποιώντας περιφερειακά παραδείγματα. Δηλαδή, ο δημόσιος λόγος μου δεν μένει σε μια οριζόντια γενική κριτική και απλοϊκή προσέγγιση, αλλά περνά στην αξιοποίηση εφαρμοσμένων λύσεων.

Στα πιο πρόσφατα κείμενά μου, αναμετριέμαι με ένα αρκετά «ιδιαίτερο» θέμα: τη σχέση της τοπικής κοινωνίας με τα φωτοβολταϊκά και τις ΑΠΕ. Στο άρθρο «Γιατί δαιμονοποιούμε τα Φωτοβολταϊκά Πάρκα στη Δυτική Μακεδονία;» δεν υιοθετώ μια εύκολη αντι-ΑΠΕ στάση, όπως σειρά posts και δημοσιεύσεων τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, αναγνωρίζω την ουσιώδη σημασία των φωτοβολταϊκών, αλλά αναδεικνύω ότι η αντίδραση της κοινωνίας δεν είναι μόνο τεχνική ή περιβαλλοντική, είναι βαθιά κοινωνική. Όταν δεν υπάρχει δίκαιη κατανομή οφελών, όταν οι ενεργειακές κοινότητες δεν μπορούν να λειτουργήσουν, όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς και όταν απουσιάζει χωροταξικός σχεδιασμός, τότε η τεχνολογία γίνεται ένα πραγματικό σύμβολο αδικίας.

Αυτή είναι και η ουσία της κριτικής μου: η μετάβαση δεν μπορεί να είναι “πράσινη” μόνο στα χαρτιά, ούτε “δίκαιη” μόνο ως τίτλος προγράμματος. Πρέπει να αποδεικνύεται σε θέσεις εργασίας, σε κοινωνική συνοχή, σε τοπική επιχειρηματικότητα, σε ενεργειακά οφέλη για νοικοκυριά και αγρότες, σε συμμετοχή των νέων, σε αξιοποίηση του Πανεπιστημίου, σε ενίσχυση των δήμων και σε ικανότητα των φορέων να παράγουν ώριμα και χρήσιμα έργα.

Στο άρθρο «Η Κοζάνη μετά τον λιγνίτη: το στοίχημα της δίκαιης μετάβασης στην πράξη», η σκέψη μου αναζητά ένα πιο ιστορικό χαρακτήρα. Η Δυτική Μακεδονία παρουσιάζεται πραγματικά ως ευρωπαϊκό τεστ: για τις Βρυξέλλες και την ΕΕ είναι μια περιοχή – σύμβολο της κλιματικής πολιτικής, αλλά για τον κάτοικο που ψάχνει δουλειά με ποιοτικά χαρακτηριστικά παραμένει ακόμη τόπος ανασφάλειας. Το άρθρο τονίζει ότι το ειδικό χρηματοδοτικό παράθυρο της Δίκαιης Μετάβασης είναι χρονικά περιορισμένο, άρα το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπάρχουν πόροι, αλλά να προλάβουν να γίνουν πραγματικό τοπικό αποτέλεσμα.

Η δημόσια παρουσία μου δεν εξαντλείται στην αρθρογραφία. Συμμετέχω σε εκδηλώσεις, δημόσιους διαλόγους και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Στον «Διάλογο για το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας» συμμετέχω ως σύμβουλος στρατηγικής και συνιδρυτής του Ινστιτούτου Δίκαιης Μετάβασης Ελλάδας, μαζί με θεσμικούς εκπροσώπους της Περιφέρειας, της αυτοδιοίκησης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Green Tank. Σε συνέντευξη στην ΕΡΤ/Voice of Greece φιλοξενούμαι ως ειδικός στον στρατηγικό σχεδιασμό και τη Δίκαιη Μετάβαση, μιλώντας για το μέλλον της Κοζάνης πέρα από τη λιγνιτική εποχή.

Παράλληλα, η παρουσία μου στα social media – και ιδιαίτερα μέσα από την ομάδα Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση / Δυτική Μακεδονία – Just Transition RWM όπως και σημειακά την ομάδα «Κοζάνη: Μνήμες, Αναμνήσεις και Εικόνες» θεωρώ ότι προσθέτει ένα διαφορετικό επίπεδο στις δημόσιες τοποθετήσεις με ευρύτερο κοινό – αποδέκτες. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνοκρατικό διάλογο, αλλά για σύνδεση μνήμης, ταυτότητας και μελλοντικής προοπτικής. Οι ομάδες αυτές αναφέρονται σε δημόσια αποτελέσματα ως ενεργός χώρος τοπικής μνήμης και εικόνων, ενώ η ίδια η διαχείρισή της ενισχύει τον ρόλο όσων δεν βλέπουν την ανάπτυξη αποκομμένη από την κοινωνική και πολιτιστική συνέχεια της Κοζάνης και της Δυτικής Μακεδονίας ευρύτερα.

