Του Κώστα Καραμάρκου – Συμβούλου Στρατηγικής
Η παρουσίαση της ΔΕΗ στο Περιφερειακό Συμβούλιο της 29ης Οκτ 2026, τα (αναμενόμενα) μεγάλα μεγέθη και τα ερωτήματα που η περιοχή οφείλει να θέτει πριν διαμορφωθούν οριστικά οι συνθήκες της επόμενης ημέρας.
Πότε, επιτέλους, η γνώση θα προηγηθεί των εξελίξεων;
Η παρουσίαση του επενδυτικού σχεδιασμού της ΔΕΗ στο Περιφερειακό Συμβούλιο, στις 29 Οκτωβρίου, δίνει πλέον συγκεκριμένο περιεχόμενο σε εκείνον τον προβληματισμό.
Είναι ασφαλώς θετικό πως πρώτη φορά παρουσιάστηκαν στην περιοχή αναλυτικότερα τεχνικά στοιχεία, μεγέθη, χρονοδιαγράμματα και εκτιμήσεις επιπτώσεων για μια επένδυση που, εφόσον υλοποιηθεί, μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον οικονομικό και παραγωγικό χάρτη της Δυτικής Μακεδονίας.
Από την άλλη πλευρά, η παρουσίαση ενός μεγάλου επενδυτικού σχεδίου δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η περιοχή γνωρίζει επαρκώς τις συνθήκες που πρόκειται να διαμορφωθούν. Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει ότι έχει προετοιμαστεί για να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες και να διαχειριστεί τους κινδύνους.
Από τα 300 MW στο 1 GW. Τι ακούσαμε;
Η πρώτη φάση του Data Center στον Άγιο Δημήτριο αφορά εγκατάσταση συνολικής ηλεκτρικής ισχύος 300 MW, με 240 MW υπολογιστικής ισχύος, και στόχο ολοκλήρωσης στα τέλη του 2028. Παράλληλα, παρουσιάστηκε η προοπτική επέκτασης στο 1 GW, η οποία εξακολουθεί να απαιτεί περαιτέρω προετοιμασία, τεχνική ωρίμανση και τη λήψη των αναγκαίων εγκρίσεων.
Η ΔΕΗ παρουσίασε εκτιμήσεις για 400–500 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης κατά τη λειτουργία της πρώτης φάσης και έως 2.500 εργαζομένους στην αιχμή της κατασκευής.
Πρόκειται πραγματικά για πολύ σημαντικά μεγέθη.
Ποτέ όμως δεν πρέπει να συγχέουμε τις προσωρινές θέσεις κατασκευής με τη μόνιμη απασχόληση. Ούτε τις προβλέψεις της ΔΕΗ με πραγματικά εγγυημένα αποτελέσματα για την τοπική οικονομία.
Η ΔΕΗ παρουσίασε σημαντικά στοιχεία για την επενδυτική διάσταση και τα δυνητικά οφέλη του έργου. Ωστόσο, η συγκρότηση ενός νέου τοπικού παραγωγικού οικοσυστήματος αποτελεί μια διαφορετική και πολύ πιο σύνθετη αναπτυξιακή πρόκληση. Ένα Data Center μπορεί να εγκατασταθεί στη Δυτική Μακεδονία χωρίς η Δυτική Μακεδονία να εξελιχθεί απαραίτητα σε πραγματικό κέντρο ψηφιακής οικονομίας.
Αυτή είναι μια κρίσιμη διάσταση που πρέπει να αναγνωρίσουμε.
Η ενέργεια, το νερό και η γη δεν είναι απλώς τεχνικές παράμετροι του έργου.
Σύμφωνα με την παρουσίαση, η ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της πρώτης φάσης υπολογίζεται σε περίπου 2,33 TWh. Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη, διαρκή ενεργειακή ζήτηση, η οποία συνδέεται με σχεδιαζόμενες συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Η ΔΕΗ υποστήριξε ότι η επένδυση δεν θα επιβαρύνει το δίκτυο και τους καταναλωτές.
