Το ταξίδι του «Lamento» από τη Μίεζα έως τη Bucharest Scenography Biennale
Η επιλογή του Lamento στη Bucharest Scenography Biennale 2026 έφερε το έργο του σκηνογράφου, ενδυματολόγου, σκηνοθέτη όπερας και ακαδημαϊκού καθηγητή Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας, Τάσου Πρωτοψάλτου σε μια από τις σημαντικότερες διεθνείς διοργανώσεις σύγχρονης σκηνογραφίας. Για τον ίδιο, ωστόσο, η συμμετοχή δεν αποτελεί μόνο μια σημαντική αναγνώριση. Είναι η συνέχεια μιας πορείας που ξεκίνησε από μια προσωπική αναζήτηση γύρω από την όπερα, τη σκηνή και τη μνήμη, για να καταλήξει σε ένα έργο που επιχειρεί να αποδείξει πως ακόμη και ό,τι μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν μπορεί να αποκτήσει νέα ζωή.

«Το Lamento γεννήθηκε μέσα από μια μακρόχρονη ενασχόλησή μου με την όπερα, τη σκηνογραφία, το κοστούμι και τη μνήμη της παράστασης», λέει στο «Χ». Δεν ήταν, όπως εξηγεί, μια ιδέα που προέκυψε ξαφνικά ούτε ένα έργο που δημιουργήθηκε με στόχο μια διάκριση. Ήταν το αποτέλεσμα μιας δημιουργικής διαδρομής που συνδύασε την καλλιτεχνική πράξη με την έρευνα και την ανάγκη να επιστρέφει σε ιστορικά υλικά, όχι για να τα αναπαράγει, αλλά για να τα επανενεργοποιεί μέσα στο σήμερα. Η επιλογή στη Biennale, σημειώνει, επιβεβαιώνει ότι μια τόσο προσωπική αναζήτηση μπορεί να ανοίξει διάλογο με διαφορετικά καλλιτεχνικά περιβάλλοντα και κοινά.
Στην αφετηρία του έργου βρίσκονται τα lamenti της μπαρόκ όπερας. Εκεί όπου ο έρωτας, η απώλεια, η εγκατάλειψη και ο θρήνος μετατρέπονται σε μια βαθιά θεατρική εμπειρία. Αυτή η δύναμη των συναισθημάτων ήταν που τον οδήγησε στη δημιουργία του Lamento. Όχι για να αναβιώσει μια άλλη εποχή, αλλά για να αναζητήσει έναν σύγχρονο τρόπο αφήγησης μέσα από τη σκηνογραφία, το φως, τον χώρο και το σώμα. Όπως λέει, το παρελθόν δεν είναι κάτι κλειστό ή μακρινό. Μπορεί να συνομιλήσει με τον σημερινό θεατή, όταν του δοθεί ένας νέος τρόπος να εκφραστεί.

Σημαντικό κομμάτι αυτής της αναζήτησης αποτελεί και η αναφορά στη Maria Callas μέσα από το ιστορικό κοστούμι που συνδέθηκε με την ερμηνεία της στην Iphigénie en Tauride. Ο Τάσος Πρωτοψάλτου ξεκαθαρίζει ότι δεν τον ενδιέφερε να δημιουργήσει ένα πιστό αντίγραφο ούτε να αναβιώσει μια εμβληματική εικόνα. Εκείνο που τον απασχόλησε ήταν να συνομιλήσει με ένα αντικείμενο που κουβαλά τη μνήμη μιας παράστασης, μιας μεγάλης ερμηνεύτριας και μιας ολόκληρης εποχής του λυρικού θεάτρου. Για τον ίδιο, η Κάλλας δεν είναι μόνο μια σπουδαία φωνή. Είναι μια ολοκληρωμένη σκηνική παρουσία, όπου σώμα, βλέμμα, μουσική και κοστούμι λειτουργούν ως ένα.

Ίσως γι’ αυτό χρησιμοποιεί συχνά τη φράση «φορέας μνήμης» όταν μιλά για το κοστούμι. Όχι γιατί το αντιμετωπίζει ως ένα αντικείμενο του παρελθόντος, αλλά γιατί πιστεύει ότι μπορεί να κουβαλά ιστορίες, συμβολισμούς και εμπειρίες. Στη δική του προσέγγιση, το κοστούμι παύει να είναι ένα αισθητικό στοιχείο και γίνεται ενεργό μέρος της σκηνικής πράξης, συνομιλώντας με τη μουσική, το φως και τον χώρο. «Δεν με ενδιαφέρει η νοσταλγία. Με ενδιαφέρει η μνήμη ως ενεργό υλικό», λέει χαρακτηριστικά.

Το πρώτο μεγάλο ταξίδι του Lamento ξεκίνησε από το Αρχαίο Θέατρο της Μίεζας, όπου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2025. Ο χώρος δεν επιλέχθηκε μόνο για τον συμβολισμό του. Όπως εξηγεί, η ίδια η εμπειρία της παράστασης διαμορφώθηκε μέσα από τη σχέση με το αρχαίο θέατρο, τη σιωπή του τοπίου, τη μουσική και την ανθρώπινη φωνή. «Δεν ήταν απλώς η πρεμιέρα ενός έργου, αλλά η στιγμή όπου το ίδιο το Lamento διαμορφώθηκε μέσα από τον διάλογό του με τον τόπο που το φιλοξένησε», σημειώνει. Από εκεί, το έργο ξεκίνησε το δικό του ταξίδι, το οποίο συνεχίζεται πλέον στη Bucharest Scenography Biennale.
Παράλληλα, ο Τάσος Πρωτοψάλτου πιστεύει ότι η σκηνογραφία και η ενδυματολογία εξακολουθούν να μην αναγνωρίζονται όσο τους αξίζει στην Ελλάδα. Θεωρεί ότι δεν αποτελούν απλώς στοιχεία που συμπληρώνουν μια παράσταση, αλλά εργαλεία δραματουργίας και καλλιτεχνικής σκέψης. Αναγνωρίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι δημιουργοί, όμως βλέπει με αισιοδοξία μια γενιά που διαθέτει γνώση, ευαισθησία και διάθεση να πειραματιστεί.

Για τον ίδιο, το Lamento δεν είναι μια ιστορία για το παρελθόν. Είναι μια ιστορία για όσα εξακολουθούν να μας αγγίζουν, ακόμη κι αν έχουν ειπωθεί πριν από αιώνες. Αν, φεύγοντας από την παράσταση, ο θεατής κρατήσει μαζί του μια εικόνα, ένα συναίσθημα ή μια σκέψη που θα συνεχίσει να τον συνοδεύει, τότε το έργο θα έχει βρει τον δρόμο του. Γιατί, όπως λέει, δεν τον ενδιαφέρει να δώσει έτοιμες απαντήσεις. Τον ενδιαφέρει να αφήσει μια αίσθηση, μια μνήμη, μια εσωτερική μετακίνηση.
Θένια Βασιλειάδου – www.xronos-kozanis.gr










