Αφουρμή για ν’ αναφιρθώ στουν ιμπουρικό αυτόν κλάδο τ’ς ιπουχής ικείνης υπήρξιν, ου «ΛΙΑΛΙΑΣ ου ΤΑΚΗΣ» ή «ΤΣΑΡΗΣ», μη του ιμπουρικό σήμα όπους τουν απουκαλούσαν, όταν στ’ς 18/03/2017 ημέρα Σαββάτου μη σταμάτσιν όξου απ’ του μαγαζί τ’ – Καφινείου που λειτουργούσιν ικείν’ τ’ν ιπουχή, στην ουδό Ιωαν. Τράντα μη τ’ν γυναίκατ’ τ’ Μαρία. Του μαγαζί ήταν ιδιουκτησίας του Ζυμπίδη τ’ Παναγιώτ’ ή Μιτανάστ’.
Του μισμέρ’ ικείνου μη φώναξιν ου «ΤΣΑΡΗΣ» μη σκουπό να μη κιράσ’ κι να μη πει αυτό που ήθιλιν.


Του πρώτου που μ’ είπιν, ήταν σι διαβάζω στου «ΧΡΟΝΟΥ» γι’ αυτά που γράφ’ς κι να συνιχείς γιατί είνι καλά κι κατανουητά. Η θκια μας η σειρά απ’ τ’ς πλανόδιοι μικρουπουλητές, τα ρθει καμμιά φουρά ή θέλ’ να καρτηρέσουμι κάμπουσα χρόνια, μη του φόβου να μην μας έρθ’ του μήνυμα απ’ του «ΘΟ» κι να μη προυλάβουμι κανκαντίπουτα.
Άκσι να συ πω Σάκη, έχουμι κ’ ιμείς τ’ θκιά μας ιστουρία στουν Ιμπουρικό Κλάδου, τ’ς ΚΟΥΖΑΝ’Τ’Σ κι πρέπ’ κι ιμείς να βγούμι ψίχα στου «ΦΩΣ» κι ν’ ασχουληθεί κάποιους απού σας για ιμάς. Ιγώ μ’ είπιν έχου όλ’ τ’ καλή διάθεσ’ να κάτσουμι να μιλήσουμι κι ν’ αναφιρθούμι για τα μέλη κι τ’ν ιστουρία των μικρουπωλητών.
Έχου τρανό ιστουρικό του κλάδου κι φουτουγραφικό που απότ’ γλέπου συ χράζητι για να ιμπλουτίσ’ τα γραφούμινα απ’ του κείμινους. Τώραϊα τα συ δώσου δυό φουτουγραφίεις για να πάρ’ς μια γνώμ’ κι πως κινούμασταν ιμείς ιτότι, αν κι μας γνουρίζ’, αφού είμαστι όλ’ στ’ν ίδια ηλικία του σαράντα. Κ’ έρχουμέστι σήμιρα μητά απού ιννιά χρόνια ν’ ασχουληθούμι κι να βγάλουμι στου «ΦΩΣ» τουν άξιου αυτόν «κλάδου» μη τους δυναμικούς κι τίμιους συντουπίτεις μας, που μερικά μέλη απ’ αυτούς τα γίν’ γνουστά στου σημιρνό δημουσίϊβμα.

Ξικινούμι τα βιογραφικά απ’ τα μέλη των «πλανόδιων μικρουπωλητών» μη πρώτουν τουν τρανήτηρου ιτότι που ήταν ου «Παγκαρλιώτας ου Κώστας ή Κουσταντούλ’ τ’ς», όπους ήταν γνουστός στην πχιάτσα.
Ου Κουσταντούλ’ τ’ς μαζί μη τ’ν γυναίκα τ’ Μαρίκα κι του γιό τ’ Γιώργου κατά του 1957-58 ήρθιν μη τουν αδιλφότ’ τουν Αντών’ Παγκαρλιώτα του Ευσταθίου κι κείνος μη τ’ν οικουγένεια τ’ απ’ τ’ Φλώρινα.
