Του ακάλιασμα στου ουραίου κ’ ιστουρικό «ΝΥΜΦΑΙΟ»

11 Min Read
Ένα μέρους τ’ς παρέας στη βεράντα του αρχοντικού τ’ Γιωρ’ μασλατεύοντας κι πιριμένουντας τα υπόλοιπα μέλη τ’ς παρέας πριν ν’ αρχίσ’ν του φαγουπότ’.

Γίν’νγκιν’ απ’ του Γιώρ’ του Μάστουρα ή Γκουλέμα, όπους τουν ξέρν’ οι παλιοί οι Κουζιανίτ’ απ’ τ’ς αρχές του «Μάη» κ’ έκλεισιν για 13/05/2026 μέρα Τιτράδ’ στου σπίτ’ τ’ που βρίσκιτι, στου ουραίου Νυμφαίου. Είνι χτισμένου του χουριό σ’ υψόμητρου 1350 μέτρα, στ’ πλαγιές του όρους «Βίτσι» κ’ απουτιλεί έναν απ’ τ’ς πιο ξιχουριστούς ιστουρικούς ουρεινούς οικισμούς τ’ς «Ιλλάδας». Ου παραδουσιακός αυτός οικισμός συνδυάζ’ τ’ν ιντυπουσιακή «Αρχιτικτουνική» τ’ «πλούσια ιμπουρική ιστουρία» κι τ’ «παρθένα φυσ’».

Του «Νυμφαίου» δημιουργήθ’κιν γύρου στου 1385 απού «Βλάχους φυγάδες», ινώ η αρχική ουνουμασία του χουριού ήταν «Νεβεσκα». Γνώρ’σιν τρανή οικουνουμική άνθισ’ απ’ τουν 18ο μέχρι τ’ς αρχές του 20ου αιώνα. Αναδείχθ’κιν σι Παγκόσμιου Κέντρου «Αργυρουχρυσουχουΐας» έχουντας ιμπόρους σ’ όλ’ τ’ν’ «Ιβρώπ’». Του «Νυμφαίου», υπάγιτι στου «Δήμου Αμυνταίου» τ’ς Πιριφειριακής Ινότητας τ’ς Φλώρινας, κι απ’ του 1978 έχ’ χαρακτιρισθεί ως «Διατηρηταίους Παραδουσιακός Οικισμός». Μη τ’ν απουγραφή του 2021 ου πληθυσμός ανέρχουνταν μούγκι σε 63 μόνιμους κατοίκους. Του «Νυμφαίου» για τ’ν πιριουχή μας απουτιλεί μια κουντινή όμουρφη ημηρίσια απόδρασ’ αφού απέχ’ 76 χιλιόμιτρα απ’ «Κουζάν’» μι πουλύ καλό δρόμου μέσου του ΝΔ τμήματος τ’ς Πτουλιμαΐδας.

Ου «Γιώρσ’ ου Μάστουρας» έβαλιν στ’ πλάστιγγα όλα τα τρανά θιτικά πλιουνικτήματα τ’ς διαδρουμής κι έχουντας σαν βάσ’ του σπίτιτ’, απουφάϊσιν να κιράσ’ «Μπακιά» τ’ν «μπαρέα» τ’ λίγου όξου απ’ «Κουζάν’», για να ξισκάσ’ ανοιξιάτ’κα, να ξιθουλώσ’ν κι να χουρτάσ’ν τα μάτια τ’ς πράσινου, να απουλάφ’σ’ν τ’ φύσ’, τόσου στα πιδινά, όσου κι στα ουρεινά υψόμητρα, όπου είνι χτισμένου του «Ουραίου Νυμφαίου».

Τα σημαντικότηρα αξιουθέατα του χωριού είνι:

– Του Πιριβαλλουντικό Κέντρου «Αρκτούρους» καταφύγιου για την προυστασία της «Καφέ Αρκούδας» κι του Λύκου, που είνι ενάμισ’ χιλιόμητρου όξου απ’ του χουριό. Σ’τ ιγκαταστάσεις αυτές φιλουξινούνται «Αρκούδις» που έχουν κατασχιθεί απ’ τους αρκουδιάρ’δις κι ζωουλουγικούς κήπους κι αρκιτούς λύκους, ζώα που θεωρείται αδύνατη η επανένταξ’ στο φυσικό πιριβάλλον.

– Η «Νικειους Σχολή» κτίριο αξιουθαύμαστο του 1928 δουρεά του ιβιργέτ’ «Ιωάνν’ Ζαν Νίκου».

