Η δημόσια διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού σχετικά με τη σύσταση του Οργανισμού Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε. επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ουσιαστικό ζήτημα : Ποιος πρέπει να διαχειρίζεται την πολιτιστική μας κληρονομιά και ποιος τελικά ωφελείται από αυτήν;
Είναι γνωστό ότι τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι ενισχύουν τον πολιτιστικό τουρισμό και την τοπική οικονομία συμβάλλοντας ουσιαστικά στην οικονομική ανάπτυξη. Η αξία τους, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην οικονομική τους διάσταση. Αποτελούν φορείς ιστορικής μνήμης και ταυτότητας και γι αυτόν τον λόγο η πολιτιστική διαχείριση τα αντιμετωπίζει ως πολιτιστικό κεφάλαιο, το οποίο παράγει οικονομική, κοινωνική και συμβολική αξία.
Υπό αυτό το πρίσμα, η οικονομική αξιοποίησή τους δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά μέσο για τη διατήρηση και την ανάδειξη του ίδιου του πολιτιστικού αποθέματος.
Επομένως, όταν η πολιτιστική κληρονομιά παράγει οικονομική αξία, κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης, αλλά και ο προορισμός της παραγόμενης αξίας. Συγκεκριμένα, η επανεπένδυσή της στην προστασία και ανάδειξη των μνημείων, στην αρχαιολογική έρευνα, στην εκπαίδευση, στη δημιουργία και ενίσχυση ποιοτικών θέσεων εργασίας για τους επαγγελματίες του πολιτισμού, καθώς και στη βελτίωση των πολιτιστικών υπηρεσιών. Όλα αυτά αποτελούν τη βασική προϋπόθεση μιας βιώσιμης πολιτιστικής πολιτικής.
Συνεπώς, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να παράγει οικονομική αξία (αυτό είναι δεδομένο).
Το πραγματικό ερώτημα είναι: Προς όφελος τίνος θα αξιοποιείται αυτή η αξία;
Κορίνα Χατζηπαναγιωτίδου
Πολιτιστική Διαχειρίστρια│Οικονομολόγος
MSc Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων











