Υποχώρηση της πράσινης ενέργειας σε θέρμανση και ψύξη στην Ελλάδα

6 Min Read

Τι δείχνουν τα στοιχεία της Eurostat και γιατί ο τομέας παραμένει το «αδύναμο σημείο» της ενεργειακής μετάβασης

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κατέγραψαν σημαντική μείωση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη θέρμανση και την ψύξη το 2024, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη γενική ευρωπαϊκή τάση, όπου η χρήση ΑΠΕ στον συγκεκριμένο τομέα συνεχίζει να αυξάνεται, και αναδεικνύει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής ενεργειακής μετάβασης πέρα από τον ηλεκτρισμό.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη θέρμανση και την ψύξη ανήλθε στο 26,7% το 2024, καταγράφοντας αύξηση 0,5 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το 2023. Ωστόσο, η Ελλάδα βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη πτώση, με μείωση κατά 2,9 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που την τοποθετεί στη δεύτερη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ μετά την Εσθονία.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο τομέας της θέρμανσης και της ψύξης αποτελεί έναν από τους πιο ενεργοβόρους τομείς της οικονομίας και συνδέεται άμεσα με την καθημερινή κατανάλωση ενέργειας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Σε αντίθεση με τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, όπου η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια μέσω της ανάπτυξης φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων, η διείσδυση των ΑΠΕ στη θέρμανση και την ψύξη παραμένει περιορισμένη και ευάλωτη σε διακυμάνσεις.

Σύμφωνα με την Eurostat, η μείωση του μεριδίου των ΑΠΕ στην Ελλάδα εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα άνισης προόδου μεταξύ των κρατών μελών. Την ίδια στιγμή που χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία και η Λετονία καταγράφουν ποσοστά άνω του 60%, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλότερα, γεγονός που αντικατοπτρίζει διαφορές στο ενεργειακό μείγμα, στη δομή της αγοράς και στις πολιτικές στήριξης των ανανεώσιμων τεχνολογιών.

Οι λόγοι της ελληνικής υστέρησης είναι σύνθετοι. Ένας βασικός παράγοντας είναι η υψηλή εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα για θέρμανση, κυρίως το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, σε συνδυασμό με το σχετικά χαμηλό ποσοστό διείσδυσης τεχνολογιών όπως οι αντλίες θερμότητας και τα συστήματα τηλεθέρμανσης από ανανεώσιμες πηγές. Παράλληλα, το παλαιό κτιριακό απόθεμα της χώρας, με περιορισμένη ενεργειακή απόδοση, λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ευρεία υιοθέτηση καθαρών μορφών ενέργειας.

Επιπλέον, οι διακυμάνσεις στη χρήση βιομάζας, που αποτελεί σημαντικό μέρος της ανανεώσιμης ενέργειας στη θέρμανση, επηρεάζουν τα ετήσια ποσοστά. Η μεταβολή της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης, λόγω κλιματικών συνθηκών ή οικονομικών παραγόντων, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε πτώση του σχετικού μεριδίου των ΑΠΕ, ακόμη και αν η απόλυτη κατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας παραμένει σταθερή.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη οι ευρωπαϊκοί στόχοι που θέτει η αναθεωρημένη οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, κάθε κράτος μέλος οφείλει να αυξάνει το μερίδιο των ΑΠΕ στη θέρμανση και την ψύξη κατά τουλάχιστον 0,8 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως την περίοδο 2021–2025 και κατά τουλάχιστον 1,1 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2026–2030. Σε επίπεδο ΕΕ, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης την περίοδο 2021–2024 διαμορφώθηκε στις 0,93 ποσοστιαίες μονάδες, υπερβαίνοντας τον ελάχιστο στόχο της πρώτης περιόδου.

Για την Ελλάδα, ωστόσο, η μείωση του 2024 δημιουργεί ένα πρόσθετο χάσμα που θα πρέπει να καλυφθεί τα επόμενα χρόνια. Η επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων προϋποθέτει επιτάχυνση των επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες θέρμανσης, αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος και ενίσχυση των δικτύων τηλεθέρμανσης με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Παράλληλα, η ελληνική περίπτωση αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα της ενεργειακής μετάβασης: τη δυσκολία μετασχηματισμού των τομέων που συνδέονται άμεσα με την καθημερινή κατανάλωση ενέργειας. Σε αντίθεση με την ηλεκτροπαραγωγή, όπου μεγάλες επενδύσεις μπορούν να αλλάξουν γρήγορα το ενεργειακό μείγμα, η θέρμανση και η ψύξη απαιτούν εκτεταμένες παρεμβάσεις σε επίπεδο κτιρίων, υποδομών και συμπεριφοράς των καταναλωτών.

Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η ενεργειακή μετάβαση στην Ελλάδα δεν είναι ομοιόμορφη και ότι ο τομέας της θέρμανσης και της ψύξης παραμένει το πιο δύσκολο πεδίο πολιτικής. Η πτώση του 2024 λειτουργεί ως ένδειξη ότι η πρόοδος δεν είναι δεδομένη και ότι η επίτευξη των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα της χώρας να μετατρέψει τη στρατηγική για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε συνεκτικό σχέδιο για την καθημερινή κατανάλωση ενέργειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική εμπειρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν πολλά κράτη μέλη της ΕΕ: η μετάβαση σε ένα καθαρό ενεργειακό μοντέλο δεν κρίνεται μόνο από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και από την ικανότητα μετασχηματισμού των πιο παραδοσιακών και ενεργοβόρων τομέων της οικονομίας. Η εξέλιξη του 2024 καθιστά σαφές ότι για την Ελλάδα η ενεργειακή μετάβαση περνά πλέον από τη θέρμανση και την ψύξη, έναν τομέα όπου οι καθυστερήσεις μεταφράζονται σε στρατηγικό κίνδυνο για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων.

Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση