Η τέχνη να διδάσκεις…τους πάντες!

7 Min Read

Οι διακοπές τελείωσαν! Σεπτέμβρης σε λίγες μέρες και νιώθεις ότι επικρατεί παντού αυτή η παράξενη αίσθηση της αρχής, του ξεκινήματος. 

Στα σχολεία οι αίθουσες μοιάζουν γνώριμες και ταυτόχρονα καινούργιες. Και κάπου ανάμεσα στα καινούργια τετράδια, τα βιβλία και τις πρώτες συναντήσεις, γεννιέται ξανά η προσμονή μιας νέας σχολικής χρονιάς. Είμαστε λίγο πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι.  Η «ησυχία» του σχολείου θα πάψει, οι μαθητές θα μπουν στην αίθουσα και απέναντί τους θα βρίσκεται ο εκπαιδευτικός, έτοιμος να διδάξει ένα συγκεκριμένο μάθημα σε όλους.

Κάπου εδώ βρίσκεται και η ιδιαίτερη δυσκολία, αλλά ταυτόχρονα και η ομορφιά, του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού. Και τι εννοώ! Ο γιατρός, για παράδειγμα, έχει κάθε φορά μπροστά του έναν ασθενή, τον οποίο εξετάζει, αξιολογεί και προσπαθεί να θεραπεύσει με βάση τις συγκεκριμένες ανάγκες του. Ο δικηγόρος έχει έναν πελάτη, με μια συγκεκριμένη υπόθεση, την οποία καλείται να μελετήσει και να υποστηρίξει. Ο μηχανικός σχεδιάζει και κατασκευάζει ένα συγκεκριμένο έργο, μια οικοδομή, μια γέφυρα ή μια εγκατάσταση, έχοντας συγκεκριμένες προδιαγραφές και στόχους. Ο εκπαιδευτικός, όμως, καλείται να κάνει κάτι πολύ διαφορετικό: να διδάξει ένα μάθημα σε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους ταυτόχρονα.

Και εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της διδασκαλίας. Η τάξη έχει έναν κοινό πίνακα, ένα κοινό σχολικό βιβλίο, ένα αναλυτικό πρόγραμμα και έναν κοινό διδακτικό χρόνο. Οι μαθητές, όμως, δεν είναι ίδιοι. Δεν έχουν τις ίδιες προηγούμενες γνώσεις, τις ίδιες ικανότητες, τα ίδια ενδιαφέροντα, τον ίδιο ρυθμό μάθησης ή τα ίδια κίνητρα. Κάποιος μπορεί να κατανοεί μια έννοια μέσα από ένα παράδειγμα, κάποιος άλλος μέσα από ένα πείραμα και ένας τρίτος χρειάζεται περισσότερο χρόνο, περισσότερη καθοδήγηση ή μια διαφορετική προσέγγιση.

Επομένως, η πραγματική πρόκληση για τον εκπαιδευτικό δεν είναι απλώς να γνωρίζει καλά το αντικείμενο που διδάσκει. Είναι να μπορεί να μετασχηματίζει αυτή τη γνώση, ώστε να γίνει προσβάσιμη σε διαφορετικούς μαθητές. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να γνωρίζεις τι θα διδάξεις. Πρέπει να γνωρίζεις και σε ποιον, με ποιον τρόπο και με ποια μέσα θα το διδάξεις.

Η θεωρία του J.Piaget, παραμένει επίκαιρη, αντιμετωπίζοντας τον μαθητή ως ενεργό υποκείμενο της μαθησιακής διαδικασίας. Ο μαθητής δεν δέχεται παθητικά έτοιμες πληροφορίες, αλλά οικοδομεί τη γνώση με βάση τις δικές του εμπειρίες και τον δικό του τρόπο κατανόησης. Η γνώση, επομένως, δεν μεταφέρεται απλώς από τον εκπαιδευτικό στον μαθητή· κατασκευάζεται από τον ίδιο τον μαθητή. Αυτό σημαίνει ότι ένα ενιαίο ερέθισμα ή μία και μοναδική διδακτική προσέγγιση δεν είναι πάντα αρκετή για όλους. Το μαθησιακό περιβάλλον χρειάζεται να προσφέρει ποικιλία ερεθισμάτων και ευκαιριών, ώστε διαφορετικοί μαθητές να μπορούν να οικοδομήσουν τη γνώση με τον δικό τους τρόπο.