Του πατρικό τ’ς σπίτ’ ήταν κουλητά μη του θκό μας, σημιρνή ουδό Φαρσάλων 10 Κοζάνη. Ου Κώτσιους όταν ήρθιν σ’ν Κουζάν’ νοίκιασιν στου σπίτι μας μη τ’ Μίμη Παγκαρλιώτα. Τσάκουσιν τ’ σουφήτα μη τ’ν οικουγένεια τ’ κι έκατσι τέσσιρα χρόνια περίπου, μέχρι που αγόρασιν θκότ’ μουχανικό σπίτ’.
Ου ίδιους για επαγγελματική απασχόληση αν’ξιν κατάστημα φρούτων κι λαχανικών στ’ν ουδό Δημουκρατίας κι Φόρη (σ’ν παλιά Ολυμπιακή). Μιτά απού χρόνια απαράτσιν αυτό του μαγαζί κι άνοιξιν άλλο μη τα ίδια προυϊόντα στ’ν ουδό Ιωαν. Τράντα, σι παλιό κτίριου, ινώ στουν απάν’ τουν όρουφου είχιν του δικηγορικό τ’ γραφείου ου Αμοιρίδης. Ιτότι τα Δικαστήρια ήταν στ’ν ουδό Χαλκιά.
Όταν σταμάτσιν του μαγαζί ου Κουσταντούλ’ τ’ς μη του ιμπόριου φρούτων ιτότι πιστεύου ασχολήθ’κιν πάλι μη του ιμπόριου ως πλανόδιους μικροπωλητής. Τα προυϊόντα που πουλούσιν ήταν τσατσάρεις, τσιακμάκια, τσιακμακόπιτρεις, καθριφτάκια, τσιμπιδάκια, φακούς, κλειδαριές, νυχουκόπτες, μαχαίρια, ξυραφάκια, πηνέλα για ξύρισμα κι άλλα μ’κρά προυϊόντα που κάλυπταν τ’ς ανάγκες τ’ς γυνικίεις τ’ς κι αντρικές.
Του βασικού «ΣΤΕΚ» για τ’ς μικρουπουλητές ιτότι, ήταν η ουδός «Μακεδονομάχων» όπου στιγάζονταν κι λειτουργούσαν τα τρία πρακτουρία του ΚΤΕΛ, τ’ς Σαλουνίκ’ς, τ’ς Πιριφέρειας Βουΐου κι τουν Αθηνών.
Ικεί αντάμουσαν κι γνουρίσκαν ου Κουνσταντούλ’τς κι ου «Τσάρης» δέκα χρουνών ιτότι. Τα ιμπουρεύματα που είχιν ου καθένας ήταν διαφουρητικά ψιλικά ου ένας κι καραμέλεις κι τσίχλεις ου άλλους ου μκρός.

Μια μέρα ου Κουσταντούλ’ τ’ς μαζί μη του καρότ’ς έφιριν κ’ ένα άδειου καλάθ’ για τουν Τσάρη για να βαν’ τα προυϊόντα μέσα κι να μην τα κρατάει στα χέρια τ’. Η φιλότιμ’ αυτή κίνηση του «Κουσταντούλ’» είχιν σαν θιτική ιξέλιξ’ τα δυό άτουμα να γνουριστούν κι να διθούν παραπάν’ κι γίνγκιν ένας δεσμός που κράτσιν για πάντα. Όταν τράνιψιν ου «Τσάρης» ικτός απ’ τ’ν ιμπουρική συνεργασία κι στήριξ’ που είχαν μεταξύ τ’ς, όξου, στου Καφινείου, στ’ Βόλτα κι κυρίους στου γήπιδου ήταν πάντα μαζί.
