«Οἱ Κοζανῖται ἔχουσι καί τινα ἔθιμα, νόμου ἰσχὺν ἔχοντα καὶ παρὰ τοῖς δικαστηρίοις. Τοὺς τὰ δένδρα βλάπτοντας αὐστηρῶς τιμωροῦσιν, ἤτοι μαυρίζοντες τὸ πρόσωπον ἐπ’ ὄνου περιφέρουσι κατὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν πόλιν. Τὸν τρυγητὸν πάντες ποιοῦσιν ἐν τακτῇ ἡμέρᾳ, ἵνα μὴ καταχρήσεις γίνωνται. Καὶ τοὺς μοιχοὺς δέ, ἐν χρόνοις παλαιοτέροις, ἀνάπαλιν ἐπ’ ὄνου βάλλοντες μετὰ μελανοῦ τοῦ προσώπου καὶ τὴν οὐρὰν κρατοῦντας, περιῆγον κατὰ τὴν πόλιν.»
Αυτά έγραφε το 1872 ο Αθηναίος ιατρός Γουναρόπουλος στο περιοδικό Πανδώρα, στο άρθρο Κοζανικά. Άραγε, αυτό το εθιμικό δίκαιο, το οποίο εξίσωνε την ποινή για τους μοιχούς και του βλάψαντες τα δέντρα, υπήρχε μόνο στην Κοζάνη εκείνη την εποχή; Ίσως όχι, αλλά για να το αναφέρει ο Γουναρόπουλος σημαίνει ό,τι του έκανε εντύπωση και σίγουρα δεν θα υπήρχε στην Αθήνα εκείνης της εποχής.
Ενδιαφέρον έχει επίσης και κάτι ακόμα. Το 1904, ο «πατέρας της ελληνικής λαογραφίας», ο Νικόλαος Πολίτης, εξέδωσε το έργο «Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού». Πρόκειται για περιληπτική καταγραφή πληθώρας παραδόσεων από όλο τον ελληνικό χώρο, όχι μόνο από την Ελλάδα του 1904, αλλά από τις τότε Οθωμανικές Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο, Βιθυνία κλπ. Προφανώς, ένεκα του όγκου της εργασίας και των αντίστοιχων περιορισμών, κάθε περιοχή εκπροσωπείται από μία- δύο παραδόσεις. Έχοντας ως πηγή του τον Χαρίσιο Μεγδάνη, ο Πολίτης επέλεξε η περιοχή της Κοζάνης να εκπροσωπηθεί από την παρακάτω, υπ’ αριθμόν 324, παράδοση για τα δέντρα:
«324. Τα στοιχειωμένα δέντρα (Κοζάνη Μακεδονίας)
Τὰ μεγάλα καὶ παλαιὰ δέντρα εἶναι στοιχειωμένα, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀποφεύγουν νὰ κάθωνται πολλὴν ὥραν ἀπὸ κάτω τους ἢ νὰ κοιμῶνται στὸν ἴσκιο τους, γιὰ νὰ μὴν πάθουν.
Καὶ ὅταν κόβουν κανένα ἀπ’ αὐτὰ οἱ ξυλοκόποι καὶ τὸ ἰδοῦν πὼς γέρνει νὰ πέσῃ, πέφτουν πρηνὴς καταγῆς καὶ δὲ βγάνουν μιλιά, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐννοήσῃ ἡ ψυχὴ τοῦ δέντρου, ὅταν θὰ βγαίνῃ, πὼς εἶναι ἐκεῖ, καὶ καθὼς εἶναι ἀγανακτισμένη, τοὺς λαβώσῃ.
Καὶ στὸν κορμὸ στὴ μέση, ὅταν τὸν κόβουν, βάνουν μιὰ πέτρα, γιὰ νὰ ἐμποδισθῇ νὰ μὴ βγῇ μὲ ὁρμὴ ἡ ψυχὴ τοῦ δέντρου· τί ἀλλιῶς θὰ τοὺς κάμῃ κακὸ καὶ θὰ τοὺς κοψομεσιάσῃ, καὶ θὰ ἔχουν πόνους δυνατοὺς στὴ μέση.»
