Έφυγε από τη ζωή ο κοζανίτης Σπύρος Χαλβατζής, ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ

10 Min Read

Γεννημένος το 1947 στην Κοζάνη, διετέλεσε γραμματέας του ΚΣ της ΚΝΕ και επί σειρά ετών μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ

Ο Σπύρος Χαλβατζής, με καταγωγή από την Κοζάνη, όπου γεννήθηκε το 1947, έφυγε από τη ζωή μετά από μάχη που έδινε τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στο ειδησεογραφικό portal του ΚΚΕ, 902.gr.

Όπως αναφέρεται, ο Σπύρος Χαλβατζής διετέλεσε γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ —εκλεγμένος στο 2ο Συνέδριό της και μέχρι το 1986— και για πολλά χρόνια μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, στην οποία πρωτοεκλέχθηκε στο 10ο Συνέδριο. Κατά την ίδια πηγή, ως γραμματέας της Νεολαίας Λαμπράκη στον νομό Καστοριάς συνελήφθη για πρώτη φορά από τη δικτατορία το 1967 και εξορίστηκε, ενώ τον Νοέμβριο του 1973, μία εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, συνελήφθη εκ νέου.

Το ΚΚΕ αναφέρει ότι θα ακολουθήσουν αναλυτικότερο δημοσίευμα και ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής.

Ακολουθεί αυτούσιο το κείμενο όπως δημοσιεύθηκε στο 902.gr:


Έφυγε από τη ζωή ο σύντροφος Σπύρος Χαλβατζής, μετά από γενναία μάχη που έδινε τα τελευταία χρόνια, σκορπίζοντας μεγάλη θλίψη στο Κόμμα.

Στην μακρά κομματική του ζωή, ο σύντροφος Σπύρος υπηρέτησε το Κόμμα με αυταπάρνηση και από θέσεις μεγάλης ευθύνης.

Υπήρξε γραμματέας του ΚΣ της ΚΝΕ, εκλεγμένος στο 2ο Συνέδριό της και μέχρι το 1986. Διετέλεσε για πολλά χρόνια μέλος του ΠΓ της Κεντρικής Επιτροπής, όπου και εκλέχτηκε πρώτη φορά μέλος της στο 10ο Συνέδριο.

Ο σύντροφος Σπύρος γεννήθηκε το 1947 στην Κοζάνη, από οικογένεια αγωνιστών.

Ως γραμματέας της Νεολαίας Λαμπράκη στο νομό Καστοριάς, πιάστηκε για πρώτη φορά από τη δικτατορία το 1967 και εξορίστηκε στη Γυάρο, στο Λακκί της Λέρου, στον Ωρωπό, για να επιστρέψει και να απολυθεί τελικά από τη Γυάρο.

Τον Νοέμβρη του 1973, μία εβδομάδα μετά τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου, συνελήφθη ξανά και εξορίστηκε στη Γυάρο.

Θα ακολουθήσει αναλυτικότερο δημοσίευμα και ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ.

Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τη «Σύγχρονη Εποχή» το βιβλίο του συντρόφου Σπύρου με τον τίτλο «Απείθαρχοι – Μια ζωή δοσμένη στον αγώνα». Να πως περιγράφει ο ίδιος στον «πρόλογο» με τον τίτλο «Οδοιπορικό», στιγμές που καθόρισαν τη ζωή και τη δράση του, δεμένη με το Κόμμα και τους αγώνες του εργατικού λαϊκού κινήματος:

Αυτό το «Οδοιπορικό» θα μπορούσε να ξεκινήσει με την ιστορία μιας φωτογραφίας. Κι αυτό γιατί η φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν εβδομήντα εφτά χρόνια, την άνοιξη του 1948, έχει τη δική της ιστορία. Ήταν τότε που ο πατέρας μας βρισκόταν πάλι εξορία. Ήταν η τέταρτη φορά που τον έστελνε εξορία το αστικό κράτος. Η πρώτη ήταν στη Γαύδο το 1928. Στη Φολέγανδρο εξορίστηκε το 1932 και στην Ανάφη το 1937. Τώρα, ήταν στο θανατονήσι της Μακρονήσου.

