Δυσαριστοτόκεια

13 Min Read

Του Μιχάλη Βαρέκα*

«ὤ μοι ἐγὼ δειλή, ὤ μοι δυσαριστοτόκεια» 

                                     Ομήρου Ιλιάδα, Ραψωδία Σ (στίχος 54)

Από τον συνάδελφο μου, Γιώργο Φραγκάκο, του 3ου ΓΕΛ Χανίων, πρωτάκουσα αυτήν τη λέξη. Ο Γιώργος μού ανέλυσε ότι αυτός ο όρος είναι δημιούργημα του ίδιου του Ομήρου και τον έβαλε στα χείλη της Θέτιδας όταν εκείνη αναφέρεται στον Αχιλλέα, τον γιο της

Ο όρος αποδίδει με συγκλονιστικό τρόπο τον απόλυτο θρήνο της μάνας, η οποία νιώθει βαθιά δυστυχισμένη, όχι επειδή το παιδί της υστερεί, αλλά επειδή ακόμη και η αριστεία και η δόξα του δεν είναι ικανές να τον λυτρώσουν από τον πρόωρο θάνατο.

Αυτός ο όρος στριφογυρίζει διαρκώς στο μυαλό μου από τη στιγμή που, σήμερα, πληροφορήθηκα τον θάνατο του Παναγιώτη Δημόπουλου.

Ποιος ήταν ο Παναγιώτης Δημόπουλος;

Καταθέτω εδώ λίγα λόγια όχι για να προσθέσω κάτι περισσότερο στα όσα γράφτηκαν, γράφονται και θα γράφονται από ανθρώπους που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του, αλλά γιατί πιστεύω πως το πρόσωπο και το έργο του, οφείλει να γίνει γνωστό και κτήμα για τα παιδιά μου και τους μαθητές της πόλης μου.

 Ο Παναγιώτης Δημόπουλος υπήρξε ως προσωπικότητα «πνευματικό κεφάλαιο» για την πόλη και την περιοχή μας. Στα μάτια μου, η παρουσία του Παναγιώτη και η σχέση του με την πόλη της Κοζάνης είναι ανάλογη με εκείνη του Ν. Γ. Πεντζίκη και της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι απλώς βιογραφική, αλλά βαθιά υπαρξιακή, λογοτεχνική και καλλιτεχνική. Για τον κορυφαίο αυτόν μουσικό, συνθέτη, στοχαστή, εκπαιδευτικό και συγγραφέα η Κοζάνη δεν αποτελούσε ένα απλό σκηνικό, αλλά έναν ζωντανό οργανισμό, μια «Μητέρα» -τραγική όπως η Θέτιδα-, και το κέντρο ολόκληρου του κοσμοειδώλου του. 

Αξίζει να αναφέρω εδώ κάποια βιογραφικά στοιχεία, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει στο βιβλίο του «Παλίμψηστα», με έναν μοναδικό και ρωμαλέο τρόπο γραφής, όπου οι λέξεις, η σύνταξή τους και το χιούμορ τοποθετούνται αρμονικά όπως οι νότες στις σελίδες πενταγράμμου ενός τετραδίου μουσικής βγάζοντας μια υπέροχη μελωδία:

«Τον Νοέμβριο του 1977, ο Ιωάννης Δ. Δημόπουλος 51 ετών και η σύζυγος του Στυλιανή Λ. Ψαριανού 43 ετών, αμφότεροι τέκνα πολύτεκνων ιερέων και πάντα διστακτικοί να δεχτούν νέες βιοηθικές μόδες όπως η αντισύλληψη, προέβησαν σε αδιαμφισβήτητες ενέργειες που απέφεραν καρπό. Παρά τις συστάσεις γιατρών για άμβλωση, καθώς προηγήθηκαν 2 αποτυχημένες εγκυμοσύνες και η κυοφορούσα ήταν προκεχωρημένης ηλικίας, το ζεύγος για μια ακόμη φορά άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν φυσικά έχοντας ακλόνητη πίστη στο Θεό. Ως εκ τούτου, το έμβρυο εκείνο που σήμερα είναι ο συγγραφέας του παρόντος, αποδοκιμάζει την πρακτική της άμβλωσης για προσωπικούς λόγους. Φυσικά, όσοι τον γνωρίζουν καλά την επιδοκιμάζουν.

Έτσι, το πρωί της Κυριακής 7ης Αυγούστου του 1977, ημέρα κηδείας του αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακάριου του Γ΄, στο Μαιευτήριο «Λητώ» λίγα μέτρα δυτικά της πρεσβείας του Ισραήλ, ο γυναικολόγος Ν. Κάττουλας ήρθε πρώτος σε μετωπιαία συνάντηση με τον γράφοντα και ανακοίνωσε στη μητέρα –σύμφωνα με την ίδια- πως «πρόκειται για μεγάλη φυσιογνωμία». Αυτή ήταν μια φράση που ο γιατρός μάλλον έλεγε ενθαρρυντικά σε κάθε νέα μητέρα, και όπως κάθε νέα μητέρα, έτσι και η συγκεκριμένη τη θεώρησε σπάνια και ασφαλή και την επαναλαμβάνει ενίοτε για να δικαιολογηθεί».   

Έτσι, ξεκίνησε η πορεία ζωής του Παναγιώτη, και θεωρώ μεγάλη ευλογία που οι δρόμοι μας συναντήθηκαν.

Βλέπετε, με τον Παναγιώτη υπήρξαμε συμμαθητές στο 1ο Δημοτικό σχολείο Κοζάνης. Έχω την τιμή και το «καύχημα»  -πια- να λέω ότι στην ΣΤ΄Δημοτικού μοιραστήκαμε το ίδιο θρανίο. 

Ήμασταν μια «δεμένη» τάξη στο σχολείο. Πολλά παιδιά, διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες αλλά δεμένη. Και σ ’αυτή την τάξη, ο Παναγιώτης ήταν ο κορυφαίος, ο πρώτος, ο σημαιοφόρος μας. Έχαιρε του θαυμασμού και του σεβασμού όλων των συμμαθητών, καθώς εκτός από τις άριστες επιδόσεις του στα μαθήματα, διακρίνονταν για την ικανότητα του στον αθλητισμό –καλός ποδοσφαιριστής και ακόμη καλύτερος μπασκετμπολίστας, γνήσιο τέκνο του ’87- αλλά και για την καλοσύνη του και φυσικά για το «κοφτερό» και «ανοιχτό» μυαλό του, πολλά σκαλιά πάνω από τους υπόλοιπους, αλλά και το βαθυστόχαστο και άκρως επιτυχημένο χιούμορ του, απόρροια των ικανοτήτων της σκέψης του αλλά και της καλής καρδιάς του –δεν υπήρξε ποτέ προσβλητικός. Με μία λέξη: Χαρισματικός!

Η μετέπειτα λοιπόν πορεία του, και η παρουσία του στα δρώμενα της πόλης, δεν ήταν καθόλου –μα καθόλου- έκπληξη για εμάς. Ήταν η φυσιολογική εξέλιξη και πορεία:

Μουσικές σπουδές (σύνθεση και πιάνο) στο Ηνωμένο Βασίλειο, με υποτροφίες από την Επιτροπή Φοιτητικών Βραβείων της Σκωτίας, το Βασιλικό Κολλέγιο του Μάντσεστερ, το Robinson College του Πανεπιστημίου του Cambridge και το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών, Διδακτορικό στη μουσική σύνθεση από το Πανεπιστήμιο του York, εργογραφία με πάνω από 100 συνθέσεις, προσωπικές ηχογραφήσεις ως πιανίστας με εγκωμιαστικές κριτικές και σημαντική εκπαιδευτική πορεία και άλλα πολλά… Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο αρκεί για να διαπιστώσετε το μέγεθος.

Για εμάς, βέβαια, υπήρξε πάντα ο συμμαθητής μας και μια κορυφαία προσωπικότητα ως πολίτης της Κοζάνης. Ασχολήθηκε με τα κοινά –αν και αρχικά, σύμφωνα με τον ίδιο, αρνήθηκε. Φάνηκε όμως ότι υπερίσχυσε το αίσθημα αγάπης και ευθύνης προς την πόλη του. Έτσι, διετέλεσε Πρόεδρος της Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης και Αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Δήμου Κοζάνης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του συμμετείχε ενεργά σε εκδηλώσεις και δράσεις που ανέδειξαν την ιστορία, τα γράμματα και τις τέχνες της πόλης, μεταξύ άλλων σε εκδηλώσεις της Κοβενταρείου Βιβλιοθήκης και του Συμποσίου Λογοτεχνίας.