– Του «Μουσείου τ’ς Αργυρουχρυσουχουΐας» Αρχουντικό «τ’ Μίσσιου» μι σπάνιεις συλλουγές χειρουποίητων κοσμημάτων.

– Ου Ναούς «τ’ Αγίου Νικουλάου» μια ιστουρική ικκλησία, μι μουναδική αρχιτικτουνική κι πουλλά θρησκιφτικά κειμήλια.

Όλ’ η «παρέα» απ’ προυηγούμιν μέρα χουρίσκαμι σι «γκρούπ’» μια κι τα πάϊνάμι μι τα θκάμας τ’ αυτουκίνητα. Ου Γιώρ’ς φιλότιμους όπους πάντα, μας είπιν «για να μη ξουδιφτίτοι σ’κέφκα να σας βάλου κ’ ένα εικουσάρ’ λιουφορείου τ’ Φουτόπουλ’, «όχ’ αλλά έξουδα Γιώρ’» τα ‘ρθούμι κατά «γκρούπ’ μι τα ‘θκα μας αυτουκίνητα».

Του θκόμας του «γκρούπ» μη οδηγό τουν Κώστα Γιρουκώστα ήταν «ου Κώτσιους, ου Γιωρ’ς ου Γιλαδάρ’ς, ου Στέφανους ή Στάμκους Κουτούλας ή Τζιαμ’τζής, κι ιγώ ου Σάκης ου Παγκαρλιώτας ή γραφτιαϊς. Κιν’τσαμι κατά τ’ς δέκα κ’ ίκουσ’, κι έφτασάμι όξου απ’ τ’ «Αρχουντικό τ’ Γιώρ» στ’ έντικα. Ου Κώτσιους ου οδηγός μας, όπους είνι μιτρημένους σ’ όλα, δεν πχιαλούσιν στου δρόμου, έκαμιν ασφαλή προσπιράσματα, μι μέτρια ταχύτητα, κι τουν παραδέχ’θκαμι όλ’ πόσου γλυκιά έπιανιν τ’ς στρουφές μι του θιτικό απουτέλισμα να φτάσουμι κι δεν απόλ’κιν καγκαένας τα μπλάρια. Φτάνουντας στου χουριό τουν ιφχαρίστσαμι όλ’ κι τουν έδουκάμι τα συγχαρητήρια συνάμα για του άψουγου ουδήγημα. Απού φιρ’σήματα ποιος μας φτάν’.

Είμασταν του πρώτου «γκρουπ» που έφτασάμι, κ’ ικεί βρίκαμι τουν «Ουργανουτή τ’ς μάζουξ’» μαζί μι τουν Βασίλ’ του Δουγαλή που φρόντ’ζαν για τακτουποίησ’ των τραπιζιών, των φαγητών που γίνουνται ακόμα, κι για όλα τ’ αγαθά που τα στόλ’τζαν του δικαπηντάρ’ τραπέζ’ στημένου στου «Σαλόν’».

Μιτά ακλούτσαν ου Αργύρς ου Μαχτής, τα ξαδέλφια οι Π’τσίδεις ου Γιώρ’ς κι ου Γιάνν’τ’ς κι μπράβου τ’ς που ουμιλιούντι ακόμα – εύγε, μη του Νίκου Μπαχτσεβάνου ή Σπουργίτας.

Συνέχεια ήρθαν ου ξάδιλφους ου Μανώλ’τ’ς ου Παφύλ’τ’ς μι τ’ν «Μιρσιντές» τ’ν έβαλι για να τ’ν δούκιμάσ’ αν’ πέρ’ ακόμα καλά τ’ς στρουφές κ’ αν βγάζ’ τ’ς ανηφόρεις, μαζί μι του ξάδιλφουμ’ τουν Τάκη Παγκαρλιώτα «Μπούλη» ή «Μπαμπλιάγκα». Μαζί τ’ς ήταν κ’ ου Μανώλ’τ’ς ου Μαλούτας ου Τραπιζικός κι μι του συνθηματικό χαιρέτημα «Γεια σας πιδιά». Μιτά ακλούτσιν ου Μίχους ου Βούρκας μι καλό αυτουκίνητου κι όπους πάντα οχ’ πουλλά μασλάτια κι αυτά μητρημένα κι συζητήσεις κυρίους γύρου απ’ τ’ς «Νταλίκεις».