Μια ζωή στον αγώνα, στις γραμμές του ΚΚΕ, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για τον σοσιαλισμό. Η Μάνα μας, παλιά ΕΛΑΣίτισσα, έβγαλε αυτήν τη φωτογραφία για να την στείλει στον σύντροφό της στη ζωή και στον αγώνα, να δει τα πέντε παιδιά του. Για να την έχει κάπου στο αντίσκηνο, να βλέπει τους αγαπημένους του – που βίωναν και εκείνοι την τραγικότητα της περιόδου – και να παίρνει και από αυτήν κουράγιο για να αντιμετωπίσει τα βασανιστήρια.

Ταχυδρομήθηκε ένα γράμμα και αυτή η φωτογραφία, αλλά ο φάκελος δεν έφτασε τότε στον παραλήπτη. Και αυτό, γιατί εκείνα τα χρόνια η Ασφάλεια έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να αποκόβει ακόμα και την επαφή, την επικοινωνία των οικογενειών των αγωνιστών με τους δικούς τους, φυλακισμένους και εξόριστους. Άνοιγαν τα γράμματα και, ανάλογα με το περιεχόμενό τους, άλλα τα έσκιζαν και τα πετούσαν στο καλάθι των απορριμμάτων και σε άλλα, με μελανί μολύβι, έσβηναν ό,τι δεν τους άρεσε – ίσως οι εκπρόσωποι του κράτους να φαντάζονταν πως αυτό που ήταν γραμμένο στο χαρτί είχε μια «κωδική σημασία», είχε μια ειδοποίηση για τον πολιτικό εξόριστο ή κρατούμενο.

Αυτό, όμως, το γράμμα ακολούθησε μια ξεχωριστή διαδρομή γιατί αυτός που ανέλαβε να το «ελέγξει» και να το λογοκρίνει, προφανώς αφού διάβασε το κείμενο, είδε και τη φωτογραφία της Μάνας μας και τα αθώα πρόσωπα των πέντε παιδιών της, τσαλάκωσε τον φάκελο – μαζί με το γράμμα και τη φωτογραφία – και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων, νομίζοντας πως έτσι έκανε το «χρέος» του απέναντι στο έθνος. Το χρέος του το έβλεπε στο ότι μπόρεσε να στερήσει από τον κρατούμενο κομμουνιστή να λάβει νέα από το σπίτι του, από τη συντρόφισσά του, και να δει τη φωτογραφία των πέντε παιδιών του, που είχαν μείνει πίσω από τη στιγμή που συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Μακρόνησο.

Η ιστορία του γράμματος, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Κάποιος οδοκαθαριστής του δήμου, όταν μάζευε τα σκουπίδια από την Ασφάλεια της πόλης, είδε το γράμμα και το κράτησε -ασφαλώς με μεγάλο κίνδυνο. Ίσως εκείνη τη μέρα να βρήκε και άλλα γράμματα. Μπορεί να έβρισκε και άλλες φορές γράμματα, παρόμοια με αυτό, που απευθύνονταν σε πολιτικούς εξόριστους και κρατούμενους, που τότε ήταν πάρα πολλοί. Ίσως να συγκινήθηκε που είδε τη φωτογραφία των πέντε παιδιών. Έτσι, την φύλαξε, κάπου την έκρυψε – πράγμα δύσκολο εκείνα τα χρόνια και ήθελε πολύ κουράγιο και ύστερα από εννιά χρόνια, συγκεκριμένα στα τέλη Μάη του 1958, έκανε την εμφάνισή του στο σπίτι μας. Συζήτησε για λίγη ώρα με τον πατέρα και τη Μάνα μας, αφού ήπιαν ένα τσίπουρο, και κάποια στιγμή έβγαλε από την τσέπη του το γράμμα και τη φωτογραφία. Η στιγμή πρέπει να ήταν συγκλονιστική, γιατί για τον λαό ήταν σκληρά εκείνα τα χρόνια – αυτά που ονομάστηκαν «πέτρινα» – πρωτίστως για τους κομμουνιστές, καθώς ήταν αυτοί που κυρίως δέχονταν τη βαρβαρότητα της αστικής εξουσίας. Και αυτός ο εργάτης της καθαριότητας του δήμου φύλαξε, προφανώς με σοβαρό κίνδυνο, αυτό το γράμμα και το παρέδωσε στον παραλήπτη του με εννιά χρόνια καθυστέρηση.

