Ασφάλεια σιδηροδρόμων στην Ευρώπη: Η συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με φόντο Τέμπη και Ισπανία

10 Min Read

Αντιπαράθεση για ευθύνες, συστήματα ασφαλείας και την εφαρμογή της σύμβασης 717

Η ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, με αφορμή το πρόσφατο ατύχημα στο Αδαμούθ της Ισπανίας αλλά και την τραγωδία των Τεμπών στην Ελλάδα, τρία χρόνια μετά το δυστύχημα που κόστισε τη ζωή σε δεκάδες ανθρώπους. Η συζήτηση ανέδειξε τόσο τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ασφάλειας όσο και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω από τις ευθύνες για τις καθυστερήσεις και τα ελλείμματα στα εθνικά δίκτυα.

Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο αρμόδιος Επίτροπος Απόστολος Τζιτζικώστας ξεκίνησε την τοποθέτησή του ευχαριστώντας τους επικεφαλής των πολιτικών ομάδων για την ένταξη του ζητήματος στην ημερήσια διάταξη της ολομέλειας. Όπως υπογράμμισε, η ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών αποτελεί «απόλυτη και μη διαπραγματεύσιμη προτεραιότητα», ενώ σημείωσε ότι η απόδοση ευθυνών για το δυστύχημα των Τεμπών αποτελεί αρμοδιότητα της δικαστικής εξουσίας.

Ο κ. Τζιτζικώστας ανέφερε ότι μόλις τη δεύτερη ημέρα της θητείας του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, λόγω των χρόνιων ελλειμμάτων που καταγράφονται στο σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί μέσω συγκεκριμένου σχεδίου δράσης να ολοκληρώσει ένα πλήρως σύγχρονο σύστημα σιδηροδρομικής ασφάλειας έως το τέλος του 2026. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε ότι το καλοκαίρι του 2026 θα παραδοθούν δύο νέα σύγχρονα τρένα για τον άξονα Αθήνα Θεσσαλονίκη.

Παράλληλα, ο Επίτροπος προανήγγειλε σειρά ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών που στόχο έχουν την ενίσχυση της ασφάλειας στα σιδηροδρομικά δίκτυα των κρατών μελών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η κατάθεση πρότασης μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 για την αναθεώρηση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων (ERA), ώστε να διαθέτει πιο σαφείς αρμοδιότητες και να μπορεί να παρέχει ουσιαστική υποστήριξη στα κράτη μέλη. Παράλληλα, προωθείται νέος κανονισμός για κοινές μεθόδους ασφάλειας καθώς και η δημιουργία ευρωπαϊκού συστήματος αναφοράς ατυχημάτων, με στόχο την καλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των χωρών.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε επίσης στην πλήρη ανάπτυξη του ευρωπαϊκού συστήματος τηλεδιοίκησης ERTMS, το οποίο, όπως ανέφερε, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τα επίπεδα ασφάλειας στα σιδηροδρομικά δίκτυα. Στη δευτερολογία του, ο Επίτροπος σημείωσε ότι η ασφάλεια αποτελεί κοινή ευθύνη που ξεκινά από τους διαχειριστές υποδομών, περνά στις εθνικές αρχές και φτάνει έως τον ERA και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τόνισε ακόμη ότι η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για υποδομές θα συνδέεται στο εξής με την έγκαιρη εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος ERTMS, ενώ επανέλαβε ότι η δικαιοσύνη για τα θύματα αποτελεί υποχρέωση απέναντι στις οικογένειές τους.

Η συζήτηση στην ολομέλεια χαρακτηρίστηκε από έντονες παρεμβάσεις ευρωβουλευτών, οι οποίοι έθεσαν ζητήματα τόσο πολιτικής ευθύνης όσο και λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών.

