Τα παλιά σινεμά της Κοζάνης, του Μιχάλη Πιτένη, συγγραφέα

Τα κυριακάτικα απογεύματα των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων είχαν τα ονόματα τους. ΑΣΤΡΟΝ, ΗΡΩ , ΟΛΥΜΠΙΟΝ, ΡΕΞ , ΤΙΤΑΝΙΑ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ. Αγαπημένοι προορισμοί, σκοτεινές αίθουσες γεμάτες ασπρόμαυρες ή έγχρωμες εικόνες που μας ψυχαγωγούσαν αλλά και πυροδοτούσαν τις φαντασιώσεις και τα όνειρα μας. Κινηματογράφοι της Κοζάνης, μιας άλλης εποχής, επί των οδών Δημοκρατίας, Ειρήνης, Παύλου Μελά, με τις φωτεινές τους επιγραφές και τις γεμάτες φωτογραφίες προθήκες τους που τις χαζεύαμε για ώρα μέχρι ν’ αποφασίσουμε πού θα κόψουμε εισιτήριο. Όπου μας επιτρεπόταν βέβαια καθώς οι καρφιτσωμένες διαγώνια χάρτινες επιγραφές με τα μαύρα γράμματα με φράσεις όπως “κατάλληλον άνω των 13 ετών” και “κατάλληλον άνω των 17 ετών” μας απογοήτευαν αλλά ξέραμε πως, θέλοντας και μη, θα  ΄ρχόταν η μέρα που θα τις προσπερνούσαμε καμαρωτοί, σαν κάποια απ’ τα εμπόδια που ξεπεράσαμε στην πορεία για την ενηλικίωση μας.

Η προσπάθεια να εξασφαλιστεί το απαραίτητο χρήμα για την κάλυψη του εισιτηρίου, αλλά και του σάντουιτς με το απαραίτητο μικρό γάλα κακάο ΑΓΝΟ που θα προμηθευόμασταν από τους Σιούλα- Τσικριτζή, τον Λάτσκο ή τον Γεμπεκλή, ξεκινούσε ουσιαστικά απ’ το Σάββατο το βράδυ όταν επαναλαμβάναμε ξανά και ξανά στην μάνα μας πως έπρεπε να μας ξυπνήσει νωρίς το πρωί για να προλάβουμε να πιάσουμε κάποια απ’ τα μανάλια στην λειτουργία του Αη Κωνσταντίνου. Τα εξαπτέρυγα και τα κεριά που σηκώναμε ακολουθώντας τις ψαλμωδίες των παπάδων μες το Ναό σήμαιναν πέντε δραχμές που μας χορηγούσε στο τέλος κάποιος απ’ τους Επιτρόπους, ενώ ο φέρων τον Σταυρό, καημός και μεράκι που μου ‘μεινε ανεκπλήρωτος, κέρδιζε 10 δραχμές, καθώς ηγούνταν της πομπής. Αλλά πώς να τον προλάβεις όταν υπήρχε πάντα κάποιος γρηγορότερος στα πόδια…

Μεσημέρι Κυριακής με την τελευταία μπουκιά ακόμα στο στόμα, στο γήπεδο για να δούμε την ΚΟΖΑΝΗ, με είσοδο ελεύθερη για μας τους μυξαρέους , μια ολιγόλεπτη επιστροφή στο σπίτι και αμέσως για το κέντρο της πόλης και τους κινηματογράφους για να προλάβουμε την πρώτη προβολή, που άλλοτε ήταν 5 με 7 και άλλοτε 6 με 8, ανάλογα με την εποχή. Δεν πολυσκοτιζόμασταν όμως ακόμα και αν το έργο είχε αρχίσει. Πολλές φορές ξεκινούσαμε με το δεύτερο μέρος και έπειτα παρακολουθούσαμε και το πρώτο. Κι όχι μόνο εμείς, αλλά κι οι μεγάλοι, κάτι που σχολίασε κάποτε αρνητικά ο ξενομερίτης σύζυγος μιας θείας, “μα είναι δυνατόν να μπαίνετε για να δείτε το έργο απ’ τη μέση; Πού ακούστηκε αυτό;”, για να εισπράξει το… πληρωμένο σχόλιο, “όλα τα ξέρει! Ιπειδής είνι απ’ τ’ν Ανθήνα θαρρεί κάποιους είνι!”

Τα κριτήρια επιλογής της ταινίας κυμαίνονταν ανάμεσα στο τι μας επιτρέπονταν να δούμε και στο τι μας προτείνονταν από συνομήλικους, “να πάτε σ’ αυτό. Φαίνεται το βρακί της πρωταγωνίστριας!”, “όλο;” “εμ τι; Του μ’σο;” Πώς να μην παρακολουθήσεις έπειτα και δεύτερη φορά το έργο κι ας ήξερες πως  σπίτι θα τ’ ακούσεις για τα καλά. Υπήρχαν φορές που άξιζε τον κόπο και άλλες που έλεγες, “σιγά το βρακί! Κι τ’ς έμασα κι τζάμπα”.