Πως όμως θα τεκμηριώνεται και θα παρακολουθείται αυτό στην πράξη;
Πως θα εξασφαλίζεται η αντιστοίχιση της κατανάλωσης με την παραγωγή καθαρής ενέργειας;
Ποιες νέες ενεργειακές και δικτυακές υποδομές θα χρειαστούν και ποιος θα αναλαμβάνει το κόστος τους;

Αντίστοιχα, παρουσιάστηκε εκτιμώμενη κατανάλωση νερού ψύξης περίπου 203.000 κυβικών μέτρων ετησίως, με διαφορετικές προβλέψεις για μελλοντικές κλιματικές συνθήκες.
Το μέγεθος αυτό μπορεί να είναι σαφώς χαμηλότερο από την ιστορική κατανάλωση του λιγνιτικού σταθμού. Δεν αναιρεί όμως την ανάγκη να εξεταστούν οι συνολικές μελλοντικές υδατικές ανάγκες της περιοχής, η προέλευση του νερού, οι ανταγωνιστικές χρήσεις και οι σωρευτικές επιπτώσεις.
Ανάλογες απαντήσεις απαιτούνται για τον θόρυβο, την τοπική θερμική επιβάρυνση, τις εφεδρικές γεννήτριες, την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και τις μακροχρόνιες περιβαλλοντικές επιδόσεις.
Οι προσομοιώσεις που παρουσιάστηκαν αποτελούν ένα πρώτο σημαντικό τεχνικό υπόβαθρο. Δεν υποκαθιστούν όμως την ανεξάρτητη αξιολόγηση και τη συνεχή παρακολούθηση.

Η Δυτική Μακεδονία γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να ανακαλύπτει μια κοινωνία τις πραγματικές επιπτώσεις ενός παραγωγικού μοντέλου αρκετά χρόνια μετά την εγκατάστασή του.
Δεν υπάρχει προφανώς κανένας απολύτως λόγος να επαναλάβουμε αυτή την εμπειρία.
Από τη θερμότητα των servers στη νέα τοπική παραγωγή;
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παράμετρος της παρουσίασης των στελεχών της ΔΕΗ αφορά τη δυνατότητα ανάκτησης περίπου 94 MW θερμικής ισχύος, με προοπτική αξιοποίησης της απορριπτόμενης θερμότητας σε θερμοκήπια και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες.
Η ΔΕΗ αναφέρθηκε σε δυνατότητα υποστήριξης 450–900 στρεμμάτων θερμοκηπιακών εγκαταστάσεων, υπό συγκεκριμένες τεχνικές προϋποθέσεις.
Εδώ υπάρχει μια δυνητικά ουσιαστική ευκαιρία.
Όχι όμως χωρίς ολοκληρωμένο παραγωγικό και επιχειρηματικό σχεδιασμό.
- Ποιος θα οργανώσει αυτές τις επενδύσεις;
- Ποιοι θα είναι οι φορείς υλοποίησης;
- Ποια θα είναι η οικονομική βιωσιμότητα της αξιοποίησης της θερμότητας;
- Θα συμμετέχουν υφιστάμενες επιχειρήσεις, νέοι παραγωγοί και τοπικά συνεργατικά σχήματα;
- Και κυρίως: θα έχουμε έγκαιρα ένα οργανωμένο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο συμπληρωματικών δραστηριοτήτων ή θα αναζητούμε χρήστες της διαθέσιμης θερμότητας όταν το Data Center θα έχει ήδη ολοκληρωθεί;
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις είναι πολύ μεγάλη.
Ποιος προετοιμάζει τη Δυτική Μακεδονία;
Εδώ βρίσκεται, κατά την άποψή μου, το βασικό πολιτικό και αναπτυξιακό ζήτημα. Η ΔΕΗ έχει τον δικό της επιχειρηματικό σχεδιασμό, τους συνεργάτες της, τα τεχνικά της επιτελεία και τους καθαρούς επενδυτικούς της στόχους. Και είναι προφανώς απολύτως θεμιτό.
