τ’ν μπιρίουδου 1930-1980
Τα ραφτάθ’κα μπιρίουδου ικίν’ τάλιγαν κ’ «Ιμπουρουραφεία» γιατί ήταν ιφουδιασμένα μη τόπια απού υφάσματα κασμίρια ιγγλέσκα κι έδουναν τ’ν ιφκιρία στουν πιλάτ’ να κάμ’ τ’ν ιπιλουγή τ’ απ’ του ύφασμα που ήθιλιν να ράψ’ για του κουστούμι τ’. Ίγλιπάμι ακόμα, όταν απιρνούσαμι όξου απ’ τα ραφεία, η βιτρίνα κι τα ράφια ήταν γιουμάτα μ’ υφάσματα.

Ξεκινώντας τ’ν καταγραφή κι τ’ν ιστουρία του κάθι «Ιμπουρουραφείου» που ήταν πουλλά ικίν’ τ’ν ιπουχή, αναφέρουμέστι στου συνιτιριστικό «ΡΑΦΕΙΟΥ» τ’ «ΓΙΑΝΝ’ ΤΣΙΚΡΙΤΖΗ κι τ’ ΝΙΚΟΥ τ’ ΓΚΛΟΥΜΠΟΥ», που κίντσιν να λειτουργεί μιταπουλεμικά στου Κέντρου τ’ς Κουζάν’ τ’ς, στ’ν ουδό Ειρήνης 16 στουν πιζόδρουμου. Του κατάστημα ήταν άναμισα απ’ του βιβλιουπουλείου κι πρακτουρείου Ιφημιρίδων «Σφήκα – Καραλέκα» κι τ’ν είσουδου του Καφινείου «τ’ Βαρβέρ’» που ήταν στουν πρώτου όρουφου του κτιρίου. Παραδίπλα ήταν του Ξινουδουχείου «Μητρόπολ’» απ’ τ’ς Αδελφοί Ταρτάρα.
Οι δυό προυτουπόρ’ ιπαγγελματίες ραφτάδες ξικίντσαν κι προχώρ’σαν στου άνοιγμα του «Ιμπουρουραφείου» γιατί ήξιραν καλά τ’έχν’, γιατί υπίρχιν τρανή άνθισ’ του κλάδου κι κυρίους για βιουπουριστικούς σκοπούς και τ’ν εξασφάλισ’ του απαραίτητου εισοδήματος. Οι άντρες ικείν’ νιπουχή πάϊναν μούγκι στα ραφτάθ’κα για να ράψ’ τα «γαμπριάτ’κα κουστούμια», τα καθημιρνιάτ’κα σακάκια, παντηλόνια κι τα χειμουνιάτ’κα παλτά, γιατί ιτότι δεν υπήρχαν τα μαγαζιά μη τα έτοιμα ρούχα.
Τα «Ιμπουρουραφεία» είχαν δυό χώρους λειτουργίας, τουν μπροστινό που ήταν η βιτρίνα απ’ του μαγαζί κι φαίνονταν τα ράφια που ήταν γιουμάτα μη τόπια απού υφάσματα κι χρησιμουπούνταν σινάμα για τ’ς πρόβεις των πελατών. Του μπρουστινό τμήμα λειτουργούσιν κι σαν διαφήμισ’ του μαγαζιού, αφού απόξου που ήταν ου πιζόδρουμους απιρνούσιν όλ’ η Κουζάν’ κ’ ίγλιπιν τ’ κίνησ’ απ’ του μαγαζί κι τ’ς πιλάτις αντάμα.

Στου πίσου μέρους του μαγαζιού ήταν του τμήμα παραγωγής – εργαστήριο κι τ’ άτουμα που δεν σήκουναν τα μάτια τ’ς απ’ κλουστή, του βιλόν’ κι τ’ ραπτουμηχανή.
Στου συγκικριμένου ραφτάθ’κου που αναφέρουμέστι τ’ς πρόβεις για τ’ς πιλάτεις τ’ς έφκιανιν ου Νίκους ου Γκλούμπους, κ’ ιπειδή ήταν κουντός χρησιμουποιούσιν ξύλιν’ σκάλα μιτακινούμιν’ μη τέσσιρα σκαλουπάτια για να φτάν’ τουν πιλάτ’ για να ουλοκληρώσ’ τ’ν πρόβα.
