Θα σταθώ σήμερα σε μια ιδιαίτερη πλευρά που αναδεικνύεται από αυτή την αληθώς σκανδαλώδη
οικονομική δραστηριότητα του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας κ. Πάτση. Που προκαλεί ακόμη και μετά
την διαγραφή του από το κόμματου, όταν μας καλεί να πιστεύσουμε τον ισχυρισμό του ότι τάχα …δεν
γνώριζε πως είναι ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ με την ιδιότητα του μέλους του ελληνικού κοινοβουλίου, να έχει
εξωχώριες, υπεράκτιες εταιρίες, μέσω των όποιων επιδίδεται στο κυνήγι Ελλήνων οφειλετών κόκκινων
δανείων. Τα οποία έχει «αγοράσει» -εξασφαλίζοντας εύκολη χρηματοδότηση μέσω τραπεζικών δανείων-
σε τιμές που περιγράφονται με την τουρκική φράση «μπιρ παρά».
Ας σταθούμε ακριβώς σε αυτό. Στον κ. Πάτση δόθηκε η δυνατότητα να αγοράσει κάτι παραπάνω από
60.000.000 «κόκκινων» δανείων, πληρώνοντας μόνο 4.000.000 ευρώ. Έκπτωση 93,33%. Με ανάλογες
ρυθμίσεις οι «συστημένες τράπεζες» έσπευσαν να κάνουν πολιτική «εξυγίανσης» των χαρτοφυλακίων
τους.
Ας κάνουμε μία υπόθεση εργασίας. Ένας μικρός καταστηματάρχης, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.
Πάτση, τα Γρεβενά, ή παραδίπλα, στην Κοζάνη, ή την Καστοριά, αναγκάσθηκε, μέσα στα χρόνια της
μεγάλης κρίσης να κατεβάσει ρολά. Και βρέθηκε να χρωστα στις τράπεζες «κόκκινα» δάνεια, μη
εξυπηρετούμενα, ύψους 20.000 ευρώ. Με την επιβαρυντική περίπτωση ότι για να πάρει αυτά τα δάνεια
είχαν εγγραφεί προσημειώσεις επί της μιας και μοναδικής κατοικίας του. Που ήταν ό,τι είχε κερδίσει
παλεύοντας καθημερινώς επί χρόνια.
Στον κ. Πάτση και την εισπρακτική εταιρία του, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη εταιρία ξένων ή
ημεδαπών κορακιών, τύπου Intrum, Cepal κλπ, οι τράπεζες πρόσφεραν την δυνατότητα να αγοράσει
αυτή την υποχρέωση, με την έκπτωση 93,5%, έναντι μόλις 1.300 ευρώ. Χαρίζοντας του δηλαδή τα
18.700.
Αυτομάτως τίθεται ένα απλό ερώτημα βάσει κοινής λογικής. Αν είχαν προσφέρει την ίδια ακριβώς
δυνατότητα στον αρχικό οφειλέτη, δεν θα έσπευδε να αδράξει την ευκαιρία να απαλλαγεί από το άγος
και το κυνήγι των εισπρακτικών, πουλώντας εν ανάγκη ακόμη και τα κατσαρολικά του, η δανειζόμενος
από συγγενείς και φίλους αυτό το λυτρωτικό ποσό των 1300 ευρώ;