Ιστορικά, λοιπόν, οι δημόσιες απόψεις μου μπορούν να συνοψιστούν σε πέντε σταθερές θέσεις:

Πρώτον, η Δίκαιη Μετάβαση δεν είναι ένα ακόμη μεγάλο τεχνικό και χρηματοδοτικό πρόγραμμα, αλλά ένα υπερ-κρίσιμο κοινωνικό και παραγωγικό στοίχημα.

Δεύτερον, η Δυτική Μακεδονία δεν πρέπει να γίνει απλώς η “βιτρίνα” ως αποτυχημένο ή μερικώς επιτυχημένο case study μιας πράσινης ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά ένας τόπος μιας ενδιαφέρουσας τοπικής αναγέννησης και παραγωγικής ανακατεύθυνσης.

Τρίτον, οι πόροι δεν αρκούν αν δεν υπάρχουν ικανοί φορείς, στελέχη, ώριμες προτάσεις και τοπικά σχήματα υλοποίησης.

Τέταρτον, η πράσινη ενέργεια χρειάζεται κοινωνική αποδοχή, δίκαιη κατανομή οφελών και σοβαρή χωροταξική στρατηγική.

Πέμπτον, η ανάπτυξη μετά τον λιγνίτη πρέπει να συνδέσει ενέργεια, παραγωγή, κοινωνική καινοτομία, νέες δεξιότητες, έξυπνη εξειδίκευση, πολιτιστική ταυτότητα και ευρωπαϊκή δικτύωση.

Αυτό που κάνει τον δημόσιο ρόλο κάποιων ανθρώπων ιδιαίτερο, είναι ότι δεν πρέπει να μιλούν μόνο ως ειδικοί, ούτε μόνο ως πολίτες. Πρέπει να μιλούν δημόσια ως και τα δύο ταυτόχρονα.

Η προσωπική επαγγελματική μου εμπειρία μου προσφέρει τεκμηρίωση, γνώση εργαλείων και ισχυρή άποψη για την ευρωπαϊκή οπτική. Η ισχυρή τοπική μου ταυτότητα μου δίνει ευαισθησία, αμεσότητα και πραγματικό κριτικό ένστικτο. Γι’ αυτό και η δημόσια παρέμβασή μου πολλές φορές και σε διάφορες μορφές, δεν είναι ούτε μια άοσμη και ουδέτερη τεχνοκρατική προσπάθεια, ούτε βέβαια και μια απλή διαμαρτυρία για κάτι που θεωρώ άδικο ή εσφαλμένο.

Είναι μια συνεχής προσωπική προσπάθεια να μετατραπεί κυρίως η Δίκαιη Μετάβαση σε συγκεκριμένο, τοπικά δίκαιο και πολιτικά ειλικρινές αναπτυξιακό σχέδιο για τη Δυτική Μακεδονία.

Πόσο επιτέλους μας αφορά η Δίκαιη Μετάβαση και γιατί μια τοποθέτηση σε 1ο ενικό πρόσωπο;

Συνεχίζει να με προβληματίζει έντονα ως επαγγελματία και πολίτη, η πραγματικά απλοϊκή επικοινωνιακή εικόνα της πορείας του προγράμματος, οι συχνές ενημερωτικές εκδηλώσεις που φαίνεται πως αφορούν μόνο μερικούς εμπλεκόμενους, χωρίς κάτι πραγματικά νέο, συχνά χωρίς δομημένη συζήτηση εις βάθος, χωρίς σημαντικές εισροές και με την απουσία εισηγήσεων με ειδική βαρύτητα.

Παραμένει έντονη η έλλειψη συναφούς επιστημονικού συνεδρίου και κυρίως αποτυπώνεται η κυριαρχία δύο και μόνο τάσεων στο δημόσιο διάλογο: το πρόγραμμα έχει αποτύχει πλήρως ή το πρόγραμμα πηγαίνει εξαιρετικά καλά.

                                                                                                         Κώστας Καραμάρκος

                                                                                    Σύμβουλος Στρατηγικής 

Μοιραστείτε την είδηση