H νέα πλατεία είναι ψηφιακή και η δημόσια σφαίρα πλατφορμοποιημένη. Χιλιάδες άνθρωποι ενημερώνονται και επικοινωνούν πια αποκλειστικά μέσω των πλατφορμών. Σε αντίθεση, όμως, με την πλατεία του χωριού που είναι δημόσιος χώρος, η ψηφιακή πλατεία είναι μεν δημόσιος χώρος που ελέγχεται, ωστόσο, από ιδιωτικές εταιρείες. Και κάπου εδώ περιπλέκονται τα πράγματα.
Υπάρχει πια μια σε εξέλιξη συζήτηση, που σχετίζεται αφενός με τη δύναμη που έχουν αποκτήσει οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και αφετέρου με την επιθυμία των νέων μεγιστάνων να αποκτούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αντί των παραδοσιακών μίντια, ως οχήματα για την επικράτησή τους στο δημόσιο διάλογο.
Υπάρχουν, όμως, και πράγματα που παραμένουν ίδια στην ψηφιακή πλατεία, όπως το ότι όποιος έχει λεφτά αγοράζει το μέσο για να κάνει τη φωνή του να ακούγεται δυνατότερα. Απλά, η ντουντούκα του χθες λέγεται σήμερα αλγόριθμος. Ο αλγόριθμος τροφοδοτεί συχνά την ιδεολογική και πολιτική πόλωση, κάνοντας κάποιες φωνές να ακούγονται δυνατότερα και βάζοντας σε κατάσταση σίγασης κάποιες άλλες. Με τη διαφορά ότι η επιλογή αυτή δεν γίνεται με βάση κάποια κριτήρια του συντάκτη, αλλά με βάση τον τρόπο που οι μηχανές μαθαίνουν μέσα από τις αναζητήσεις μας τι μας αρέσει και εν συνεχεία εξατομικεύουν το περιεχόμενο που προβάλλεται στις οθόνες μας, με σκοπό να μας κάνουν πιο δεκτικούς σε συγκεκριμένα μηνύματα.
Οι πλατφόρμες αποτελούν εμπορικές επιχειρήσεις, που διαχειρίζονται ένα δημόσιο αγαθό, αυτό της πληροφόρησης. Επομένως, η λειτουργία τους δεν μπορεί να μην ρυθμίζεται προς όφελος των πολιτών, συμμορφούμενη με αρχές, όπως η διαφάνεια και η λογοδοσία, που αμφότερες αναδεικνύονται σε προϋποθέσεις επιβίωσης για τη δημοκρατία.
Το μείζον ζήτημα είναι με ποιους κανόνες θα επιτευχθεί η λογοδοσία και αν θα ρυθμιστεί η ροή της πληροφορίας με έμφαση σε θέματα όπως η προέλευση της κλπ. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να υπάρξουν θεσμικές παρεμβάσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες, και μάλιστα οικουμενικές, ώστε να ρυθμιστεί το πεδίο και να προστατευθούν ανθρώπινα δικαιώματα ευάλωτα στο νέο οικοσύστημα, όπου δημιουργείται ένα κενό διακυβέρνησης σε ό,τι αφορά στην προστασία τους.