Συμπέρασμα: ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη διδασκαλία ως μια διαδικασία ίδια για όλους

Εδώ ακριβώς κρύβεται η τέχνη του να διδάσκεις τους πάντες. Δεν σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει να βρει έναν μαγικό τρόπο διδασκαλίας που θα λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά για κάθε μαθητή. Σημαίνει ότι πρέπει να μπορεί να διδάσκει το ίδιο αντικείμενο μέσα από διαφορετικές διαδρομές, να δίνει διαφορετικά ερεθίσματα, να δημιουργεί διαφορετικές ευκαιρίες συμμετοχής και να επιτρέπει στους μαθητές να προσεγγίζουν τη γνώση με τρόπους που ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.

Το βέβαιο είναι ότι αν πραγματικά θέλουμε μια σχολική τάξη στην οποία όλοι οι μαθητές να έχουν τη δυνατότητα να μάθουν, τότε πρέπει να δημιουργήσουμε και τις κατάλληλες συνθήκες για τον εκπαιδευτικό που βρίσκεται καθημερινά μέσα σε αυτήν.

Η πολιτεία μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά μέσα από συστηματική και πρακτική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η οποία δεν θα περιορίζεται στην παρουσίαση θεωριών, αλλά θα τους παρέχει συγκεκριμένα εργαλεία διαφοροποιημένης διδασκαλίας, διαχείρισης της ετερογένειας και αξιοποίησης διαφορετικών μαθησιακών προσεγγίσεων. Παράλληλα, επιβάλλεται ένας ρεαλιστικός σχεδιασμός των αναλυτικών προγραμμάτων, επαρκής χρόνος για προετοιμασία και κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό.

Οι ερευνητές που μελετούν τη μάθηση, τη σχολική τάξη, τις εκπαιδευτικές ανισότητες και τις σύγχρονες διδακτικές πρακτικές παράγουν γνώση που μπορεί να βοηθήσει σημαντικά τη λήψη αποφάσεων. Αντίστοιχα, το Υπουργείο Παιδείας γνωρίζει τις πραγματικές ανάγκες και τους περιορισμούς ενός ολόκληρου εκπαιδευτικού συστήματος. Αυτές οι δύο πλευρές δεν θα πρέπει να λειτουργούν παράλληλα, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Χρειάζεται ένας διαρκής διάλογος μεταξύ ερευνητών, εκπαιδευτικών και πολιτείας, ώστε η εκπαιδευτική πολιτική να στηρίζεται όσο γίνεται περισσότερο σε τεκμηριωμένη γνώση, αλλά και η εκπαιδευτική έρευνα να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να λειτουργήσει το σχολείο.

Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι όλοι οι μαθητές να μάθουν με τον ίδιο τρόπο, αλλά όλοι να έχουν πραγματική ευκαιρία να μάθουν. Λίγο πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι, ο εκπαιδευτικός γνωρίζει ότι σε λίγα λεπτά θα βρεθεί απέναντι σε μια τάξη γεμάτη διαφορετικούς ανθρώπους. Δεν μπορεί να γνωρίζει από πριν ποια ακριβώς διαδρομή θα ακολουθήσει ο καθένας για να φτάσει στη γνώση. Μπορεί, όμως, να δημιουργήσει περισσότερες από μία διαδρομές.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στο «διδάσκω» και στο «διδάσκω αποτελεσματικά»: το πρώτο μπορεί να αφορά την παρουσίαση μιας γνώσης, ενώ το δεύτερο προϋποθέτει να κοιτάξεις τους μαθητές απέναντί σου και να αναρωτηθείς όχι μόνο «τι θα διδάξω σήμερα;», αλλά κυρίως «πώς θα μπορέσει ο καθένας από αυτούς να μάθει;». Γιατί η πραγματική τέχνη της διδασκαλίας δεν βρίσκεται στο να διδάσκεις σε όλους το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο, αλλά στο να μπορείς, μέσα στην ίδια τάξη, να δίνεις σε όλους έναν δρόμο προς τη μάθηση.

Στέλλα Γκούζου

Καθηγήτρια Δ/θμιας Εκπαίδευσης

Υπ. Διδ. Tμήματος Xημείας Α.Π.Θ.

Μέλος της Ε.Ε.Χ.

Μοιραστείτε την είδηση