Ο ευρωβουλευτής και αντιπρόεδρος της πολιτικής ομάδας της Αριστεράς, Κωνσταντίνος Αρβανίτης, συνέδεσε την τραγωδία των Τεμπών με ζητήματα κράτους δικαίου στην Ελλάδα, κάνοντας λόγο για προβληματική λειτουργία των θεσμών και για πρακτικές συγκάλυψης. Ο ίδιος έθεσε συγκεκριμένα ερωτήματα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τον ρόλο της ίδιας και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων στην υπόθεση της σύμβασης 717, η οποία αφορά την εγκατάσταση συστημάτων τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης στο ελληνικό δίκτυο. Παράλληλα, διερωτήθηκε γιατί τα τρένα συνέχιζαν να κινούνται σε μονή γραμμή παρά τα δισεκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων που έχουν διατεθεί για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών. Αναφερόμενος στις έρευνες για το δυστύχημα, κατήγγειλε το «μπάζωμα» του τόπου της σύγκρουσης, υποστηρίζοντας ότι παραβιάστηκαν κανόνες που αφορούν τη διατήρηση κρίσιμων στοιχείων για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Χαρακτήρισε επίσης το ελληνικό σχέδιο δράσης για τον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρόμων ως «ευχολόγιο», θέτοντας το ερώτημα ποιος εγγυάται σήμερα την ασφάλεια των επιβατών.

Από την πλευρά των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, ο αντιπρόεδρος της πολιτικής ομάδας Γιάννης Μανιάτης υποστήριξε ότι το δυστύχημα των Τεμπών θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν είχε ολοκληρωθεί εγκαίρως η σύμβαση 717, η οποία, όπως σημείωσε, έπρεπε να έχει τελειώσει ήδη από το 2016. Ο κ. Μανιάτης κατήγγειλε ότι λίγες ώρες μετά τη σύγκρουση διοχετεύθηκαν σε μέσα ενημέρωσης συνομιλίες που, όπως είπε, ήταν «χαλκευμένες», προκειμένου να ενισχυθεί η εκδοχή του ανθρώπινου λάθους. Παράλληλα, αναφέρθηκε τόσο στο μπάζωμα του τόπου του δυστυχήματος όσο και στην απαλλαγή υπουργών από την κυβερνητική πλειοψηφία, ενώ επέκρινε και τη συγκρότηση επιτροπής ελέγχου από την ίδια την κυβέρνηση. Ο ίδιος άσκησε κριτική και στην προσπάθεια, όπως είπε, να συνδεθούν τα δυστυχήματα σε Ελλάδα και Ισπανία για λόγους εντυπώσεων, τονίζοντας ότι στην περίπτωση των Τεμπών δύο τρένα κινούνταν στην ίδια γραμμή επί περίπου είκοσι λεπτά πριν από τη σύγκρουση.

Παρεμβάσεις έγιναν και από άλλους Έλληνες ευρωβουλευτές. Ο Εμμανουήλ Φράγκος, από την Ελληνική Λύση, στάθηκε ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Όπως υποστήριξε, η δικογραφία έχει κατακερματιστεί σε πολλές μικρότερες υποθέσεις, γεγονός που, κατά τον ίδιο, επιβαρύνει τους συγγενείς των θυμάτων και απομακρύνει την έρευνα από την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας. Σημείωσε επίσης ότι η σύμβαση 717 ερευνάται ήδη από το 2018, ωστόσο, όπως ανέφερε, η έρευνα οδηγήθηκε σε αδιέξοδο με ένα παραπλανητικό πόρισμα. Παράλληλα, κατήγγειλε ότι το ελληνικό δημόσιο καλύπτει οικονομικά την υπεράσπιση ελεγκτών που κατηγορούνται για συγκάλυψη, αντί να στηρίζει την κατηγορία. Στο πλαίσιο αυτό ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διευκρινίσει πώς μπορεί να παρέμβει ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και πώς αξιολογεί το γεγονός ότι η σύμβαση 717 παραμένει ανεκτέλεστη δώδεκα χρόνια μετά την υπογραφή της.

Ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Σάκης Αρναούτογλου τόνισε από την πλευρά του ότι για την ελληνική κοινωνία η ασφάλεια των σιδηροδρόμων έχει πλέον ταυτιστεί με τη λέξη «Τέμπη». Όπως υπογράμμισε, το δυστύχημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια κακιά στιγμή ή ως απλό ανθρώπινο λάθος, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα καθυστερήσεων, εγκαταλελειμμένων έργων και συνολικής αποτυχίας του κράτους να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία των υποδομών. Κάλεσε μάλιστα την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην περιορίζεται σε γενικές κατευθύνσεις πολιτικής, αλλά να διασφαλίζει στην πράξη την εφαρμογή κρίσιμων συστημάτων όπως η τηλεδιοίκηση και η σηματοδότηση. Κατέληξε τονίζοντας ότι απέναντι στα θύματα και τις οικογένειές τους οφείλεται πλήρης διαφάνεια, χωρίς συγκάλυψη και με ξεκάθαρη λογοδοσία σε πολιτικό επίπεδο.

Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η τοποθέτηση της αντιπροέδρου της Επιτροπής Μεταφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Έλενας Κουντουρά, η οποία χαρακτήρισε το δυστύχημα στα Τέμπη «εγκληματικό», υποστηρίζοντας ότι αποκάλυψε βαθιές θεσμικές αδυναμίες και σοβαρές παραβιάσεις των ευρωπαϊκών κανόνων ασφάλειας. Όπως ανέφερε, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων είχε ήδη εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για τη λειτουργία της ελληνικής Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων σε δύο ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν το 2019 και το 2022.

Η ίδια σημείωσε ότι ο ERA δεν διαθέτει σήμερα τη δυνατότητα να αναστείλει πιστοποιητικά ασφαλείας αν δεν υπάρξει σχετικό αίτημα από την ίδια την εθνική αρχή, γεγονός που, όπως είπε, δημιουργεί κενά εποπτείας και επιτρέπει τη συνέχιση της λειτουργίας των σιδηροδρόμων χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ασφάλειας. Για τον λόγο αυτό πρότεινε την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, ώστε να δημιουργηθεί ένας ευρωπαϊκός μηχανισμός άμεσης παρέμβασης σε περιπτώσεις όπου διακυβεύεται η ασφάλεια σε κράτος μέλος.

Στον αντίποδα, ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ Λευτέρης Νικολάου Αλαβανός απέδωσε τα δυστυχήματα στα Τέμπη και στο Αδαμούθ στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απελευθέρωση και ιδιωτικοποίηση των μεταφορών. Όπως υποστήριξε, η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε διαχρονικά από ελληνικές κυβερνήσεις και θυσιάζει την ασφάλεια προς όφελος των επιχειρηματικών ομίλων.

Ο ίδιος ανέφερε ότι το σύστημα ERTMS καλύπτει σήμερα μόλις το 15% του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ άσκησε κριτική στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι δαπανώνται δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για στρατιωτικές υποδομές και τη λεγόμενη στρατιωτική κινητικότητα, την ώρα που οι πολίτες μετακινούνται σε ένα δίκτυο το οποίο χαρακτήρισε απαρχαιωμένο και υποστελεχωμένο.

Ο κ. Νικολάου Αλαβανός κατηγόρησε επίσης την ελληνική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Ένωση για προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών, υποστηρίζοντας ότι οι συνεχιζόμενες κινητοποιήσεις στην Ελλάδα αποδεικνύουν πως η υπόθεση των Τεμπών δεν θα ξεχαστεί. Ζήτησε την τιμωρία όλων των εμπλεκομένων ανεξαρτήτως θέσης, θέτοντας το δίλημμα μεταξύ κερδών και προστασίας της ανθρώπινης ζωής.

Η συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέδειξε την πολυπλοκότητα του ζητήματος της σιδηροδρομικής ασφάλειας στην Ευρώπη, όπου η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων, ευρωπαϊκών οργανισμών και θεσμικών μηχανισμών ελέγχου. Ταυτόχρονα, επιβεβαίωσε ότι η τραγωδία των Τεμπών εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς στη συζήτηση για την ασφάλεια των μεταφορών, ενώ οι πρωτοβουλίες που προωθούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναμένεται να καθορίσουν το πλαίσιο λειτουργίας των σιδηροδρόμων τα επόμενα χρόνια.

Σωκράτης Μουτίδης – www.xronos-kozanis.gr

Μοιραστείτε την είδηση