Οι μεγάλες ουρές που έφταναν μέχρι έξω στον δρόμο, οι κατάμεστες αίθουσες, συνηθισμένο και συχνό φαινόμενο, ειδικά όταν προβαλλόταν σπουδαίες ταινίες. Τελευταία φορά που θυμάμαι να στηθήκαμε σε ουρά ήταν έξω απ’ το ΑΣΤΡΟΝ. Κυριακή απόγευμα για το πρώτο μέρος του αριστουργήματος του Μπερτολούτσι 1900 και Δευτέρα για το δεύτερο, την μόνη ίσως φορά που πήγα σινεμά καθημερινή στα μαθητικά μου χρόνια.

Η εποχή της τηλεόρασης έθεσε στο περιθώριο την εποχή των κινηματογραφικών αιθουσών και σιγά σιγά έσβησαν τα φώτα τους ο ένας μετά τον άλλο. Ευτυχώς όχι όλοι. Για τον ΦΙΛΙΠΠΟ έγινε μια προσπάθεια επαναλειτουργίας του με νέα ονομασία CINEPOLIS, που δυστυχώς δεν μακροημέρευσε, αλλά εκείνο που τα κατάφερε τελικά ήταν το ΟΛΥΜΠΙΟΝ χάρη στις προσπάθειες και το μεράκι της οικογένειας Χαλκίδη και ιδιαίτερα του κ. Τέλη που αποχαιρετίσαμε πριν λίγες μέρες.

Σεμνός, σοβαρός, μετρημένος, κέρδιζε τον σεβασμό με την στάση του και την εκτίμηση με την δράση του ως επιχειρηματίας. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω τον Μάη του 1993, όταν μια σύμπραξη δύο ερασιτεχνικών ομάδων της πόλης, ΟΧΛΗΡΟΙ ΠΟΛΙΤΑΙ και ΘΕΑΤΡΟΔΡΟΜΙΟ, αποφάσισε να ανεβάσει την επιθεώρηση μου “Ο βασιλικός κι οι γλάστρες” στον μόνο διαθέσιμο, τότε, χώρο, το κινηματοθέατρο ΟΛΥΜΠΙΟΝ. Ο τρόπος που μας φέρθηκε άψογος και το ενδιαφέρον να βοηθήσει στην καλύτερη προώθηση της παράστασης μας συγκινητικό.

Έκτοτε, τον θυμάμαι σε κάθε επίσκεψη μου στον κινηματογράφο να κάθεται στο μπαλκονάκι, αριστερά καθώς ανεβαίναμε την εσωτερική σκάλα του ΟΛΥΜΠΙΟΝ και να σηκώνεται ερχόμενος προς το μέρος μας για να μας υποδεχτεί και ν’ ανταλλάξει μαζί μας δύο κουβέντες.

Άπειρες ώρες έχω περάσει σ’ αυτό το σινεμά όχι μόνο βλέποντας ταινίες αλλά και… χορεύοντας τις εποχές που μετατρεπόταν σε κέντρο διασκέδασης, κυρίως την περίοδο της αποκριάς, με το όνομα ΓΑΛΑΞΙΑΣ, αν δεν με απατά η μνήμη μου, πριν ακόμα περάσει στην οικογένεια Χαλκίδη, όταν μας πήγαιναν οι γονείς μας νωρίς το απόγευμα ντυμένους καρναβάλια για να συμμετάσχουμε στα θρυλικά μπαλταφάν, και είναι σίγουρο πως θα τον επισκεφτώ πολλές φορές ακόμα. Πάντα όμως θα ξεχωρίζω τις στιγμές που ανεβαίνουμε αυτά τα σκαλιά με το εισιτήριο στο χέρι, έχοντας την αίσθηση πως βαδίζουμε για να μπούμε σ’ έναν κόσμο μαγικό. Και μπαίνουμε. Έναν κόσμο που συνδέει τα χρόνια της νιότης με τα χρόνια της ωριμότητας, δείχνοντας μας πως αρκούν μερικές όμορφες εικόνες και κάποιες εξαίσιες μουσικές για να νιώσεις σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Ένα αντίο στον αγαπητό κύριο Τέλη Χαλκίδη και ένα ευχαριστώ που χάρη σ’ αυτόν έμεινε ζωντανό και θα συνεχίσει να υπάρχει ένα κομμάτι της ζωής μας σ’ αυτή την πόλη.