Ου γιος τ’ Κουσταντούλ’ ου Γιώργους ου Παγκαρλιώτας αφού απόχ’τσιν μια κοινουνική ιμπειρία απαραίτητ’ για κάθι νέου άτουμου, του 1966 τσακών’ μόνιμ’ δ’λεια στου ΚΤΕΛ τ’ς Κουζάν’ τ’ς σαν εισπράκτουρας, όπου ηργάσκιν για δυό χρόνια μέχρι του 1968 που πήγιν φαντάρους. Στου στρατό την 2ετία ήταν οδηγός αξιωματικών, οπότε μόλις απουλήθ’κιν απ’ του στρατό κι μη του δίπλουμα του ιπαγγελματία οδηγού ανέλαβιν σαν οδηγός πλέον λεωφορείου στα ΚΤΕΛ. Στα ιπομεινα χρόνια κι γύρου στου 1970 παντρέφ’κιν την αγαπητή μας σ’ όλους Μαρία Γρηγοριάδου απ’ του Φιλώτα Φλώρινας. Του ζιβγάρ’ απόχτσιν τέσσιρα κουρίτσια, όλα μουρφουμένα κι επιστίμονες, μη άριστ’ κοινουνικότητα, γιμάτες ανρθωπιά κι αγάπη για τουν συνάνθρωπο.

Σήμιρα είνι όλες εργαζόμενες και καλύπτουν θέσεις του Δημοσίου.
Του 1981 όπους μας ινημέρουσ’ ου Γιώργους αποχώρ’σιν απ’ του ΚΤΕΛ γιατί αγόρασιν ΤΑΞΙ. Τα ιπόμεινα χρόνια κι μέχρι να βγει στ’ σύνταξ’ για τριάντα περίπου χρόνια έζησε ασκώντας του ιπάγγιλμα του ταξιτζή.
Ου Γιύργους κ’ η Μαρία όλα τα χρόνια έζησαν αρμονικά, ρίχουντας τρανό βάρους κι φρουντίδα στου τράνημα των τεσσάρων κοριτσιών, έχουντας έτσ’ ένα θετικότατο αποτέλεσμα. Σαν άτομα ου Γιώργους κ’ η Μαρία είνι ήριμα, με μεγάλη ιβισθησία, ιβγινικά, κοινουνικά, φρουντίζουντας πάντα για του τράνημα κι των δύο εγγονών.
Η μάννα η Μαρίκα Βόϊκου ήταν άτουμου ήριμο, ιπικοινουνιακό, άτουμου της καλής παρέας κι της συζήτησης. Συχνά επισκέφτουνταν του σπίτι μας κι κρατούσιν παρέα τους δικούς μου.
Σόϊ σ’ν Κουζάν’ είχιν τ’ν αδιλφή τη’ς τ’ν Φανή Λάτσκου που είχιν άντρα του «ΜΑΝΩΛ» μη του ιμπόριου ξηρών καρπών.
Τιλειώνουντας του βιογραφικό κι τ΄ν ιπαγγιλματική δραστηριότητα τ’ς οικουγένειας, αναφέρουμι ότι ου Κουσταντούλ’τ’ς μας άφ’κιν σ’ ηλικία 84 χρονών κι η Μαρίκα η σύζυγος του πέθανιν στα 78 χρόνια.
Αυτή ήταν η κοινουνική δράσ’ κ’ η οικουγενειακή κατάστασ’ τ’ Κουσταντούλ’.
Άλλους έμπουρας που ανήκ’ στουν κλάδου των πλανόδιων μικροπωλητών ήταν ου γνουστός σ’ όλνους ου «ΛΙΑΛΙΑΣ ΜΗΤΣΙΟΥΣ» ή «ΤΣΑΡΗΣ» που προυέρχουνταν απού πολύτεκν’ οικουγένεια.
Οι γονείς του Λιάλιας Βασιλ’ς του Γιώρ’ και η μάνατ’ Λιάλια Βασιλκή του Αστερίου κατόρθωσαν με τις δύσκολες τότε συνθήκες να μεγαλώσουν τα πέντε παιδιά τους κι να τα προυσανατολίσν’ στουν επαγγελματικό τομέα, όπως συνηθίζονταν τ’ν ιπουχή ικείν’.