Όταν ήρθαν όλ’ κι μαζόθ’καμι στ’ βιράντα τ’ Αρχουντικού τ’ Γιώρ’ τ’ Μάστουρα που ήταν κι ψίχα προυσήλια, τότι ου Αργυρ’ ου Μαχτής, μας ινημέρουσιν, ότι μας άφ’κιν κι ου γαμπρός τ’ σ’ αδιλφής ου γνουστός σ’ όλους μας «Ηλίας Κυρατσούς» ου «χασάπ’ς» που μαζί μι τουν αδιλφό τ’, τον Χρηστάκ’ Κυρατσού κι μη βοηθούς τους νεαρούς ιτότι τ’ς δικαϊτίεις 1970-1990 Λαζαράδεις ήταν απ’ τα πρώτα χασάπ’κα σ’ν Κουζάν. Ου Λίας για πουλλά χρόνια ήταν παίχ’τ’ς του Ιστορικού Μακιδουνικού Κουζάν’τ’ς, που τα μέλη των ποδοσφαιριστών ήταν όλ’ σχεδόν κ’ ιλέφτερ’ ιπαγγιλματίεις. Αυτό προς στιγμής μας ήρθιν ψίχα ξαφνικό κι μας στιναχώρ’ς, αν κ’ ήξιράμι ότι ήταν άρρουστους. Μ’ ένα στόμα είπαμι όλ’ «Καλό Παράδεισου» κι φιλουσουφώντας, είπαμι ήρθαμι κι τα φύβγουμι κάποια στιγμή «άγνουστου πως κι πότι», αν κ’ η ζουή είναι γλυκιά αλλά μ’κρη, γι’ αυτό πρέπ’ ν’ απουλαμβάνουμι την κάθι στιγμή.

Όλ’ ιμφανίσκαμι μι γιουμάτα τα χέρια αγουρασμένα απ’ τ’ς φούρν’ ή τα ζαχαρουπλαστεία: Ικίν’ όμους που ακλούτσαν μπαράδουσ’ κ’ ήταν φανταχτηροί ήταν ου Μίχους ου Βούρκας κι ου Μανώλ’τ’ς ου Μαλούτας μας έφιραν τ’ς ουρέις αφράτις «πίτις» που τ’ς έφκιασαν ου χρυσουχέρεις οι γυναίκις των η «Λένα η Μαλούτα» κι η «Μαρία η Κυρατσού». 

Αφού μασλατιψάμι αρκιτά όξου στβιράντα ακούσκιν η φουνή απ’ τουν Σπιτουνοικουκύρ’ «Ει σώντιτα γιατί τα μας παγώσ’ν τα φαιά».

Του τραπέζ’ αρχίν’τσιν’ να στουλίζιτι μι χίλις λουϊές τσιπουρουμιζάδις, υπήρχιν τρανή ποικιλία απού τυρουκουμικά, απού σαλάτις, αλλ’ μιζέδις κι φάνταξαν ακόμα παραπάν’ όταν βγίκαν τ’ αχνιστά «φαϊά» του «κιμπάπ φούρνου, του αρνί μη τ’ς πατάτις» κι στου μπάτου η «τηγανιά». Μία ιτοιμασία για να φάν’ όχ’ δικαπέντι άτουμα αλλά τριάντα κι βάλι. Ου Γιώρ’ς έκαμιν ιτοιμασία για να κάτσουμι μια βδουμάδα κι πάλι να μη σουθούν τα πουλιμουφόδια απ’ τα τρόφιμα. 

Άπουψ’ του χουριού απ’ ν’ αυλή τ’ς ικκλησιάς

Όλα καλά κι ουραία τα παραπάν’ φαγώσιμα, αλλά μόλις ιμφανίσκαν οι «πίτις» έγιναν άφαντις στου λιπτό, γιατί ξέρουμι να τιμάμι τα σπιτίσια ιδιιταίρους όπως «πίτις, κιχιά, μπουρικάκια, γιαπράκια, τηγανιές». Σούντσαμι όλ’ αντάμα λες κ’ είμασταν απού κιρό «νησκοί».

Τ’ν ώρα που κίν’τσαμι να τρώμι ιμφανίσκαν μπρουστά σ’ν μπόρτα ένα ζιβγάρ’ «αρκούδις». Ιμείς μόλις τ’ς είδαμι, μας έκουψιν μαύρους ιδρώτας κ’ οι μπουκιές όλων μας στάθ’καν στου λιμό κι δεν κατέβινιν μι κακαντίπουτα. Ου Γιώρ’ς ήριμους κ’ ατάραχους όπους είνι, μας είπιν μη φουνάζ’τι, μη κνιέστι, μη κάντι θόρυβου κι κάτσιτ’ αφτού που ίστι. 