Αρκετά χρόνια μετά, ο Π. Λιούφης στην ιστορία της Κοζάνης, θα αναφέρει επίσης την ιδιαίτερη σχέση των Κοζανιτών με τα δέντρα. Συγκεκριμένα, γράφει για την περιοχή του ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης:
«Αὐτόθι παρὰ τὸν ναὸν ὑπάρχουσι καὶ τρεῖς ἀρχαιόταται καὶ παλαίφατοι δρῦες, διασώζουσαι ἔτι ἐπὶ τοῦ κορμοῦ αὐτῶν ξυλίνους ἥλους ἐκ τοῦ ἐπικρατήσαντος ἔθους τῆς τῶν δένδρων καθαγιάσεως (¹).»
Στην δε υποσημείωση, σημειώνει:
«(1) Τὸ ἔθος τοῦτο διετηρεῖτο μέχρι τοῦ 1896 κατὰ παράδοξον πρόληψιν· ἐτελεῖτο δὲ τῇ Πέμπτῃ τῆς Ἀναλήψεως ἐπὶ τῶν τεσσάρων σημείων τοῦ ὁρίζοντος περὶ τὴν πόλιν, καὶ ὑπῆρχεν ἡ δοξασία, ὅτι διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐγίνετο ἀποτροπὴ τῆς χαλάζης καὶ ἄλλων θεομηνιῶν. Φαίνεται, ὅτι ἡ πρόληψις παρέμεινεν ἀπὸ τῶν χρόνων τῆς Ρωμαιοκρατίας κατὰ μίμησιν τοῦ παρὰ Ρωμαίοις ἔθους τοῦ πηγνύναι ἧλον (jus cluvem fingendi), ὅπερ τὸ πρῶτον ἐτέλουν οἱ δικτάτορες. Τὸ ἔθος τοῦτο τῇ συστάσει τοῦ συγγραφέως κατήργησε πάνυ σωφρόνως ὁ πεφωτισμένος ἀρχιερεὺς Κωνστάντιος.»
Τα «τρία δέντρα» ήταν φτελιές, και όχι βελανιδιές, όπως εσφαλμένα έγραφε ο Λιούφης. Μια ακόμη φυλακτική και «σταυρωμένη» φτελιά που φύλαγε από την χαλαζόπτωση βρισκόταν έξω από τον ναό του Αγίου Χριστοφόρου, του Αγίου που κατεξοχήν προστατεύει από το χαλάζι, στη λαϊκή παράδοση.
Τα «Τρία Δέντρα» συνδέονταν και με μια Κοζανίτικη παράδοση που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Λέγεται πως όταν η Ισπανική γρίπη έπληξε την Κοζάνη το 1918, μεταφέρθηκε η εικόνα της Ζιδανιώτισσας για λιτανεία στην πόλη. Ο μοναχός που την έφερε κοντοστάθηκε στα Τρία Δέντρα να ξαποστάσει, και ακούμπησε την εικόνα σε μια ρίζα από αυτά. Όταν πήγε να τη σηκώσει, αυτή δεν σηκώνονταν. Ο μοναχός έτρεξε να το πει στο δεσπότη. Επέστρεψαν μαζί στα Τρία Δέντρα, και μετά από δέηση του δεσπότη η εικόνα ξεκόλλησε από τη ρίζα και μεταφέρθηκε στον ναό του Αγίου Νικολάου. Έκτοτε, οι Κοζανίτες φέρνουν την εικόνα από το Ζιδάνι κάθε Κυριακή του Θωμά και την μεταφέρουν με λιτανευτική πομπή από τον έναν ναό στον άλλο σε ανάμνηση της παράδοσης του 1918, διερχόμενοι από την οδό Γκέρτσου. Η κεντρική, αυτή, οδός της πόλης ονομαζόταν «Τριών Δέντρων» μέχρι τη δεκαετία του ’70, όταν οικοδομήθηκε το Γκέρτσειο ίδρυμα με έξοδα του Κ. Γκέρτσου, οπότε και η οδός έλαβε το όνομα του ευεργέτη, ενώ τα δέντρα κόπηκαν.