Ποιος όμως έχει αναλάβει, με αντίστοιχη συστηματικότητα, να διαμορφώσει τη στρατηγική της ίδιας της περιοχής απέναντι σε αυτές τις επενδύσεις;
Η Περιφέρεια, οι Δήμοι, το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, τα Επιμελητήρια, οι αναπτυξιακοί φορείς και οι παραγωγικοί οργανισμοί δεν αρκεί να ενημερώνονται σε σημαντικές συνεδριάσεις και να τοποθετούνται επί των παρουσιάσεων.
Χρειάζεται να παράγουν οι ίδιοι γνώση, να αξιολογούν εναλλακτικές, να διατυπώνουν τεκμηριωμένες απαιτήσεις και να παρακολουθούν διαρκώς την εξέλιξη των επενδύσεων.
Και μάλιστα πριν από τις κρίσιμες αποφάσεις.
Για παράδειγμα:
- Ποιες ειδικότητες θα ζητηθούν πραγματικά και σε ποιο χρονικό ορίζοντα; Πώς συνδέονται με τους αποφοίτους του Πανεπιστημίου, την επαγγελματική εκπαίδευση και κάποιους από τους εργαζομένους που έχασαν τη δουλειά τους λόγω της απολιγνιτοποίησης;
- Ποιο μέρος των προμηθειών, των υπηρεσιών τεχνικής φύσης και της συντήρησης των εγκαταστάσεων μπορεί ρεαλιστικά (έστω και εν μέρει) να καλυφθεί από τοπικές επιχειρήσεις και πως πρέπει να προετοιμαστούν εγκαίρως;
- Θα δημιουργηθούν δυνατότητες για επιχειρήσεις λογισμικού, τεχνητής νοημοσύνης, εφαρμοσμένης έρευνας και ψηφιακών υπηρεσιών ή θα περιοριστούμε στη φιλοξενία μιας μεγάλης υποδομής;
- Πως θα αποτιμώνται & θα καταγράφονται οι επιπτώσεις στο ενεργειακό σύστημα, στο νερό, στις χρήσεις γης και στους οικισμούς, όχι μεμονωμένα αλλά σωρευτικά, μαζί με τις υπόλοιπες επενδύσεις;
- Ποιοι μετρήσιμοι δείκτες θα δείχνουν κάθε χρόνο πόση πραγματική προστιθέμενη αξία παραμένει στη Δυτική Μακεδονία;
- Ποιες από τις προβλέψεις για την απασχόληση, τις τοπικές προμήθειες, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και τις περιβαλλοντικές επιδόσεις μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένους, μετρήσιμους και δημόσια παρακολουθούμενους στόχους; Και ποιος θα έχει την ευθύνη να αξιολογεί την επίτευξή τους;
Τα παραπάνω ερωτήματα δεν διατυπώνονται στη λογική της εναντίωσης στην επένδυση. Είναι όμως εύλογα ερωτήματα που οφείλει να θέτει μια περιοχή η οποία θέλει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του μέλλοντός της.
Να περάσουμε από τις παρουσιάσεις στη διαρκή τεκμηρίωση
Έχουμε ήδη διανύσει επτά χρόνια από την ανακοίνωση της απολιγνιτοποίησης. Και εξακολουθεί να μας λείπει ένας ισχυρός, διαρκής, επιστημονικά τεκμηριωμένος μηχανισμός παρακολούθησης του παραγωγικού μετασχηματισμού της Δυτικής Μακεδονίας.
Το ζητούμενο δεν είναι η δημιουργία ενός ακόμη οργανισμού, αλλά η συγκρότηση μιας μόνιμης τεχνικής και επιστημονικής ικανότητας της Περιφέρειας να συνομιλεί επί ίσοις όροις με μεγάλους επενδυτές, να εξετάζει τις τεχνικές και οικονομικές παραδοχές των σχεδίων τους και να διαμορφώνει εγκαίρως τις δικές της αναπτυξιακές προτεραιότητες.