Ου Μήτσιους όμους Λιάλιας απουφάϊσιν σ’ν ηλικία ιννιά χρονών στ’ τρίτ’ τάξ’ του Δημουτικού να διακόψ’ του Σχολειό κι ν’ ασχουληθεί μη του ιμπόριου. Αρχίν’τσιν να πλάει καραμέλες, τσίχλες κι σικουλάτες στα χέρια, στα τρία ΚΤΕΛ τ’ς Κουζάν’τ’ς που στιγάζουνταν ιτότι στ’ν ουδό Μακεδονομάχων. Ανέβινιν μέσα στα λιουφουρεία, κι πλούσιν στ’ ιπιβάτεις τα προυϊόντα που ανάφιράμι.

Στα πρακτουρεία σι λίγου κιρό ιμφανίσκιν κι ου Κουσταντούλ’τ’ς μη δυό καλάθια κι πλούσιν ψιλικά, τσατσάρις, νυχουκόπτες, φακούς κι άλλα προυϊόντα που ήταν χρήσιμα ικείν’ ν’ ιπουχή. Γνουρίσκαν κι αναπτύχθ’κιν σινάμα κι του ιπαγγιλματικό αίσθημα τ’ συνιργασίας. Άλλ’ μέρα ιμφανίσκιν ου Κουσταντούλ’τ’ς μη τρία καλάθια κι του ένα ήταν άδειου κι τόδουσιν στουν «Τσάρη». Στου καλάθ’ ου Λιάλιας άπλουσιν καλύτιρα τ’ν μπραμάτια τ’ κι αύξησιν τ’ν ποικιλία απ’ τα προυϊόντα.
Ου Τσιμπέρ’ς που ήταν ου προυμηθιφτής απ’ τα προυϊόντα, βλέπουντας τ’ς έξυπνεις ιμπουρικές κινήςεις του «ΤΣΑΡΗ» τουν πρότεινιν κι τουν πήριν σαν υπάλληλου στου μαγαζί τ’ κι τουν έδουνιν πινήντα δραχμές τ’ν ιβδουμάδα. Δούληψιν αρκητό κιρό κι μιτά έφυγιν.
Στου διάστημα που ήταν άνιργους κάποιους τουν δώρ’σιν ένα χιλιάρκου κι πήγιν στ’ Σαλουνίκ’ στ’ πιριουχή «Σαράντα Ικκλησιές» που υπήρχιν βιουτιχνία που έβγαζιν «μαντήλια». Αγόρασιν μια τρανή παρτίδα μιξουμάντηλα που έγιναν ανάρπαστα στ’ν αγουρά τ’ς Κουζάν’ τ’ς. Βλέπουντας, ότι η δλειά πααίν’ καλά, έφιριν κι άλλη ποικιλία προϊόντων κ’ είπιν στ’ αδέλφια τ’ που ήταν ιπιπλουποιοί να τουν φκιάσ’ν μια «τάβλα» για να ικθέτ’ καλύτηρα τα προυιόντα.
Η ικανουποιητική αυτή ιμπουρική κίνησ’ συνιχίσκιν μέχρι μπιρίουδο που πάει φαντάρους.
Όταν γύρ’σιν απ’ του στρατό, ιπειδή δεν είχιν τ’ς οικουνουμικές δυνατότητες για να ξικηνείς τουν στήριξαν πουλύ ου προυμηθιφτές, όπως ου Μιχάλ’ τ’ς ου Νάκας «η πεταλούδα τ’ς Αθήνας» ακόμα απ’ τ’ Σαλουνίκ’ κι απ’ τ’ν Αθήνα. Ου «Τσάρης» έχουντας μπόλκου ιμπόριβμα, αρχίντσιν μη του καρότ’ς να γυρνά όλεις τ’ς γειτουνιές τ’ς Κουζάν’ τ’ς, να πααίν’ στα παζάρια κι τα πανιγύρια κι να είνι ιφχαριστημένους απ’ τ’ς πουλήσεις που έφκιανιν. Απ’ του κουντό είχιν πάντα σαν στήριγμα κ’ παρέα τουν φίλουτ’ πλέον τουν Κουσταντούλ’.
Δίπλα απ΄του μαγαζί τ’ Κυριζόπουλ’ υπήρχιν ένα μκρό μαγαζί ιδιουκτησίας του υφασματέμπουρα τ’ Γιώρ’ τ’ Ριπανά. Του νοίκιασαν του μαγαζί οι δυό τ’ς κι ου Τσάρης ικμιταλέβουνταν τουν χώρου όξου απ’ του μαγαζί που έβανιν του κάροτ’ς κι πιρνούσιν ου κόσμους. Έλειπαν τα προυϊόντα κι οι πιλάτεις αγόραζαν συνέχεια.
Γλέπουντας, ότι έχ’ τρανή κίνησ’ αρχίντσιν να ψάχν’ για τρανήτηρου μαγαζί κι του βρίκιν στουν Κώστα του Μπέμπη (οδός Στοάς) όπου είχαν πιάτσα κι τ’ Αστικά. Για να οργανώσ’ του κινούργιου μαγαζί πήριν τα μιταχειρισμένα ράφια τ’ Δραγατσίκα που έφκιανιν ανακαίνισ’. Σιγά – σιγά έφκιασιν του μαγαζίτ’, οι προμηθευτές του γιόμουναν μη ιμπουρεύματα κι η κίνηση ήταν πολύ τρανή.
Οι προμηθευτές τ’ς Σαλουνίκ’ς κι τα’ Αθήνας ανταπουκρίθ’καν στέλνουντας στουν «ΤΣΑΡΗ» μπόλκα ιμπουρεύματα, ανάμεσα στα οποία ήταν κάλτσες, μαντήλια, ισώρουχα γυναικών κ’ αντρών, ώστε ου αγουραστής εύρισκιν τα πάντα απ’ τα είδη νιουτερισμού. Λόγου τ’ς τρανής διακίνησης που υπήρχιν κυρίους στ’ κάλτσεις, ου «ΤΣΑΡΗΣ» δημιούργησιν τ’ φίρμα «Καλτσουμανία ΤΣΑΡΗ». Συμπληρουματικά αναφέρουμι ακόμα, ιπειδή η ανακύκλουσ’ απ’ τα ιμπουρεύματα ήταν τρανή, ου «ΤΣΑΡΗΣ» νοίκιασιν ένα υπόγειου, ικεί που είνι σήμιρα η ταβέρνα «Μπαράγκα» ιδιοκτήσιας Παπαδημητρίου, ινώ στου ισόγειο λειτουργούσιν καφινείου. Αρτότηρα, όταν άδειασιν του καφινείου ου «ΤΣΑΡΗΣ» μιτέφιριν του μαγαζίτ’ ικεί, γιατί ήταν τρανό, 120 τ.μ. κι τουν ιξυπηριτούσιν καλύτηρα, αφού οι δλειές ανέβιναν συνέχεια.

Για τ’ν ουργνάνωσ’ του νέου καταστήματος είχαν συμμιτουχή κι τα τρία τ’ αδέλφιατ’ ου Γιώρ’ς, ου Στέργιους κι ου Γρηγόρ’ς, που ήταν ιπιπλουποιοί κι τουν έφκιασαν τα ράφια κι ότ’ άλλην ξύλιν’ κατασκευή χράζουνταν για του μαγαζί. Ινώ όλα κινούνταν θιτικά, η ιμπουρική κίνησ’ κ’ η κατανάλουσ’ των ιμπουριβμάτων είχιν φτάσ’ στου «ΖΙΝΙΘ» του 2000 έκαμαν τ’ν ιμφάνισ’ τα «ΚΙΝΕΖ’ΚΑ ΠΡΟΥΙΟΝΤΑ» που είχαν σαν απουτέλισμα να διαλύσ’ν πουλλά μαγαζιά, αλλά κι βιουτοχνίεις. Η δλεια έπιφτιν συνέχεια, ζήτηση’ δεν υπήρχιν, πελάτες δεν πατούσαν στου μαγαζί. Για ν’ αντιμιτουπίσ’ κάπους αυτήν τ’ δύσκουλ’ κατάστασ’ ου «ΤΣΑΡΗΣ» αναγκάσκιν κι χώρσιν του μαγαζί στα δυό. Μσό τόκαμιν καφινείου κι του υπόλοιπο λειτουργούσιν μη τα προϊόντα που είχιν. Μη τ’ν μητατρουπή αυτή αρχίν’τσιν να φέρν’ κόσμου λίγου του καφινείου που μας κράτσιν ένα χρόνο μούγκι, γιατί ακλούτσιν κ’ η τρανή αύξησ’ του ενοικίου. Έτσ’ του 2006 αναγκάσκαμι να μιτακουμίσουμι στου μαγαζί τ’ «ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ» ιδιοκτησίας ΠΑΝΑΓΙΩΤ’ ΖΥΜΠΙΔΗ κι λειτουργούσαμι μη τ’ν υπουνυμία «ΣΟΥΛΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ». Παρακάτ’ αναφέρουμι τα μέλη τ’ς οικουγένειας ΛΙΑΛΙΑ καθώς κι ντρανή φαμπλιά που απόχτσιν.
Οι γουνείς ήταν Λιάλιας Βασίλ’τ’ς τ’ Γιώρ’ κ’ η Λιάλια Βασιλ’κή τ’ Αστέρ’.
Τα πιδιά είνι: Λιάλιας Γιώρ’ς τ’ Βασίλ’. Αξιουσ’ κι γνουστός ιπιχειρηματίας στουν κλάδου του επίπλου που υπιρέτσιν όλα τα χρόνια. Μέσα απ’ τ’ θκίτ’ θετική ιμπουρική πουρεία, δημιούργησιν τ’ βιουτεχνική μουνάδα στουν παλιό δρόμο Κοζάνης – Θεσ/νίκης, τ’ν οποία λειτουργούν σήμιρα τα πιδιά τ’, δημιουργώντας έτσι κι τ΄ν θιτική διάδουχ’ κατάστασ’ τ’σ’ ιπιχείρησης.
Συνέχεια έχουμι τουν Λιάλια Στέργιου τ’ Βασίλ’ ιπιπλουποιός κι αυτός στου ιπάγγιλμα δημιουργόντας τ’ θκιά τ’ βιουτιχνική μούναδα.
Η Λιάλια Κατιρνούλα τ’ Βασίλ’ που ζάει στ’ν Αθήνα καλά να πάθ’.
Ου φιρμάτους «ΤΣΑΡΗΣ» Λιάλιας Μήτσιους τ’ Βασίλ’ που απού μκρός είχιν του ιμπουρικό τ’ διμόνιου μέσα τ’ κ’ έτσ’ σ’ όλη του τ’ ζουή έφκιασιν μια τρανή ιμπουρική διαδρουμή που είχιν χαρές κι στιναχώρια.
Ου Λιάλιας Γρηγόρ’ς τ’ Βασίλ’ που ήταν υπάλληλους τ’ς ΔΕΗ.
Η οικουγινειακή κατάστασ’ «ΤΣΙΑΡΗ» είνι:
Ου Λιάλιας Μήτσιους τ’ Βασίλ’ κι τ’ς Βασιλκής παντρέφκιν τ’ν Μήλιου τ’ Λιέν τ’ Νάτσιου κι τ’ς Τριανταφυλλιάσ’ μη καταγουγή απ’ τ’ν άνου ΥΔΡΟΥΣΑ ΦΛΩΡΙΝΑΣ κι απόχ’τσιν δυό πιδιά.
Τ’ Λιάλια Βασιλκή που είνι ιπιστήμων βιουϊατρικής κ’ ιργάζητι σι πολιϊτρείου στ’ Λαμία, η οποία έχ’ μια κόρ’ τ’ Παρθένα κ’ είνι φοιτήτρια στου τέταρτου έτους τ’ς βιουϊατρικής.
Ου γιος Λιάλιας Μάριους τ’ Μήτσιου, ο οποίος βρίσκιτι σ’ν Κουζάν’ κι δλέβ’ σαν υπάλληλους σ’ν ιπηχείρ’ς τ’ Γκόγκου.
