Όταν στη φοιτήτρια ο βαθμός 9 φαντάζει χαμηλός και στη μητέρα του μαθητή της δεύτερης τάξης του λυκείου το 18 ακούγεται κακή βαθμολογία, τούτο έχει δύο αναγνώσεις. Η μια ότι ζούμε στην κοινωνία των αρίστων, όπου οι επιδόσεις είναι εξαιρετικές και η άλλη ότι ζούμε στην κοινωνία των αχρήστων, όπου οι υψηλές βαθμολογίες δεν αντικατοπτρίζουν επ’ ουδενί τις πραγματικές επιδόσεις.

Η βαθμολαγνεία είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα που καλλιεργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίας μαζί με άλλες ψευδαισθήσεις συλλογικού μεγαλείου. Έτσι, από την πρώτη τάξη του δημοτικού με τις πολλές καρδούλες και τα πολλά δεκάρια μέχρι το λύκειο και το Πανεπιστήμιο, μαθητές και φοιτητές αποτυγχάνουν να δουν τη σύνδεση της βαθμολογίας με την επίδοση και να κατανοήσουν τη σημασία της πρώτης ως μια αποτύπωση αξιολόγησης που μόνο καλό μπορεί να κάνει.

Η στρεβλή αυτή κατανόηση του ρόλου της βαθμολογίας συνεχίζεται με τις αξιολογήσεις στο δημόσιο και γενικώς συνοδεύει αρκετές πτυχές της δημόσιας λειτουργίας. Ως αποτέλεσμα, πολλοί συγχέουν τη βαθμολογία και κατ’ επέκταση την αξιολόγηση με τη συμπάθεια, την κατανόηση, την επιβράβευση, αποτυγχάνοντας έτσι να δουν τον ουσιαστικό της ρόλο.

Κάποτε, όμως, έρχεται μια βίαιη σύγκρουση με την πραγματικότητα για την οποία δεν είναι κανείς προετοιμασμένος κι έτσι αναγκάζεται να μάθει με το σκληρό τρόπο αυτά που το προστατευτικό κουκούλι γύρω του δεν του επέτρεπε να δει.