Αφορμή για να γράψουμι αυτό του αφιέρουμα, ήταν η ουραία φουτουγραφία π’ είχιν κι τ’ φύλαγιν η «ΘΙΑΝΩ τ’ ΜΑΡΓΑΡΙΤ’ – ΜΠΙΜΠΙΡ’» κι σι ξαφνική συνάντησ’ μ’ ινημέρουσιν κι μ’ είπιν. Σάκη καλά που σι βρήκα. «ΕΧΟΥ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ Μ’» μια πουλύ καλή φουτουγραφία τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» κι θέλω να σ’ δώσου, γιατί μούγκι ισύ τα βγάλ’ς στου φως. Ιγώ τ’ν είπα, άστην στου μαγαζί τ’ς «ΔΑΦΝΗΣ» κι θα μπάρου απουκί.
Κι έτσ’ γίγκιν. Μπήρα στα χέρια μ’ κ’ έμεινα μη του στόμα ανοιχτό, μη τ’ καθαρότητα, τ’ φουτεινότητα, τ’ κοινουνικότητα κι καλή διάθησ’ του «ΠΥΡΗΝΑ» τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» παρόλου που δεν τουν είχαν «πχι» ακόμα τουν προυϊνό κ’ ήταν μούγκι μη τα νιρά στου τραπέζ’.
Η φουτουγραφία αυτή εινι απού άγνουστου χέρ’ τραβιγμέν’ πούχιν γνώσ’ απού ποια γουνία έπριπιν να τραβίξ’, «γιατί δεν μας πόνησιν’» τ’ν έβγαλιν ουραία κι μη χαμόγιλο, αν κι προυϊνιάτ’κ’. Του χαμόγιλου υπουθέτου, ότι πρέπ’ να προυέρχουνταν απού κάνα ανέκδουτου ή απού κάνα ιστουρικό που έλιγαν ασταμάτητα του «ΝΤΟΥΕΤΟΥ ΝΙΚΟΥΣ ΚΟΥΚΚΑΛΙΑΡΣ’ ΚΙ ΓΙΩΡΣ’ ΜΑΣΤΟΥΡΑΣ – ΓΚΟΥΛΕΜΑΣ».
Τουν πυρήνα τ’ς φουτουγραφίας τουν απουτηλούσαν ξικινώντας πάντα απ’ αριστηρά:
Ου αγαπητός αρχηγός τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» που μας τ’ν έκαμιν ξαφνικά κ’ αγλίγουρα, ου κουμπάρους μ’ «ΝΙΚΟΥΣ ΚΟΥΚΚΑΛΙΑΡΣ’», ου αρχημουσικός κι άσουτους για γλέντια «ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΡΟΚΩΣΤΑΣ», ουρθός δεν μη κάθουνταν άμα ήταν για φουτουγραφία «ΣΑΚΗΣ ΠΑΓΚΑΡΛΙΩΤΑΣ», η πηγή των άσουτων ανέκδουτων κι τ’ς προυϊνής ψυχουθιραπίας «ΓΙΩΡΣ’ ΜΑΣΤΟΥΡΑΣ – ΓΚΟΥΛΕΜΑΣ», ου συμβιβαστικός, ήριμος, αγαπητός κι τσιγαράης «ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΝΑΓΟΥΣ» κι του σύγχρουνου ηλικτρουνικού μητρώου τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ ΜΑΣ» ο αγαπητός μας «ΧΑΡΗΣ ΜΠΙΜΠΙΡΗΣ». Όποιου ιστουρικό ή κοινουνικό γιγουνός αστουχνούσαμε μας έρχουνταν άμισα χουρίς καμμιά καθυστέρησ’ μη χρουνουλουγία, ημέρα κι τα ιμπλικόμηνα πρόσουπα μη ουνουματυπώνυμα. Μάλιστα τόσ’ ακρίβεια είχιν η κάθι πληρουφόρισ’.
Ιστουρικά του «Καφεζαχαρουπλαστείου» τ’ς «ΘΕΑΝΩΣ» αρχίν’τσιν να λειτουργεί σαν «ΣΤΕΚΙ ΜΑΣ» μιτά του θάνατου του «ΝΤΙΝΑΡΗ ΖΟΥΡΜΠΑ τ’ ΜΑΝΩΛ’» που μας άφ’κιν όλνους στα κρύα του λουτρού, λόγου του ξαφνικού γιγουνότος.
Άλλα μέλη τ’ς ουραίας παρέας ήταν:
Ου ΓΙΩΡΣ’ ου ΓΙΛΑΔΑΡΣ’ ή ΑΡΑΒΑΝ’Τ’Σ κιθάρα τραγούδι, ου ΣΤΕΦΑΝΟΥΣ ή ΣΤΕΦΟΥΣ ΚΟΥΤΟΥΛΑΣ ή ΤΖΙΑΜΤΖΗΣ τραγούδι κι κιθάρα, ου ΜΑΝΩΛ’Τ’Σ ου ΠΑΦΥΛ’ Τ’Σ ή ΦΑΡΑΣ, ου ΚΑΡΥΠΙΔΗΣ ου ΛΕΩΝ ου ινημέρους, ου ΓΚΑΛΦΑΣ ΘΟΔΟΥΡΑΣ συμμαθητής μη τουν κουμπάρου μ’ σ’ν’ «ΙΜΠΟΥΡΙΚΗ ΣΧΟΥΛΗ», ου ΜΑΝΩΛ’ Τ’Σ ου ΜΑΛΟΥΤΑΣ ου ΒΟΥΛΙΟΤ’Σ κουλλητός κι συμμαθητής τ’ κουμπάρου μ’ κι τ’ ΓΚΑΛΦΑ, ου ΜΑΝΟΥΣ ου ΜΑΛΟΥΤΑΣ ου χασάπ’ς που μας τ’ν έκαμιν κι αυτός.
Η Θεανώ που λειτουργούσιν του μαγαζί ήταν άτουμου ιξυπηρετικό, πιριποιητικό, αγλίγουρου κι μη του χαμόγιλου πάντα στου πρόσουπου. Πουλλές φουρές κι για κάποιες περιόδους στα προυϊνά είχιν κι τ’ βουήθεια απ’ τα πιδιά τ’ς του «ΝΙΚΟΥ κι τ’ς ΜΑΡΙΝΑΣ» που ήταν σημαντική. Λόγου τ’ς πουλιετούς μόνιμης παρουσίας τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» στου «Στέκ’ τ’ς Θεανώς» είχαμι πουλλές φουρές κι τ’ς ιδιαίτερεις περιποιήσεις απ’ τ’ν ίδια μη τ’ς νόστιμεις «ΠΙΤΕΙΣ κ’ ΚΙΧΙΑ» που έφκιανιν, καθώς ακόμη κι του φρέσκου κι αφράτου «ΚΕΪΚ» που συνόδιβιν κάθι προυί τουν καφέ. Η «ΘΕΑΝΩ» μη άλλα λόγια ήταν μια «ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΗ ΜΗΧΑΝΗ ΠΑΡΑΓΟΥΓΗΣ» αφού ήταν θυγατέρα τ’ς αγαπητής μας κι πάντα γιλαστής «ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΙΜΠΙΡΗ». Μάννα απ’ τα τέσσιρα πιδιά τ’ς ΛΟΛΑΣ, τ’ ΧΑΡΗ, τ’ ΑΝΤΩΝ’ κ’ τ’ς ΘΕΑΝΩΣ. Απ’ του μαγαζί που ήταν κι ζαχαρουπλατείου ιφουδιάζουμάσταν μη πακέτα γλυκών για τ’ς υπουχριώσεις που είχαμι.
Στουν ίδιου χώρου μη μας συνυπήρχιν κ’ η γυνικία «ΠΑΡΕΑ» που ήταν φιλινάδεις τ’ς Θεανώς, που είχαμι κάποιες αψιμαχίεις, απού καμμιά φουρά, σι φιλικά πάντα πλαίσια.
Τουν πυρήνα τουν απουτιλούσαν, η Γιούλα η Σαρρή, η Καίτη η Κουκουτάρη που έφιρνιν απού καμμιά φουρά τουν αδιλφό τ’ς τουν Θόδουρου Βαρδάκα κι τουν άντρα τ’ς τουν Θανάσ’ τουν Κουκουτάρ’ τουν ιδρυτή τ’ς τρανής βιουμηχανίας «ALFA» που λειτουργεί σ’ν Κουζάν’ κι δίν’ δ’λειά σε πουλλές οικουγένειες. Άλλ’ φιλινάδα ήταν η Γιούλα η Δάλλα και η Βουβουνίκου.
Η «ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ» ήταν πουλλή ζουντανή, έντουνα πουλιτικουποιημέν’ κι προυβληματισμέν’, αφού στουν «ΚΑΦΕ» καταπιάνουνταν μη τα «ΤΟΥΠΙΚΑ» θέματα κ’ ειδικά μη τ’ν ακρίβεια κι τ’ν απουλιγνιτουποίησ’, του κλείσιμου τουν Μουνάδουν της ΔΕΗ, που άφκιν’ άνεργους χιλιάδες νέους συντοπίτες μας, με την απώλεια εκατομμυρίων ευρώ που χάθ’καν απ’ τ’ς αγουρές «ΚΟΖΑΝΗΣ κι ΠΤΟΥΛΕΜΑΪΔΑΣ» κι των άλλων πιριουχών.
Καταπιάνουνταν ακόμα κι μη τα «ΔΙΕΘΝΗ» θέματα τ’ς Οικουνουμίας κι τ’ς αναταραχής που προυκαλεί ου πόλιμους τ’ς Ουκρανίας κι τ’ς ιπικίνδυνεις αποφάσεις που παίρν’ οι ανισσόρουπ’ κυβερνήτες της «ΑΝΘΡΟΥΠΟΤΗΤΑΣ».
Έχουντας στους κόλπους μας τον επί 20ετή κι πλέον αρχηγό μας που ασχουλούνταν μι τα «κοινά της ΚΟΥΖΑΝ’Σ» Νίκο Κουκκαλιάρ’ η κουβέντα για τα κοινά, του ποια έργα γίνγκαν κι ποια έπριπι να γίν’ η συζήτησ’ δεν είχιν σουμό.

Η φουτουγραφία τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» μας έδουκιν τ’ν αφουρμί ν’ αδουκ’θούμι τ’ν τρανή «ΚΟΙΝΟΥΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΥΡΑ ΜΑΣ» κατά τους θιρινούς μήνες που ήμασταν στρουμέν’ στου «ΠΙΖΟΥΔΡΟΜΙΟΥ». Απού μπρουστά μας απιρνούσαν, στέκουνταν κι μας χαιρετούσαν «ΑΣΟΥΤ’ ΦΙΛ’ κι ΓΝΟΥΣΤΟΙ». Πουλλοί που ήθιλαν να πάρν’ κι μια ανάσα ήπιναν τουν καφέ τ’ς κιρασμένου απ’ τ’ παρέα μας. Ήταν όμους κι μιρικοί «ΜΟΥΚΑΕΤ’ΔΕΙΣ» που τσέβανάμι μη τ’ν ώρα μας του πουδάρ’.
Ένας όμους που πιρνούσιν κάθι προυί μας χαιρετούσιν αλλά δεν έκατσιν ούτι μια φουρά για καφέ ήταν ου «ΑΓΛΙΓΟΥΡΟΥΣ» ου ΝΙΚΟΥΣ ου ΒΑΧΤΣΕΒΑΝΟΥΣ». Στέκουνταν μας ουμιλούσιν, δέχουνταν τ’ς παραγγιλίεις για έκδουσι «ΣΙΝΤΙ» που τ’ν άλλ’ μέρα τ’ άφιρνιν, όταν τουν έλιγάμι «κάτσι» μας απαντούσιν, δεν μπουρώ γιατί μη καρτιρούν.
Απ’ «ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ» απιρνούσαν φίλ’ γνουστοί, γείτουνεις, συγγινείς κι πουλλά γιρόντια που ήθιλαν να πάρν’ μια ανάσα, αλλά κυρίους ν’ αλλάξ’ μια κουβέντα κι ν’ ακούσ’ν κάνα «ΚΑΣΜΕΡ» που η «ΠΑΡΕΑ» είχιν τρανό απόθημα κ’ απαφτό του είδους.
Απ’ του τραπέζ’ απιρνούσαν κι πουλλοί μικρουπουλητές, όπους λαχειουπώλ’δεις, πουλητές που είχαν κάλτσεις, γυαλιά, «ΚΙΝΕΖ’ μη ΚΑΣΣΙΛΑΚΙΑ». Ένα κασσιλάκ’ τοβγαλάμι σε δημουπρασία κι του είχαμι βαρέσ’ «ΙΓΩ κι ου ΚΟΥΜΠΑΡΟΥΣ Μ’» που είχιν άσουτα προυϊόντα μέσα. Τσιγγάν’ κι επαίτες απ’ όλες τ’ς ηλικίεις. Ένας ζητιάνους θυμάμι, όταν πέρασιν μπρουστά απ’ τουν Κουκκαλιάρ’ του ρώτσιν κρατώντας τ’ν πιστουτική κάρτα στα χέρια τ’. Μηχανάκ’ έχ’ς γιατί ιγώ πληρώνου «ΜΟΥΓΚΙ ΜΗ ΠΙΣΤΟΥΤΙΚΗ». Κι ου ζητιάνους τουν απάντσιν’ ακόμα αυτό δεν τουν έκαμαμι τουν «ΜΗΤΣΟΥΤΑΚ’». Ιμείς οι τσιγγάν’ είμαστι μούγγι του μαύρου χρήματους.
Η Κοινουνική μας όμους προυσφουρά ιπικτήνουνταν κ’ ήμασταν πάντα δίπλα στ’ άτουμα που έψαχναν τουν «ΕΦΚΑ – ΙΚΑ» κι τ’ς πάϊνάμι μέχρι τ’ Στουά τ’ Χ’Γιαννάκ’, αλλ’ δεν έβρισκαν να παρκάρ’ν, άλλ’ ήταν κουρασμέν’ απού ταξίδι’, τ’ς έβανάμι να κάτσ’ν κ’ η ΘΕΑΝΩ έφιρνιν του καφέ κ’ ότ’ καλό είχιν. Του διάφουρου για μας ήταν να ρουτήσουμι διακριτικά όμους «Από που, γιατί, κι πως ήρθαν στ’ ΚΟΥΖΑΝ’» που ήταν ανώδινο γι’ αυτούς.
Μια όμους τρανή κι σημαντική κοινουνική προυσφουρά τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» ήταν σ’ αυτούς που «Έπιφταν απ’ τα σκαλουπάτια τ’ς «ΠΛΑΤΕΑΣ» μικροί κι νέοι, τρανοί κι γέρουντεις, τσ’κουτουμού πιαλούσαμι να σκώσουμι κι να φρουντήσουμι για τ’ άτουμα αυτά, που ήταν τραυματ’ζμένα, αναστατουμένα κι φριγμένα. Τσέβαζάμι να κάτσ’ν στου τραπέζι μας, τ’ς έδουνάμι ένα κουταλάκ’ ζάχαρ’ μη νιρό κι αφού ηριμούσαν μουναχίτ’ς σκώνουνταν κ’ έφυβγαν, αφού μας ιφχαριστούσαν για τ’ βουήθεια που έβρισκαν απού μας.
Στου «Στέκ’ τ’ς Θεανώς» έπιρνιν τ’ς απουφάσεις τ’ ου Νίκους ου Κουκκαλιάρ’ς κι μας καλνούσιν στου ιξουχικό τ’ τ’ «ΦΡΙΑΤΙΔΑ» όπους τν’ουνόμαζιν κι ουργάνουνιν τα ουραία βραδυνά, μη φαϊά που ιτοίμαζιν’ μουναχόστ’ κι του ιφχαριστιούνταν πουλλή, μη τσινουδία των μουσικών τ’ς παρέας. Που τ’ς ανάφιράμι σι κάποια παράγραφου τ’ αφιερώματος. Ου αρχηγός μας ου «ΝΙΚΟΥΣ» μ’ αυτόν τουν ουραίου τρόπου φρόν’τσιν για αλαφρί βραδυνό, τ’ ψυχουθιραπεία τ’ς «ΠΑΡΕΑΣ» μη τα μουσικά διαλλείμματα κι για τουν καλό κ’ ήριμου βραδυνό ύπνου.
Στου τέλους κάμου μια μικρή αναφουρά κ’ ινημέρουσ’ για τουν «ΚΩΣΤΑ ΠΑΝΑΓΟΥ» με τον οποίον γνουρίσκαμι στου ιστουρικό «ΣΤΕΚ’» «ΝΤΙΝΑΡΗ ΖΟΥΡΜΠΑ» στου παληό μαγαζί που ζάει μέχρι σήμιρα. Όταν ήρθιν μη μιτάθισ’ οικουγινειακώς απ’ τα γριβινά του 1997, ου Κώστας είχιν απότ’ φαίνιτι μια «κλίσ’ στου «παλιό» γι’ αυτό μόλις βρήκιν του μαγαζί Ντινάρ’ κι τα παλιούκιρα άτουμα που είχιν μέσα όπους τουν αντιδήμαρχου ιτότι ΣΙΜΗΝΑ ΧΡΗΣΤΟ, ΜΑΤΑΝΑ ΧΑΡΙΛΑΟ, ΜΗΛΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟ κ.α.
Ου Κώστας Πανάγους άτουμου ήριμου, γιλαστό, ιπικοινουνιακό κι μη άπουψ’ για κάθι σουβαρό θέμα που έρχουνταν για συζήτησ’ στ’ «ΠΑΡΕΑ» απ’ του Ριζάρ’ Τρικάλων στ’ καταγουγή, αυτό δεν τούδαμι «ΝΤΙΠ» ιμείς οι «ΚΟΥΖΑΝΙΤ» γιατί ικτιμούσαμι όλα τ’ άλλα ποιοτικά ανθρώπινα στοιχεία π’ είχιν, ήρθιν κι κούμπουσιν στ’ «ΠΑΡΕΑ» χουρίς να τουν παρ’ κανένας χαμπάρ’, παρόλου που ήταν «ΤΡΟΥΧΟΥΝΟΜΟΥΣ ΑΣΤΥΝΟΥΜΙΚΟΣ» αλλά χουρίς στυλό στου τσέπ’. Άτουμου ηθικό, κοινουνικό που σέβιτι κι σκέπτητη τουν «Έλληνα πουλίτ’». Είπαμι όλ’ ιτότι, αυτός μας «ΚΑΜ’» κ’ έτσ’ συνιχίσαμι κι συνιχίζουμι τ’ν παρέα κι μιτά του χάλασμα του «ΣΤΕΚ» τ’ς «ΘΕΑΝΩΣ» λόγου τ’ς νέας διαμόρφους τ’ς «ΠΛΑΤΕΑΣ Γ. ΛΑΣΣΑΝΗ ή ΜΙΣΚΙΑΘΚΟΥ».
Σήμιραα ιφχόμαστι να έχουμι “ΥΓΕΙΑ”, ψίχα ισιουδουξία για να μπορούμι ν’ αντιμιτουπίσουμι θαρραλέα την “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ”.
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κά’θκα