Αυτά είχιν να μας πει ου ΑΣΟΥΤΟΥΣ ΤΣΑΡΗΣ.
Ένα ακόμη άτουμου που υπηρέτσιν τουν κλάδου αυτόν ήταν κι ου Παγκαρλιώτας ου Στάθης του Αντωνίου κι τ’ς Αντιγόν’τ’ς.
Ου Στάθης μόλις τιλείουσιν του Δημουτικό πήγιν να μαθ’ ένα ιπάγγιλμα, όπους συνηθίζουνταν ιτότι. Τ’ αφεντικό που διάλιξιν ήταν ου ιργουλάβους ιλιουχρουματιστής «ΜΑΜΑΤΣΙΟΥΣ ΜΗΤΣΙΟΥΣ» που του 1962 απασχουλούσιν τριάντα άτουμα προσουπικό.



Εκτιμάμι, ότι τα πρώτα χρόνια τ’ς δλειάς όπους όλ’ οι νέοι, αντιμιτώπισιν τα προυβλήματα προυσαρμουγής κι μάθησης του επαγγέλματος. Απ’ ό,τι διαπιστώσαμι μιλλουντικά ου Στάθης αγάπησε του ιπάγγιλμα κι του υπηρέτσιν καμιά εικουσιπέντι χρόνια στου ίδιου αφιντικό. Ου Μήτσιους ου Μαμάτσιους τουν είχιν του Στάθη σαν πιδίτ’, διότι ήταν πειθαρχημένου άτουμου κ’ είχιν σιβασμό στ’ αφεντικό τ’.
Πιρνώντας τα χρόνια ου Στάθης απουφάϊσιν να παντριφτεί μη τ’ Λίτσα Τριανταφύλλου κι απόχτσαν δυό αγόρια, τουν Αντών’ κι τουν Τριαντάφυλλου ή Φούλη, όπους τουν φώναζαν οι θκίτ’.
Όπους μας είπιν σι μια παρέα που βρέθ’καμι ου Στάθης είχιν πρόβλημα απ’ τ’ς αναθυμιάσεις των χρωμάτων κι γι’ αυτό, απουφάϊσιν ν’ αλλάξ’ ιπάγγιλμα κι αφεντικό κι ν’ ασχουληθεί μη του ιμπόριου νεοτερισμών, όπους ασχουλούνταν κι ου θείους τ’ ου Κουσταντούλ’ τ’ς.
Τα προυϊόντα που πλούσιν ήταν κάλτσεις, βρακιά, φανέλλεις, ισώρουχα γυνικία κι αντρικά κι άλλα προϊόντα νεοτερισμού, που τ’ αγόραζαν απ’ του καρότ’ς οι γυναίκες γιατί ήταν καλά ποιουτικά κι κυρίους φνότηρα απ’ τα μαγαζιά.
Πάϊνιν στα παζάρια τ’ς περιουχής, Σέρβια, Πτουλιμαΐδα, Τζουμά κι στα ιτήσια πανιγύρια του Νομού κι άλλων γειτουνικών Νομών. Απότ’ μας έλιγιν ήταν ιφχαριστημένους απ’ αυτήν τ’ν αλλαγή απού θέμα «ΥΓΕΙΑΣ» κι του «ΟΙΚΟΥΝΟΥΜΙΚΟ».
Έτσ’ συνέχισιν ου Στάθης μέχρι που βγίκιν στ’ σύνταξ’ έχουντας σαν βασικό συνεργάτ’ κι βουηθό την γυναίκα τ’ κι τα δυο τ’ πιδιά, τουν Αντών’ κι τουν Φούλη που είχαν τρανέψ’.
Ου Στάθης ήταν ου ιπαγγιλματίας που άφκιν’ τ’ βασική απασχόλησ’ κι ασχουλήθ’κιν για πουλλά χρόνια σαν πλανόδιος μικροπωλητής μέχρι που συνταξιουδουτήθ’κιν.
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’καθ’κα