Χρειαζόμαστε μια ουσιαστική διαδικασία δημόσιας γνώσης, αξιολόγησης και συνεχούς παρέμβασης.
Έναν μόνιμο περιφερειακό μηχανισμό τεκμηρίωσης και παρακολούθησης των μεγάλων επενδύσεων, με επιστημονική συνδρομή του Πανεπιστημίου και συμμετοχή των αρμόδιων θεσμικών και παραγωγικών φορέων που έχουν στελέχη με τεχνική επάρκεια.
Με ανοιχτά δεδομένα όπου αυτό είναι θεσμικά και εμπορικά εφικτό, τακτικές τεχνικές ενημερώσεις, ανεξάρτητη εξέταση κρίσιμων παραδοχών και δημόσια αποτύπωση των πραγματικών αποτελεσμάτων.
Έναν μηχανισμό που δεν θα περιμένει να ανακύψει κάποιο πρόβλημα για να κινητοποιηθεί.
Που θα γνωρίζει εκ των προτέρων τι έρχεται, τι απαιτείται και τι πρέπει να διεκδικήσει η περιοχή.
Αυτός ο μηχανισμός θα μπορούσε να συνδεθεί ουσιαστικά με την περιφερειακή Στρατηγική Έξυπνης Εξειδίκευσης (S3), τις πολιτικές ανάπτυξης δεξιοτήτων, τις δράσεις επιχειρηματικότητας και τον σχεδιασμό της επόμενης προγραμματικής περιόδου 2028–2034.
Γιατί οι μεγάλες επενδύσεις δεν αποτελούν από μόνες τους περιφερειακή αναπτυξιακή στρατηγική. Μπορούν όμως να γίνουν καταλύτες μιας τέτοιας στρατηγικής, εφόσον υπάρξει έγκαιρη προετοιμασία.

Η επόμενη μέρα δεν μπορεί να μας βρίσκει διαρκώς απροετοίμαστους
Η Δυτική Μακεδονία δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει κάθε νέα επενδυτική εξαγγελία είτε ως αυτονόητη σανίδα σωτηρίας, είτε ως αυτονόητη απειλή κατά του περιβάλλοντος.
Ίσως να χρειάζεται μια τρίτη προσέγγιση.
Σοβαρή, θετική απέναντι στις πραγματικές ευκαιρίες, απαιτητική απέναντι στις επενδυτικές δεσμεύσεις και απολύτως τεκμηριωμένη απέναντι στις πιθανές επιπτώσεις.
Το Περιφερειακό Συμβούλιο της 29ης Οκτωβρίου αποτέλεσε μια ουσιαστική ευκαιρία ενημέρωσης.
Δεν πρέπει όμως να παραμείνει απλώς μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση. Οφείλει να γίνει η αφετηρία μιας συνεχούς, οργανωμένης διαδικασίας ερωτήσεων, απαντήσεων, επιστημονικής αξιολόγησης και περιφερειακής προετοιμασίας.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν θα δημιουργηθεί ένα από τα μεγαλύτερα Data Centers της ευρύτερης περιοχής. Είναι εάν η Δυτική Μακεδονία θα μπορέσει να αξιοποιήσει αυτή την εξέλιξη για να δημιουργήσει νέες επιχειρήσεις, να κρατήσει νέους επιστήμονες, να αναπτύξει δεξιότητες και να αποκτήσει πραγματικό ρόλο στη νέα ψηφιακή οικονομία.
Και κυρίως, εάν θα αρχίσουμε επιτέλους να γνωρίζουμε, να σχεδιάζουμε και να διεκδικούμε πριν από τις εξελίξεις, αντί να προσπαθούμε κάθε φορά να τις κατανοήσουμε εκ των υστέρων.

Η γνώση πρέπει να προηγείται.
Διαφορετικά, ακόμη και οι μεγαλύτερες επενδύσεις κινδυνεύουν να περάσουν από τον τόπο μας χωρίς να μετασχηματίσουν ουσιαστικά την οικονομία του …