Ου Γιώρ’ς τ’ς έκαμιν κατ’ μη τ’ νουηματική κ’ αυτές έκαμαν στρουφή ινινήντα μοιρών κ’ έφυγαν όπους ήρθαν. Αφού ήπιαμι όλ’ απ’ ένα πουτήρ’ νιρό κι πήραμι μιρικές ανάσεις, ου Γιώρ’ς μας ιξίγησιν, ότι είνι του ζιβγάρ’ τ’ς γειτουνιάς. Έχν’ ιξικιουθεί μι μας, δεν τ’ς πειράζουμι ούτι τ’ς σκιάζουμι, τ’ς φρουντίζουμι ψίχα για φαί «σάμπους τι τρών’ αυτές» είνι ήριμες κι κοινουνικουποιημένεις. Αγριέβ’ν όταν κινηθείς εναντίον τους, ή κάμ’ς θόρυβο κι κυρίως να μην πειράξ’ τα μ’κράτ’ς, γιατί έχ’ν αυξημένου του «ένστικτου τ’ς μητρότητας».

Συνιχίζουντας τ’ν ινημέρουσ’ ου «Γιώρ’ς» μας είπιν, ότι του ζιβγάρ’ είνι τ’ς γειτουνιάς, είδαν σήμιρα πουλλά αυτουκίνητα, αλλά κυρίους τ’ς μύρ’σιν του «κιμπάπ» κι η «τηγανιά» κ’ ήρθαν πάρν’ τ’ς μιρίδις τ’ς. Τουν ρωτάμι όλ’ μ’ ένα στόμα. Μη τ’νουηματική τι μήνυμα τ’ς έδουσεις; Τ’ς ιφχαρίσ’τ’σα που μας καλουσώρ’σαν, ας πααίν τώρα, γιατί οι θ’κοιμ’ σας είδαν ξαφνικά κι κατάπιαν τ’ γλώσσα τ’ς. Αυτό που δικιούντι θα τόχ’ν σε λίγου. Αν μη δουν ας μι γράψ’ν’.

Ιτότι είπαμι όλ’ πόσου προυχώρ’σιν κ’ ιξιλίχ’θ’κιν η νουηματική επιστήμ’ που έχ’ τρανή ιφαρμουγή όχι μούγκι στ’ ανθρώπ’ αλλά κι στα ζώα.

Μετά του «σοκ» που απέρασάμι μη τ’ς αρκούδις ρίθ’καμι πρώτα σπιτίσεις «πίτις» κι μιτά είχαν σειρά όλα τα ουραία κι νόστημα φαγητά που ιτοίμασιν ου «νοικουκύρ’ς ου Γιώρ’ς ου Μάστουρας».

Ου ξάδιλφους ου Μανώλ’τ’ς ου Παφύλ’τ’ς έσουσιν νουρίτηρα του φαί τ’ απού μας, κι σαν άνθρωπους της χουρουδίας κι τρανής αγάπης στ’ μουσική κι ουργανουπαίκτης συνάμα, πίεζιν τουν Γιρουκώστα να σώσουμι του φαί κι να τσακώσ’ν τ’ άργανα. Άλλου που δεν ήθιλιν κι ου Κώτσιους, τσάκουσιν αμέσους του μπουζούκ’ κι χουρίς να σταματήσ’ για δυό ώρις, μαζί μι τους άλλους τρεις φίλους, Γιλαδάρ’ς, Παφύλ’τ’ς κι Στέφους, έπιζαν κι τραγουδούσαμι ασταμάτητα. 

Προς του τέλους περίπου της συνάναντησης κι πριν αναχουρίσουμι έμφανίσ’κιν ου Γιώρ’ς ου Γιλαδάρ’ς μι του κλαρίνου, που είχαμι κιρό να τουν ακούσουμι. Διαπίστουσάμι όλοι μας, ότι βιλτιώθ’κιν σι τρανό βαθμό, κι ό,τι έπιξιν ήταν άνιτους, μιλουδικός κι μας ανέβασιν ακόμη παραπάν’ του κέφι μας. Κι αντί να σκουθούμι να φύγουμι, τόστρουσάμι καμιά ώρα ακόμα, αφού μπήκαμι στου δημοτικού ριπιρτόριο που είνι κ αυτό ουραίου κι άσουτου.

Η συνέχεια το επόμενο Σάββατο

Σάκης Παγκαρλιώτας

Απ’ τα Κατσ’καθ’κα

Μοιραστείτε την είδηση