Σε συνέντευξή του στον Βασίλη Κουτσονάνο αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Την συμμετοχή μου στα κοινά την θεώρησα ό,τι και την στρατιωτική μου θητεία, ό,τι και την θητεία μου στο δημόσιο σχολείο: ένορκη επιτέλεση καθηκόντων, με όλες τις αδυναμίες και τα προσωπικά σφάλματα που εγγυώμαι. Θα το ξαναέκανα τότε, θα το ξανακάνω πλέον μόνο μετά από ευγενική και επίμονη παράκληση χωρίς να πολυσηκώσω το χέρι, καθώς θεωρώ πως η ¨υποχρεωτική¨ συνδρομή μου στα της τοπικής πολιτείας είχε ικανοποιητικό δείκτη αποτελέσματος με ημερομηνία λήξης. Πιστεύω στην κληρωτή δημοκρατία και όχι στα ¨πολιτικά κεφάλαια¨.

Και ειδικά για τη σχέση του με την πόλη ομολογεί:

«Είμαι αρχαίος Κοζανίτης με καταγωγή ημίαιμου. [..] Δεν θα γίνω ποτέ τουρίστας ή αποδημητικός λαογράφος και χαμαιλέων: άλλο η ζωή και άλλο η περιήγηση της. […] Το 2007 επέστρεψα στην πατρίδα μας… Δεν θα υποκριθώ: η επιστροφή την ώρα της οικονομικής καταστροφής της χώρας με ανάγκασε να αλληθωρίσω μια-δυο φορές. Εκτοτε ζω διαρκώς στην Κοζάνη και εργάζομαι αλλού-εδώ και μερικά χρόνια στην Πτολεμαϊδα. Η πόλη αυτή και η περιοχή της είναι για εμένα οι κοινωνικοί μόχθοι των νεκρών μου και η εικόνα των αρετών τους. Είναι επίσης η μία πατρίδα των παιδιών μου. Επομένως η φυγή από εδώ θα ήταν και μια πράξη απόρριψης τους. Δεν έχω επιστρέψει ακόμη στην Κοζάνη είναι η αλήθεια. Θα επιστρέψω όταν έχω προσφέρει κάτι ουσιαστικό στην κοινωνία της. Και δεν θέλω να επιστρέψω σαν «άξιο τέκνο» της διασποράς αλλά να την ζω με όλες τις ματαιώσεις και αλήθειες της. […] Έπειτα μου αρέσει το χιούμορ της περιοχής μας, το δωρικό ιδίωμα μας, ο πανευρωπαϊκός καιρός μας, τα σαφή εδέσματα μας, ακόμη και η υπερρεαλιστική αρχιτεκτονική μας, ο ύποπτος ρατσισμός μας, ο άσχημος φωτισμός μας, η μεγάλη απελπισία μας, τα πολλά κουσούρια μας. Μου αρέσουν όλα στην Κοζάνη, ακόμα κι όταν βλαστημάω και το κάνω συχνά γιατί είναι δική μου, συχνά ανυπόφορη κι έχω κάθε δικαίωμα». 

Και αναφέρει:

«Είναι η πατρίδα μου. Την παρενοχλώ και με βασανίζει. Στο τέλος θα με θάψει και θα πρέπει να με χωνέψει. Το λες και Αγιωργίτικο win-win»

Θα ήθελα να του το καταθέσω εδώ, ότι αυτή του η συνέντευξη και αυτά του τα λόγια υπήρξαν καταλυτικά και γεμάτα στήριξη για μένα όταν επέστρεψα στην πόλη και βίωσα με την οικογένεια μου εκείνο τον τραυματικό πρώτο χρόνο της προσαρμογής. Το είχαμε συζητήσει και εκείνο το απόγευμα που τον συνάντησα έξω από τον «παππού Άη Νικόλα». «Σε καταλαβαίνω» μου είπε. Και συμπλήρωσε με σιγουριά και ενθαρρυντικά: «Έκανες το σωστό! Όλα θα πάνε καλά.». Και όντως, έτσι έγινε…

