H νέα πλατεία είναι ψηφιακή. Χιλιάδες άνθρωποι ενημερώνονται και επικοινωνούν πια αποκλειστικά μέσω των πλατφορμών (Facebook, Twitter κλπ.). Σε αντίθεση, όμως, με την πλατεία του χωριού που είναι δημόσιος χώρος, η ψηφιακή πλατεία είναι μεν δημόσιος χώρος που ελέγχεται, ωστόσο, από ιδιωτικές εταιρείες. Και κάπου εδώ περιπλέκονται τα πράγματα.

Μερικές μέρες πριν, ανακοινώθηκε ότι ο πολυεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, Έλον Μασκ, κατέληξε σε συμφωνία εξαγοράς της δημοφιλούς πλατφόρμας Twitter έναντι 44 δις δολαρίων. Μάλιστα, με tweet του ανέφερε πως «η ελευθερία του λόγου είναι ο ακρογωνιαίος λίθος μιας λειτουργικής δημοκρατίας και το Twitter είναι η ψηφιακή πλατεία της πόλης, όπου ζωτικά ζητήματα για το μέλλον της ανθρωπότητας συζητιούνται». Eξέφρασε, δε, την πρόθεσή του να κάνει το Twitter καλύτερο, δίνοντάς του νέα χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα μετατρέποντας τους αλγορίθμους σε ανοιχτού κώδικα, νικώντας τα προγράμματα που εκτελούν αυτοματοποιημένες εργασίες, γνωστά και ως bots, και ταυτοποιώντας τους πραγματικούς χρήστες.

Η εξαγορά του Twitter από τον Μασκ φέρνει με τον πιο επιτακτικό τρόπο στο προσκήνιο μια συζήτηση, που έχει ήδη ξεκινήσει και σχετίζεται αφενός με τη δύναμη που έχουν αποκτήσει οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και αφετέρου με την επιθυμία των νέων μεγιστάνων να αποκτούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αντί των παραδοσιακών μίντια, ως οχήματα για την επικράτησή τους στο δημόσιο διάλογο.

Υπάρχουν, όμως, και πράγματα που παραμένουν ίδια στην ψηφιακή πλατεία, όπως το ότι όποιος έχει λεφτά αγοράζει το μέσο για να κάνει τη φωνή του να ακούγεται δυνατότερα. Απλά, η ντουντούκα του χθες λέγεται σήμερα αλγόριθμος. Ο αλγόριθμος τροφοδοτεί συχνά την ιδεολογική και πολιτική πόλωση, κάνοντας κάποιες φωνές να ακούγονται δυνατότερα και βάζοντας σε κατάσταση σίγασης κάποιες άλλες. Με τη διαφορά ότι η επιλογή αυτή δεν γίνεται με βάση κάποια κριτήρια του συντάκτη, αλλά με βάση τον τρόπο που οι μηχανές μαθαίνουν μέσα από τις αναζητήσεις μας τι μας αρέσει και εν συνεχεία εξατομικεύουν το περιεχόμενο που προβάλλεται στις οθόνες μας, με σκοπό να μας κάνουν πιο δεκτικούς σε συγκεκριμένα μηνύματα.

Οι πλατφόρμες αποτελούν εμπορικές επιχειρήσεις, που διαχειρίζονται ένα δημόσιο αγαθό, αυτό της πληροφόρησης. Επομένως, η λειτουργία τους δεν μπορεί να μην ρυθμίζεται προς όφελος των πολιτών, συμμορφούμενη με αρχές, όπως η διαφάνεια και η λογοδοσία, που αμφότερες αναδεικνύονται σε προϋποθέσεις επιβίωσης για τη δημοκρατία.

Το μείζον ζήτημα είναι με ποιους κανόνες θα επιτευχθεί η λογοδοσία και αν θα ρυθμιστεί η ροή της πληροφορίας με έμφαση σε θέματα όπως η προέλευση της κλπ. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να υπάρξουν θεσμικές παρεμβάσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες, και μάλιστα οικουμενικές, ώστε να ρυθμιστεί το πεδίο και να προστατευθούν ανθρώπινα δικαιώματα ευάλωτα στο νέο οικοσύστημα, όπου δημιουργείται ένα κενό διακυβέρνησης σε ό,τι αφορά στην προστασία τους.

Τίποτα από τα παραπάνω, ωστόσο, δεν θα έχει τύχη, αν δεν επενδύσουμε, ταυτόχρονα, στο να κατανοήσουν όλο και περισσότεροι τη «γραμματική» των πλατφορμών, ενισχύοντας την κριτική στάση στα πράγματα και παροτρύνοντας τους πολίτες να αναζητούν πολλές και διαφορετικές πηγές για να ενημερωθούν, προβάλλοντας αντίσταση στις «σειρήνες» του αλγορίθμου.

 

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο “Βήμα” της Κυριακής,την Κυριακή 8 Μαϊου 2022).