Γράφει η Γιώτα Κουτσώνα*
Δεν θυμάμαι σχεδόν κανέναν να μπήκε στο στούντιο και να μου είπε απλώς:
«Θέλω κάτι ωραίο».
Οι περισσότεροι έρχονται με μια ιστορία.
Άλλοι την ξέρουν καλά. Άλλοι την κουβαλάνε χρόνια και δεν την έχουν πει ποτέ δυνατά.
Κάποιοι ξεκινούν με σχέδια στο κινητό.
Κάποιοι με ονόματα.
Κάποιοι με ημερομηνίες.
Κάποιοι με σύμβολα που «δεν χρειάζεται να τα εξηγούν σε κανέναν».
Υπάρχουν αυτοί που λένε:
«Δεν θέλω να φαίνεται πολύ».
Κι άλλοι που λένε:
«Θέλω να το βλέπω εγώ πρώτα απ’ όλους».
Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς τι θέλουν. Και άνθρωποι που ξέρουν μόνο τι δεν θέλουν πια να κουβαλάνε μέσα τους. Στην πραγματικότητα, πολύ σπάνια έρχεται κάποιος μόνο για το σχέδιο.
Έρχεται για να κλείσει έναν κύκλο.
Ή για να ανοίξει έναν καινούργιο.
Ή για να θυμάται.
Ή για να μην ξεχάσει.
Έχω δει ανθρώπους να μιλάνε με άνεση για πράγματα που δεν έχουν πει ούτε στους πιο κοντινούς τους. Και άλλους να λένε ελάχιστα , αλλά να τα λέει όλα το βλέμμα τους.
Κάποιοι θέλουν κάτι για έναν άνθρωπο που έχασαν. Κάποιοι για έναν άνθρωπο που τους έσωσε. Κάποιοι για μια εκδοχή του εαυτού τους που δεν θέλουν να ξαναγίνουν. Και κάποιοι για μια εκδοχή που ακόμα προσπαθούν να χτίσουν.
Υπάρχουν και εκείνοι που λένε:
«Δεν θέλω να σημαίνει κάτι συγκεκριμένο».
Κι όμως, ακόμα κι αυτό συνήθως σημαίνει κάτι.
Σημαίνει την ανάγκη για ελευθερία.
Ή για ανάσα.
Ή για χώρο.
Στη δουλειά μου έχω μάθει κάτι απλό. Άλλο πράγμα ζητάμε. Και άλλο πράγμα λέμε πραγματικά.
Πίσω από ένα λουλούδι μπορεί να υπάρχει πένθος.
Πίσω από μια φράση μπορεί να υπάρχει θυμός που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Πίσω από ένα μικρό, διακριτικό σχέδιο μπορεί να υπάρχει μια ολόκληρη ζωή που άλλαξε πορεία.
Και πίσω από ένα μεγάλο, τολμηρό τατουάζ, καμιά φορά υπάρχει απλώς η ανάγκη να πεις:
«Είμαι εδώ. Υπάρχω. Αυτό είναι το σώμα μου. Αυτή είναι η ιστορία μου».
Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να φαίνεται.
Και άνθρωποι που θέλουν να το ξέρουν μόνο οι ίδιοι.
Και κανένας από τους δύο δεν κάνει κάτι «σωστό» ή «λάθος».
Απλώς ο καθένας διαλέγει πώς θέλει να κουβαλάει αυτό που είναι.
Το τατουάζ, τελικά, δεν είναι διακόσμηση.
Είναι απόφαση. Είναι στιγμή εμπιστοσύνης. Είναι κάτι που μένει, όταν πολλά άλλα φεύγουν.
Και ίσως γι’ αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, καταλαβαίνω όλο και περισσότερο ότι αυτή η δουλειά δεν είναι μόνο τεχνική.
Είναι κυρίως ακρόαση.
Να ακούς τι λέει ο άλλος. Και, καμιά φορά, τι δεν μπορεί ακόμα να πει.
Έχω δει ανθρώπους να αλλάζουν στάση σώματος μόλις τελειώσει το τατουάζ.
Όχι γιατί «ομόρφυναν». Αλλά γιατί κάτι μέσα τους μπήκε στη θέση του.
Και αυτό δεν έχει να κάνει με το μελάνι. Έχει να κάνει με το ότι κάποιος ένιωσε πως η ιστορία του χώρεσε κάπου. Πως δεν είναι πια μόνο μέσα του.
Τελικά τα τατουάζ δεν λένε ποιοι θέλουμε να δείχνουμε. Λένε ποιοι είμαστε όταν δεν μας βλέπει κανείς. Λένε τι αντέξαμε. Τι χάσαμε. Τι κρατήσαμε. Και τι αποφασίσαμε να μην αφήσουμε να μας ορίσει.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο τίμιο κομμάτι αυτής της δουλειάς. Ότι, κάθε φορά, δεν χαράζεις απλώς ένα σχέδιο. Ακουμπάς μια ιστορία. Και σου ζητούν να τη σεβαστείς.
*Γιώτα Κουτσώνα – Καλλιτέχνιδα Tattoo & Ιδιοκτήτρια του The Lighthouse Tattoo