Εικόνα 1Αριστερά φαίνεται το Γκέρτσειο ίδρυμα υπό ανοικοδόμηση και δεξιά ο παλιός ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Στη μέση διακρίνονται οι τρεις αιωνόβιες φτελιές, «τα Τρία Δέντρα». Πηγή: «Κοζάνη: Μνήμες, Αναμνήσεις & Εικόνες – Kozani» https://www.facebook.com/groups/kostaskaramarkos
Είναι φανερό ότι, αν όχι από την εποχή του Λιούφη, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’70, η στάση των Κοζανιτών απέναντι στα δέντρα έχει αλλάξει. Σε σχέση με τον 19ο αιώνα έχει απομαγευτεί, στα πλαίσια μιας γενικότερης απομάγευσης όλου του κόσμου στην κοσμοαντίληψη των ανθρώπων. Έχει αλλάξει επίσης η νομοθεσία για την προστασία τους.
Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, για την κοπή δένδρων σε κοινόχρηστο χώρο πόλης ή οικισμού απαιτείται έκδοση Έγκρισης Εργασιών Μικρής Κλίμακας από την οικεία Υπηρεσία Δόμησης, μετά από αίτηση της αρμόδιας υπηρεσίας του οικείου ∆ήµου και σχετική Απόφαση του αρμοδίου οργάνου του ∆ήµου (Επιτροπή ποιότητας ζωής ή δημοτικού συμβουλίου), προσκομίζοντας τα ειδικά δικαιολογητικά που προβλέπονται από την παρ. 1 η του αρθ. 2 της 55174/4-10-2013 Απόφασης (ΦΕΚ 2605/Β’/15-10-2013). Οι παραβάτες διώκονται ποινικά.
Αυτό δεν σημαίνει πως η σχέση των Κοζανιτών με τα δέντρα χάθηκε. Απλώς άλλαξε και εκλογικεύτηκε. Η αξία των δέντρων για τον σύγχρονο Κοζανίτη είναι αισθητική, πολιτιστική και περιβαλλοντική αλλά όχι φυλακτική όπως παλιότερα. Κανείς βέρος Γιτιώτης δεν θα έμενε απαθής με μια ενδεχόμενη απώλεια της συνοικιακής ιτιάς. Ούτε οι ενορίτες των Αγίων Αναργύρων με την απώλεια των πλατάνων της βρύσης. Αυτό φάνηκε και από της πρόσφατες αντιδράσεις για την κοπή των δέντρων στην πλατεία Αλώνια, παρά του ότι τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία.
Βέβαια, από περιβαλλοντικής απόψεως δεν έχουν όλα τα δέντρα την ίδια αξία. Τα λευκάδια, παραδείγματος χάρη, τα οποία κοσμούσαν τις πλατείες Αλώνια και Λασσάνη, δεν ενδείκνυνται για αστικό πράσινο. Αφενός τα κλαδιά τους σπάζουν εύκολα με τον αέρα, εφ’ εταίρου τα χνουδωτά τους άνθη προκαλούν αλλεργίες και φράζουν τις αποχετεύσεις των όμβριων, καθιστώντας τα επικίνδυνα δέντρα. Οι δε ρίζες τους, στην προσπάθεια να αναπνεύσουν τινάζουν πεζοδρόμια και δρόμους.
Αντιθέτως, οι φλαμουριές και τα πλατάνια έχουν περισσότερα πλεονεκτήματα παρά μειονεκτήματα. Δικαίως, αλλά πολύ ετεροχρονισμένα, υπήρξαν κάποιες αντιδράσεις για την κοπή τους. Οι αντιρρήσεις πρέπει να εκφράζονται πριν το δημοτικό συμβούλιο λάβει αποφάσεις. Το ότι ο πλάτανος δεν κόπηκε δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει γλιτώσει. Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, το έλκος του πλατάνου εξολοθρεύει τα πλατάνια της Ελλάδας. Ένας σημαντικός τρόπος μετάδοσης είναι τα μηχανήματα τεχνικών έργων. Όταν αυτά εργάζονται σε μολυσμένη περιοχή, και αποχωρούν χωρίς απολύμανση, μεταφέρουν το έλκος σε υγιείς περιοχές όπου μεταφέρονται για άλλα τεχνικά έργα.
Δεν είναι μόνο η ιδιαίτερη σχέση των Κοζανιτών με τα δέντρα που έχει αλλάξει από τον 19ο αιώνα. Έχουν αλλάξει και τα είδη των δέντρων που φύονταν στην πόλη. Όμως, αυτό είναι μια άλλη ιστορία της πόλης.
Νίκος Σταμκόπουλος
Μηχανικός Περιβάλλοντος