Τελευταία φορά που τον συνάντησα ήταν στην αίθουσα συναυλιών «30 καρέκλες» σε ένα μαγευτικό ρεσιτάλ άρπας μίας φίλης. Ακόμη τον έχω στο μυαλό μου: αφού μας καλωσόρισε, κάθισε αναπαυτικά, άνετος απέναντι από την καλλιτέχνη σε μία πολυθρόνα, με το χέρι στο μάγουλο, με τον αντίχειρα να αγκαλιάζει το πηγούνι, ο δείκτης ψηλά δίπλα από το μάτι και τα άλλα δάχτυλα μπροστά στο στόμα. Έκλεινε τα μάτια όχι για να τον αγκαλιάσει ο Μορφέας, αλλά για να συγκεντρωθεί στους ήχους σε μια «μυστική» μέθεξη που μόνο λίγοι, προικισμένοι από τη γέννηση τους μουσικοί μπορούν να βιώσουν και να κοινωνήσουν…

Τα λόγια του γιατρού, λοιπόν, επαληθεύτηκαν στο απόλυτο, αλλά μαζί με αυτά έμελλε να επαναληφθεί στα πρόσωπα του Παναγιώτη και της μητέρας του ο ομηρικός όρος της «δυσαριστοτόκειας».

Σε συναντήσεις με τους συμμαθητές, πληροφορηθήκαμε το τραγικό μαντάτο: Ο Παναγιώτης χτυπήθηκε στο δυνατό του σημείο… Αδύνατον… Και όμως…

Ένα αίσθημα παραπόνου μας κυρίεψε. Ο Παναγιώτης ήταν άνθρωπος του φωτός, που μεταλαμπάδευε τον φωτισμό σε όσους συναναστρέφονταν μαζί του. Έτσι βάλθηκα να σχετιστώ με τον παλιό συμμαθητή μου μέσα από τις συνεντεύξεις, τα βίντεο, αλλά κυρίως τα βιβλία του. Πιστέψτε με, αξίζει να τα αγοράσετε και να τα διαβάσετε. Σ’ αυτά όχι απλά γνώρισα αλλά βίωσα τον διανοούμενο Παναγιώτη. Υψιπετής γραφή, λεξιλόγιο, νοήματα, ιστορικές, θρησκευτικές και μουσικές συνθέσεις και αναφορές που πλουτίζουν μεταμορφωτικά το νου και την ψυχή του αναγνώστη. Δύσκολα βιβλία αλλά και τόσο γοητευτικά… Μια μαγεία… 

Στις συναντήσεις των συμμαθητών ρωτούσαμε να μάθουμε νέα. Δεν ήταν ευχάριστα. Και σήμερα πληροφορήθηκα το τέλος…

Η αδελφή του, ανακοίνωσε τη δυσάρεστη είδηση, γράφοντας: «Λήξις, όπως έλεγε ο ίδιος. Ανάμεσα σε δυο ανάσες χθες το βράδυ ήσυχα. Μακαρία η οδός». 

Οι συμμαθητές αποχαιρετούμε τον πρώτο, τον άριστο και σημαιοφόρο της τάξης. Ολόκληρη η πόλη όμως αποχαιρετά με πόνο ανάμεικτο με ευγνωμοσύνη και καμάρι, ένα κορυφαίο πολίτη και παιδί της, έναν αληθινό διανοούμενο –όπως ανέφερε και ο Άρης- το έργο του οποίου υπάρχει ως παρακαταθήκη και θα ερευνηθεί διεξοδικά από τη νέα γενιά της πόλης σε σεμινάρια, έρευνες και διδακτορικές διατριβές…

Αιωνία η Μνήμη…

* Ο Μιχάλης Βαρέκας είναι εκπαιδευτικός και υπήρξε συμμαθητής του Παναγιώτη Δημόπουλου στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Κοζάνης.

Μοιραστείτε την είδηση