Του Ιμπουρουραφείου για να προυφτέν’ τ’ς παραγγιλίεις των πελατών απασχουλούσιν κι 10 άτουμα βοηθητικού προσωπικού, μεταξύ αυτών ήταν ου Τσαμπούρ’ς ου Γιάνν’ τ’ς κι ου Γιώρ’ς ου Γκλούμπους ου αδιλφός τ’ Νίκου. Ου Γιώρ’ς στου ιπάγγιλμα μπήκιν σ’ ηλικία δέκα πέντε χρονών κι ακλούτσιν του ιπάγγιλμα αυτό μέχρι την συνταξιουδότησιν του.

Πρέπ’ όμους ν’ αναφέρουμι, ότι τ’ν ιπουχή ικείν’ τρανή άνθισ’ κι ζήτησ’ είχαν κι μουδίστρεις. Οι γυναίκες ράβουνταν σ’ αυτές κι τ’ς έπιρναν για μιρουκάματα στα σπίτια τ’ς ή πάϊναν τα υφάσματα στα σπίτι απ’ τ’ς μουδίστρεις κι τ’ς φώναζαν κατόπιν για τ’ς πρόβεις.
Του «Ιμπουρουραφείου» «Τσικριτζή – Γκλούμπου» ήταν απ’ τα πρώτα μαγαζιά του κλάδου σ’ν Κουζάν’, γιατί οι συνέτιρ’ ήξιραν καλά του ιπάγγιλμα του ράφτ’ κ’ έτσ’ δημιούργησαν το καλό όνομα στ’ν αγορά και την καλή φήμη.
Λόγω της κεντρικής θέσης του μαγαζιού κι τ’ς ποιουτικής κυρίους ιργασίας των δύο συνεταίρων, οι παραγγελίες των Κοζανιτών ακλουθούσαν η μια κουντά σ’ν άλλ’ μη τρανό ρυθμό, ανιβάζουντας του ιπαγγιλματικό ηθικό των αφεντικών και του προσωπικού, πετυχαίνοντας και τους οικονομικούς στόχους τ’ς ιπιχείρησης.
Ιδώϊα συνεχίζοντας τ’ αναφιρθούμι στο προσωπικό επαγγελματικό ξεκίνημα του κάθε συνεταίρου, συμπεριλαμβάνοντας τα μεγάλα και δύσκολα για την εποχή εκείνη συνδικαλιστικά ενδιαφέροντα και καθήκοντα με τα οποία ασχολούνταν πάντα ου ανήσυχος Γιάνν’ τ’ς Τσικριτζής. Ου Γιάνν’ τ’ς γιννήθ’κιν του 1914 σι μια ταραγμέν’ πιρίουδου κι σ’ ηλικία 14 ετών σταμάτσιν του σχουλειό, ενώ πάϊνιν στου Διδασκαλείου κ’ ήταν καλός μαθητής. Οι γονείς τ’ τουν έρριξαν από μ’κρό στ’ βιοπάλ’ κι πήγιν σαν μαθητευόμινος ραφτεργάτης στου ραφείου «ΤΡΑΧΑΛΙΟΥ» που ήταν στ’ν ουδό Ειρήνης. Σ’ ηλικία 18 χρονών κατέφκιν σ’ν Αθήνα για να «μάθ’ ψαλίδ’» μιτά απού παρότρυν’ς κι βουήθεια του Κουζανίτ’ ράφτ’ Τσιμπέρ’ που ζούσιν σ’ν Αθήνα. Πήγιν σι Ειδική Σχουλή «Κοπτικής Ραπτικής» για δυό χρόνια. Όταν γύρσιν απ’ ν’ Αθήνα δούλιψιν για ένα διάστημα πάλι στουν «Τραχαλιό» κι σ’ ηλικία 24 χρονών άνοιξιν θ’κότ’ ραφείο που στιγάζουνταν στου σπιτ’ του Δ/ντού του Νουσουκουμείου Τσιπότ’, στ’ν ουδό Δημουκρατίας, που είνι σήμιρα του φαρμακείου τ’ς «Έλλης Λαμπρέτσα». Ου Γιάνν’ τ’ς ου Μπουμπόναρ’ς που μαθήτιφ’σιν στου ραφείου Τσικριτζή έλιγιν’, ότι οι παλιοί ραφτάδεις τ’ς Κουζάν’ τ’ς φουβούνταν μήπους «τα τσιράκια» γίν’ ξιφτέρια στ’ κουπή κι ιξιλιχθούν αργότηρα σι ανταγουνιστές μη θ’κά τ’ς ραφεία κι τ’ς πάρν’ τ’ς πιλάτες.