Ο πατέρας και η Μάνα μας, αφού τον ευχαρίστησαν θερμά και τον συγχάρηκαν για τη θαρραλέα στάση του, τον αποχαιρέτησαν. Λίγο μετά, μας έδειξαν τη φωτογραφία και το γράμμα με την επισήμανση να μην κάνουμε κανένα σχόλιο, καμιά αναφορά για την προέλευση της φωτογραφίας, καθώς και για το όνομα του θαρραλέου αυτού ανθρώπου που την κράτησε και την φύλαξε για τόσα χρόνια. Και αυτό, γιατί αυτή η πράξη, αν γινόταν γνωστή στις Αρχές, μπορεί να είχε σοβαρές συνέπειες εις βάρος του. Μπορεί να έχανε τη δουλειά του, ακόμα και να δεχόταν απειλές και διάφορα χτυπήματα από τα όργανα της Ασφάλειας. Γιατί, στα δύσκολα και σκληρά εκείνα χρόνια για τους αντιστασιακούς αγωνιστές, για όλους όσοι μάχονταν την αστική εξουσία και τα αντιλαϊκά μέτρα των κυβερνήσεών της, αυτή η ενέργεια του οδοκαθαριστή μπορεί να χαρακτηριζόταν πράξη «αντεθνική». Αυτή ήταν η δεκαετία του 1950 για τους αγωνιστές.

Αυτή είναι η ιστορία της φωτογραφίας που σήμερα κοσμεί το σπίτι μας. Και αυτή ακριβώς γίνεται μια ακόμα αφορμή να ξεκινήσει ένα «Οδοιπορικό»· να μιλήσουμε για την πορεία εκείνων των χρόνων. Γιατί – και τότε και σήμερα και πάντα – οι πρωτοπόροι αγωνιστές, όλοι όσοι μάχονται το καπιταλιστικό σύστημα, όλοι όσοι παλεύουν για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για την εργατική – λαϊκή εξουσία, έχουν να αντιπαλέψουν πολλά και δύσκολα γεγονότα και καταστάσεις. Και στη συνέχεια της διαδρομής τους συναντούν -και θα συναντούν- όλο και νέα εμπόδια και δυσκολίες. Όμως, μέσα από την οργανωμένη ζωή, μέσα από τη συλλογικότητα καταφέρνουν, βήμα το βήμα, να συμβάλλουν ώστε να οικοδομούνται στέρεες σχέσεις με τους εργάτες, με άλλους εργαζόμενους, με νέους ανθρώπους, στη μεγάλη πορεία που θα διαμορφώσει όρους, συνθήκες και προϋποθέσεις για τις βαθιές, τις ριζικές αλλαγές, που και ώριμες είναι, αλλά και αναγκαίες.

Ξεκινώντας από αυτήν τη φωτογραφία, μπορούμε να καταγράψουμε αυτό το «Οδοιπορικό», που κρατά πάνω από εξήντα χρόνια και συνεχίζεται. Διότι τα προβλήματα για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα οξύνονται, αλλά και οι στόχοι για την αλλαγή της κοινωνίας – που πρωτομπήκανε οργανωμένα και συγκροτημένα πριν εκατό χρόνια – παραμένουν ανεκπλήρωτοι. Αλλά και για έναν ακόμα λόγο. Γιατί αυτά που δρομολογήθηκαν έναν αιώνα πριν και σμιλεύτηκαν με αγώνες, με αμέτρητες θυσίες, με πόνο και δάκρυα περιμένουν τη δικαίωσή τους. Δικαίωση που θα ικανοποιήσει όλους αυτούς που δικαιούνται να καρπώνονται τον πλούτο που παράγουν, να μη γίνεται αυτός ο πλούτος αντικείμενο εκμετάλλευσης από μια χούφτα καπιταλιστές.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, αυτήν την Οδοιπορία…


Πηγή: 902.gr



Μοιραστείτε την είδηση