Καθώς οδεύουμε προς το τέλος του πρώτου μήνα αυτού του νέου έτους, παρατηρούμε τις μεταβλητές αυτές του προηγούμενου έτους να παραμένουν σταθερές. Πρώτα ο ιός που συνεχίζει να υφίσταται και να μας περικλείει απειλητικά και στο νέο έτος, μετά η καταβαράθρωση της οικονομίας, κι έπειτα η έλλειψη στη ζωή μας ατόμων και πραγμάτων που έχουμε ανάγκη και μας βγάζουν από το καθημερινό μικρό μας cul-de-sac.

Ξυπνώντας λοιπόν κάθε πρωί και πηγαίνοντας για ύπνο κάθε βράδυ έστω και με αυτές τις μικρές ίσως
«ελλείψεις» μας, καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα που μας λείπουν, συνεχίζουν να μας λείπουν με την ίδια, αν όχι με περισσότερη, συχνότητα και επιμονή. Αλλά έχουν υπάρξει μεγαλύτερες ελλείψεις. Έχουν υπάρξει μεγαλύτεροι πόλεμοι. Κι όσο κι αν αυτό που ζούμε δεν είναι ένας πόλεμος, δεν μπορούμε μάλλον να αμφισβητήσουμε ότι είναι μια μάχη επικράτησης ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα αντίπαλα στρατόπεδα-συμφέροντα: απ’ τη μια είναι ο άνθρωπος, κι η προσπάθειά του να αποτινάξει τον ιό από το μεταφορικό και κυριολεκτικό σώμα του, και από την άλλη ο ιός, με τις διάφορες μορφές του, που
προσπαθεί να εισβάλλει στο ανθρώπινο σώμα. Ευτυχώς ακόμη δεν είδαμε τις εικόνες του «Λυσασμένες στα νύχια του τρόμου»(«Rabid», 1977) του μαέστρου του «σωματικού τρόμου», ή «Body Horror» όπως ονομάζεται, Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.

Δεν φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε απορριμματοφόρα να συλλέγουν πτώματα από τους δρόμους. Ούτε όμως προλάβαμε τον ιό πριν μετατραπεί σε πανδημία, όπως στο «Το Ξέσπασμα» του Βόλφγκανγκ Πίτερσεν(«Outbreak», 1995), με τον Ντάστιν Χόφμαν να δίνει μια μάχη με το χρόνο για να προλάβει να βρεί τον «ασθενή μηδέν» πριν να είναι πολύ αργά. Έχουν όμως υπάρξει βασικές ελλείψεις. Ζούμε μέσα σε μια πανδημία. Όσο άσχημη όμως κι αν είναι, και σίγουρα είναι, οι περισσότεροι από μας έχουμε τουλάχιστον ένα σπίτι να μείνουμε, κάτι να φάμε ή κάτι να πιούμε, και αν τηρήσουμε του κανόνες, ξέρουμε ότι, τελικά, μάλλον όλο αυτό θα σταματήσει και θα βγούμε πάλι έξω. Αλλά άνθρωποι που έζησαν πραγματικούς πολέμους, ξέρουν ότι αυτά είναι σχεδόν πολυτέλειες. Αυτά δεν είναι δεδομένα όταν ένας άλλος άνθρωπος ή πολλοί άλλοι άνθρωποι προσπαθούν να μπούν στο σπίτι σου με όπλα.
Αλλά και μετά από έναν πόλεμο τα πράγματα είναι πολύ μακριά από ιδανικά.

Η οικονομία είναι ακόμα εύθραυστη, σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα έτοιμος να γκρεμιστεί. Στη
μεγάλη εμπορική αποτυχία της Universal Studios, «Ενώ η ζωή διαβαίνει»(«Little man, what now?», 1934), δίνει μια μικρή όψη της κατεστραμμένης οικονομικά, ηθικά και κοινωνικά μεσοπολεμικής Γερμανίας του ’30, όπου ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι φτωχών Γερμανών προσπαθεί να κρύψει το γάμο του γιατί το αφεντικό του άντρα δεν δέχεται παντρεμένους υπαλλήλους, ενώ θέλει να του προξενέψει και την κόρη του. Η ταινία δείχνει την δυσωδία του Βερολίνου του ’30, με τα φανταχτερά σόου αλλά και την μεγάλη φτώχεια και παρακμή της καταστροφής.

Δεν θα φτάσουμε σε τέτοια κατάσταση. Δεν είναι τέτοια η κατάσταση που ζούμε, πού θα μας οδηγήσει σε μια ντεκαντάνς από την οποία θα δυσκολευτούμε να βγούμε. Αλλά σίγουρα τα πράγματα δεν θα είναι πολύ εύκολα. Αν ένα πράγμα όμως μπορεί να μας κρατάει συντροφιά, είναι ότι οι ελλείψεις μας θα σταματήσουν να είναι ελλείψεις και πάλι, και τότε μπορούμε να προσπαθήσουμε να μάθουμε να ζούμε μαζί καλύτερα. Μέχρι τότε, ας πιάσουμε ένα μπώλ γεμάτο ποπ κόρν, και ας δούμε κινηματογράφο.

*Ο Ωριγένης Τσιωνας είναι σκηνοθέτης και σεναριογράφος