Μιτά απού δυό χρόνια σ’ ηλικία 26 χρονών, λίγου πριν τ’ Κατουχή ου Γιάνν’ τ’ς ου Τσικριτζής μιτέφιριν του ραφείου στ’ γουνία απ’ τ’ς δρόμ’ «Ειρήνης κι Χαρ. Μούκα» όπου μιτά άνοιξιν του «Εστιατόριου τ’ Γ. ΠΑΤΣΩΝΑ κ ΣΙΑ Ο.Ε.». Δίπλα ήταν τρία κουρεία τ’ Κώτσιου κι Ρούση Κανάβα, τ’ Λάκκα τ’ Στέργιου κι τ’ Ζαφειράκ’ Ζαχαρία. Ου Γιάνν’τ’ς τ’ν ίδια πιρίουδου τ’ν διετία 1939-1941 είχιν καφινείου συνιτηρικό μη τουν αδιλφό τ’ του Νίκου κι τα δυό αδέλφια Καρακάση.
Ένα σημαντικό κουμμάτ’ τ’ς ζωής τ’ ου Γιάνν’ τ’ς ου Τσικριτζής του αφιέρουσιν σ’ν ουργάνουσ’ των «επαγγελματοβιοτεχνών Κοζάνης», οι οποίοι αν κ’ είχαν τρανή παράδουσ’ μη τα «ισνάφια» μετά τον πόλεμο ήταν σχεδόν διαλυμέν’ κι έπριπι ν’ αναδιοργανωθούν. Οι πρωτεργάτες που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας αυτό το δύσκολο έργο ήταν οι ραφτάδες ου Γιάνν’ τ’ς ου Τσικριτζής, ου Προκόπ’ς ου Γκατζουγιάνν’ τ’ς, ου Μανώλ’ τ’ς ου Παπαδέλ’ τ’ς, ου Γιάνν’ τ’ς ου Μπουμπόναρ’ς κ.α. Το ΕΒΕ Κοζάνης γνουστό κι ως Περιφερειακό Επιμελητήριο Κοζάνης, ιδρύθ’κιν το 1918 κ’ ήταν απ’ τα πρώτα Επιμελητήρια της Χώρας μαζί μ’ εκείνο τ’ς Αθήνας. Η οργανωμέν’ δράση τους ξεκινά με καθυστέρησ’ και τοπουθετείται στα μέσα της δεκαετίας του 1920, όταν ανέλαβιν σαν πρώτους πρόεδρους ου υφασματέρμπουρος Κων/νος Αργυρίου Χαλκιάς. Μετά τη διάλυση και επανίδρυση το 1955 ορίζεται πρόεδρος της προσωρινής Διοικούσας ο αρτοποιός Θωμάς Τσιόπτσιας. Οι πρώτες εκλογές γίνγκαν του 1956.
Οι ραφτάδες ένα απ’ τα δυναμικότηρα Επαγγιλματικά Σουματία της πόλης πρωτοστάτησαν στην αναδιοργάνωση κι λειτουργία της «Ουμουσπουνδίας Επαγγελματοβιοτεχνών» με πρόεδρο επί σειρά ετών τουν Γιάνν’ τουν Τσικριτζή, ενώ παράλληλα στήριζαν τη λειτουργία του ΕΒΕ στην προδικτατορική περίοδο.

Οι ραφτάδες επίσης ίδρυσαν του 1963 τουν «Επιτυχημένο Συνεταιρισμό Εμποροραπτών – Ραπτών Κοζάνης» με πρόεδρο τον Γιάνν’ τουν Τσικριτζή με βασικό στόχο να παραμερίσουν τους μεσάζοντες και να πετύχουν καλύτερες τιμές στην αγορά των υφασμάτων.
Ο Συνεταιρσμός παρείχιν’ κ’ άλλις ιφκουλίεις στα μέλη της, όπους δάνεια και στοκάρισμα των υφασμάτων όλων των ραπτών. Πρωτεργάτες εκτός απ’ του Γιάνν’ ήταν ου Προυκόπ’ς ου Γκατζουγιάνν’ τ’ς, ου Απ. Ιωαννίδης, ου Γιάνν’ τ’ς ου Μπουμπόναρ’ς, ου Επ. Στυλιανίδης κ.α. Ο Συνετ/σμός ήταν ένα επίτευγμα για τ’ν ιπουχή ικείν’, έκαμιν μάλιστα κι ιξαγουγή της «Συνεταιριστικής ιδέας» βοηθώντας στην ίδρυση «Συνεταιρισμών» σε γειτονικές πόλεις Κατερίνη κι Έδεσσα. Δυστυχώς η Χούντα έβαλε φρένο σ’ αυτό το πρωτοποριακό κ’ ανερχόμενο εγχείρημα που ήταν παράδειγμα για μίμηση και ο «Συνεταιρισμός» έκλεισε το 1967.
Άλλου ένα Συνεταιριστικό Εγχείρημα των Ραφτάδων της Κοζάνης ήταν η ίδρυση της «ΡΑΠΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ» που λειτουργούσιν γύρου στου 1961-62. Άνοιξε στην οδό Ελευθ. Βενιζέλου 13 (σήμερα τα παπούτσια τ’ Γκατζόφλια) κι μετά από λίγα χρόνια μεταφέρθηκε στην οδό Ειρήνης 3.
Οι Ραφτάδες που την ίδρυσαν ήταν 8 και προέρχονταν από 3 κεντρικά ραφεία της πόλης μας.
1) Ου Γιάνν’ τ’ς ου Τσικριτζής μη τουν Νίκου τουν Γκλούμπο (μη συνέτηρου κι τουν Γιώρ’ τουν Γκλούμπου).
2) Ου Μανώλ’ τ’ς ου Παπαδέλ’ τ’ς μη τουν Προκόπ’ τουν Γκατζουγιάνν’ (μη συνέταιρο τ’ν Πιριστέρα Γκατζουγιάνν’).
3) Ου Μανώλ’ τ’ς ου Μαλούτας μη τουν Θόδουρου τουν Λιάτσιου (γνουστός ως Κουρουμπλής). Του ραφείου τους ήταν σ’ν ουδό Δημουκρατίας κι απέναντι απ’ τ’ κρεπερί σήμερα Τσικριτζή.

Η «Ραπτεμπορική» θα ξικινούσιν μη έτοιμα ρούχα, ινώ παράλληλα οι συνέταιρ’ ραφτάδες θα έραβαν ρούχα διαφόρων τύπων και θα τροφοροτούσαν τη «Ραπτεμπορική». Αυτό θα έδινε μια βιώσιμη μακρόχρονη διέξοδο στα ραφεία, τα οποία θα κινδύνευαν να καταρρεύσουν, λόγω της μαζικής παραγωγής των έτοιμων ρούχων. Η περίπτωση της Ραπτεμπορικής ήταν πολύ ενδιαφέρουσα για αρκετούς λόγους. Σήμερα μπορεί να μη φαίνεται το μέγεθος της καινοτομίας του εγχειρήματος αυτού σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, τότε όμως ήταν πρωτοποριακό. Δυστυχώς όμως η αγορά δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί μια τέτοια επανάσταση.
Επιπλέον ξεκινώντας από ατομικές επιχειρήσεις, οι συνεταίροι δεν είχαν πείρα και αίσθηση για το πως έπρεπε να χειριστούν έναν τρανήτηρου εταιρικό φορέα, που σήμερα θα έπαιρνε τη μορφή της ΑΕ. Οι εταίροι ραφτάδες κατάλαβαν με βαρή τρόπο τι θα πει «πέφτει η μόδα» από την μια χρουνιά στ’ν άλλ’ πράγμα αδιανόητο για κείν’ τ’ν ιπουχή. Τα μέλη της “Ραπτεμπορικής” παρήγγειλαν επί πιστώσει μια πολύ τρανή παρτίδα “παλτά” μη μανίκια “ρεγκλάν” (που ήταν χρόνια στη μόδα) κ’ είδαν τ’ν άλλ’ χρουνιά ν’ άρχιτι η “Μανικουκόλλις” κι να σαρών τα πάντα. Τα μέλη ούτε σαν “ΣΤΟΚ” δεν μπορούσαν να τα “πλίσν'”. Η συγκαιρία της αλλαγής τ’ς “ΜΟΔΑΣ” δεν επέτρεψε να προχωρήσει κι να ιφαρμοστεί μια ευφυής κι καινοτόμος ιδέα, αλλά κατέληξε σε αποτυχία απ’ του ξικίνημα.
Αναφερόμενος στ’ προυσουπικότητα κι στ’ν ιπαγγιλματική ευθύν’ απέναντι στουν “κλάδου” ου “Γιάνν’ τ’ς ου Τσικριτζής” ήταν άτουμου έξυπνου κ’ ιργατικό, μη “Μπόλκεις” καινοτόμεις ιδέες, που ήταν ιφαρμόσιμες κι πουλύ προυχουρημένες για κείν’ τ’ν ιπουχή.

Ήταν άτουμου ανήσυχου “ΑΣΙΓΟΥΡΙΦΤΟΥ” μη μια λέξ’, αλλά ιξητάζουντας τ’ν ιπαγγιλματική τ’ πουρεία, που αρχίντσιν’ απ’ τα 14, απου πουλύ μ’κρός να δ’λέβ’, να πααίν’ στ’ν Αθήνα για να μάθ’ κοπτική – ραπτική, που μούγκι ικεί κι στ’ Σαλουνίκ’ υπήρχαν σχουλές, κι ν’ ανοίγ’ του πρώτου θ’κότ’ ραφτάθ’κου στα 24 χρόνια.
Σ’ όλ’ τ’ν ιπαγγιλματική τ’ πουρεία ασχουθήθ’κιν μη τουν “Συνδικαλισμό” κι φρόν’τζιν για όλους τ’ς ραφτάδεις ν’ απουκτήσν’ τα βασικά θεσμικά όργανα, ΕΒΕ, ΓΣΕΒ κι ΤΕΒΕ που θα τους εξασφάλιζε επαγγιλματικά κι μιλλοντικά.
Προυσπαθούσιν κι θουράκιζιν τουν κλάδου τουν ραφτάδων, ώστε οι ξαφνικές αλλάγες τ’ς “ΜΟΔΑΣ” της αγοράς να τ’ς βρίσκ’ σι καλύτερ’ επαγγελματική κι οικουνουμική κατάστασ’.
Σημειώνω ακόμη, ότι ου Γιάνν’τ’ς μη τ’ν αγαπητή σ’ όλους μας, σύζυγό του Ρούσα του γέννους Καλλιανιώτη υπήρξιν ένα τιριαστό κι αγαπημένου ζιβγάρ’ κ’ έριξαν τρανή βαρύτητα στου τράνιμα κι στ’ μόρφουσ’ των τριών πιδιών τους, που απόχ’τσαν. Ου στόχους τ’ Γιάνν’ Τσικριτζή για τα παιδιά τ’ ήταν να “μορφωθούν” κι να “σπουδάσν'” γι’ αυτό αγόραζιν συνέχεια βιβλία κ’ η Ρούσα σι κάποια στιγμή δεν ήξιριν που να τα βάλ’. Τουν στόχου τουν πέτυχιν ου Γιάνν’ τ’ς μη τουν καλύτηρου τρόπου, αφού τα τρία πιδιά σπούδασαν κ’ έγιναν όλα επιστήμονες:
1. Η Ματίνα Τσικριτζή πτυχιούχος Αγγλικής, Γαλλικής κι Νομικής με μεταπτυχιακό.
2. Ου Λάζους Τζικριτζής, Χημικός Μηχανικός κι διδάκτωρ’, ΑΠΘ, Καθηγητής στο ΤΕΙ κι στου Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.
3. Η Χιονία Τσικριτζή, Καθηγήτρια Φιλόλογος με πλούσιες εικαστικές επιδόσεις.
Όλτα τα παιδιά ασχολήθ’καν μη κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά θέματα σε όλη τους τη ζωή, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.
Αναφιρόμενους στουν δεύτηρου συνέτηρου στουν “Νίκου τουν Γκλούμπου” απ’ τα “κιτάπια” βγέν’, ότι οι δυό τ’ς συνετηρίσκαν γύρου στου 1945. Γνουρίζουνταν καλά οι δυό τ’ς, γιατί ου Νίκους μαθήτιφ’σιν κι έμαθιν ντέχν’ τ’ ράφτ’ στου μαγαζί τ’ Γιάνν’ που ήταν στ’ γουνιά απ’ τ’ς δρόμ’ Ειρήνης κι Χαρ. Μούκα.
Έτσ’ έχουντας σαν βάσ’ τ’ καλή γνουριμία ξικίν’τσαν μαζί στου μαγαζί που ήταν στουν πιζόδρουμου. Του μαγαζί κράτσιν κι μιτά τ’ν απουχώρησ’ τ’ Γιάνν’ Τσικριτζή.
Του μαγαζί συνέχισιν τ’ λειτουργία μη τα δυό τ’ αδέλφια του Νίκου κι τουν Γιώρ’ τουν Γκλούμπου. Του μαγαζί μη τ’ν ίδια καλή πουρεία έχουντας σαν πιλάτες αρκετούς επώνυμους τ’ς ιπουχής ικείνης, όπους τουν Νικουλάκ’ τουν Τσιώρα, τουν Τράγια τουν Τσιώμου, τουν Γιώρ’ τουν Πουγγία, τουν Θύμιου κι Στέργιου Πιτσέλ’, τουν Έξαρχου τουν ουδουντουγιατρό, τουν Νίκου τουν Σπινάρ’ τουν Δ/ντή τ’ς Νιβρουλουγικής Κλινικής κι άλλους.

Η φουτουγραφία βγίκιν του 1992.
Του μαγαζί μη τα δυό τ’ αδέλφια συνέχισιν τ’ καλή πουρεία των εργασιών, διατηρώντας την καλή φήμ’ μέχρι του 1992. Την ίδια χρουνιά ιπειδή η ιδουκτησία του μαγαζιού ήταν τ’ Μανώλ’ τ’ Λάτσκου κι πουλήθ’κιν, αναγκάσκαν τ’ αδέλφια κι μιτέφιραν τ’ν ιπιχείρησ’ στ’ς ουδούς Π. Μελά κ’ Ιπισκόπου Βινιαμήν γουνία, όπου σήμιρα λειτουργεί του κατάστημα “Φάσμα”. Του μαγαζί ήταν ιδιοκτησίας τ’ Γιώρ’ κι μέχρι του 1995 του δούλιψαν μαζί, ινώ μιτά τ’ν απουχώρησ’ τ’ Νίκου, έμεινεν στα χέρια τ’ Γιώρ’, έχουντας σαν βασικό βουηθό τουν Γιάνν’ τουν Τσαμπούρ’ τουν παλιό υπάλληλου κι δυό ακόμα βοηθούς.
Όπους μας ενημέρουσιν η γυναίκα τ’ Γιώρ’ η Κυριακή – Κούλα στου πατρικό τ’ς Γκάργκα, η δ’λειά στου νέου μαγαζί συνέχισιν μη τουν ίδιου καλό ρυθμό, οι καλοί κι πουλλοί πελάτες συνέχισαν να ράβουντοι στου Γιώρ’, που μιτά απού τόσα χρόνια δ’λειάς είχιν ιξιλιχθεί σι “Γιακούμ'” τ’ς ραπτικής. Στη δικαετία 1995-2005 που δούλιψιν μουχανός τ’ ου Γιώρ’ς ήταν πουλύ ιφχαριστημένους, παρά τουν τρανό ανταγουνισμό που υπίρχιν στουν κλάδου, απ’ τα έτοιμα κυρίως ρούχα που κυκλουφουρούσαν στ’ν αγουρά.
Ου Νίκους ου Γκλούμπους είχιν απουχτείς δυό πιδιά τουν Δημήτρ’ κι τουν Ξινουφών Γκλούμπου που ιργάζητι σήμιρα σαν υπάλληλους στου Δήμου τ’ς Κουζάν’ τ’ς κι απόχτ’σιν τρία πιδιά.
Ου Γιώρ’ς ου Γκλούμπους κι αυτός μη τ’ν γυναίκατ’ Κούλα απόχ’τσαν δύο πιδιά τ’ κόρη τ’ς Αλεξάνδρα που ζει οικουγενειακώς στ’ Σαλουνίκ’, είνι καθηγήτρια στου Α.Π.Θ. κι έχ’ δυό δίδυμα πιδιά που φοιτούν ου Κώστας στ’ν Ιατρική τ’ς Αλεξανδρούπουλης κι τ’ν Μαριάννα στου Πουλυτιχνείου τ’ς Σαλουνίκ’ς.
Ου Γιώρ’ς έχει κι τουν γιότ’ τουν Δημήτρη που είνι επιτυχημένους έμπορος κι διατηρεί κατάστημα πιδικών ρούχων στ’ γουνιά απ’ τ’ς δρόμ’ Ελευθ. Βενιζέλου κι Ν. Λιούφη στ’ πόλη μας.
Κλείνουντας ευχόμαστε στις νιότηρεις γιννιές των δύο συνεταίρων “υγεία κι πάντα επιτυχίες”.
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κάθ’κα







