Του δημουσίϊβμα σήμιρα αναφέριτι στ’ γνωστή λέξ’ «Κασμέρ’» που χρησιμουποιούν όλ’ οι Κουζιανίτ’ για να ικφράσ’ν μια χαρούμιν ιστουρία ή ένα γιγουνός, που ακούουντας οι άλλ’ τα τ’ς δημιουργείς ένα κ’ ένα του συναίσθημα του γέλιου κι τ’ς χαράς.
Έχ’ όμους κ’ άλλ’ ιρμηνεία. Μπουρεί κάποιους να ιρουνέβιτ’ ακόμα κι του φίλου τ’, ικείνους όμους να μη τουν πέρν’ χαμπάρ’ κι να γιλάει, όπους λέμι μη τα χάλιατ’.
Απόπ’ κι αν του τσακώσουμι του θέμα, ιμάς μας ενδιαφέρ’ του «ΣΜΙ» κι θιουρούμι ότι του κασμέρ’ έχ’ τρανό πουσουστό κοινουνικότητας που μας χράζητι σήμιρα, αφού προυκαλεί διάλουγου μιταξύ των ανθρώπων, φέρν’ τουν ένα κουντά στουν άλλουν κι άγνουστ’ ακόμα μεταξ’ τ’ς, δημιουργεί θιτική ινέργεια απ’ τ’ χαραή, που τ’ν έχουμι ανάγκ’ όλ’ μας, για να κάμουμι ένα ιφχάριστου προυϊνό ξικίνημα.
Παρακάτ’ αναφέρουμέστι σι γιγουνότα ή ιπεισόδια που γίγκαν, προκάλισαν «γέλιου» κι μη τ’ν επανάληψ’ που κάμ’ ου καθένας, βάζουντας κι του θ’κοτ’ αλατουπίπιρου, αυτά ανανιώνουντι κι φαίνουντι πάντα φρέσκα σ’ν παρέα.
Ιδώϊα αφήνουμι τ’ν εισαγουγή κι τσακώνουμι τα κασμέρια. Άντι κι καλό διάβασμα.
Ου Μίκας στουν Πνεμβονουλόγο
Ου Κώτσιους ου γιος τ’ Μίκα απουφάϊσιν να πααίν’ του μπαμπά τ’ στ’ Σαλουνίκ’ σ’ ένα Καθηγητή για ιξέτασ’, ιπειδή τουν ίγλιπιν, ότι δυσκουλέβουνταν ν’ ανασάν’.
Βρίκαν του ιατρείου, ου γιατρός τ’ς καρτηρούσιν γιατί είχαν κλείσ’ ραντιβού κ’ έτσ’ προυχώρ’σαν αμέσους. Αφού ουλουκληρώθ’κιν η ιξέτασ’, ου γιατρός αρχίντ’σιν τ’ς ιρουτήσεις.
Γιατρός: Κυρ’ Μίκα οι ιξιτάσεις δεν δείχν’ κάτι σουβαρό. Απ’ τ’ς ανάσεις υπουφέρσ’ πουλλή κιρό;
Μίκας: Μπα γιατρέ, καμμιά 5-6 χρόνια.
Γιατρός: Κοιμάσαι τα βράδια κανουνικά;
Μίκας: Τουν τιλιφταίου κιρό δυσκουλέβουμι ψίχα γιατί σκώνουμι ουρθός κι τ’ς παραπάν’ ώρις τ’ς πιρνώ έτσ’.
Γιατρός: Κυρ’ Μίκα τα σικάμου μιρικές ιρωτήσεις κι θέλου ειλικρινείς απαντήσεις. Κυρ’ Μίκα καπνίϊζ, πίν’ς κάνα τσίπουρου, ρίχ’ς καμμιά κούπα;
Μίκας: Άκσει να σ’ ειπώ γιατρέ μ’ για να ξέρ’ς. Όλα αυτά που ανάφιρεις παραπάν’ είνι που μη κρατούν στ’ ζουή κ’ έφτασα μέχρι τα 87 που είμι σήμιρα. Μη τ’ν παρέα μ’ όταν βρίσκουμέστι κι καπνίζουμι τ’ς παχές κι τσίπουρου κι κούπεις ρίχνουμι κάθι μισμέρ’.
Γιατρός: Κυρ’ Μίκα ου γιος ου Κώτσιους σ’ έφιριν ιδώ για να βάλουμι μια σειρά για του καλός.
Μίκας: Γιατρέ μ’ είμι όλους αυτιά κι σ’ ακούσου. Αν μη πεις κατ’ πιο ηφχάριστο κι απορρίψ’ αυτά που είπεις ινουρήτηρα, ιγώ τα συ παραδειχτώ.
Γιατρός: Κυρ’ Μίκα έχ’ς κάποια ηλικία κι για να προυστατιφτείς μουχανός πρέπ’ να κόψ’ μαχαίρ’ τσιγάρεις, τσίπουρα κι κούπις.
Ου Μίκας αγρίϊψιν μόλις άκσιν’ τα ίδια απ’ του γιατρό κι γυρνάει κι τουν λέει: Αν κόψου όλα αυτά που μη λες γιατρέ, ιγώ θα πιθάνου πριν τ’ν ώρα μ’ κι τα δω τα ραδίκια ανάπουδα πριν πεις κείμημου. Κι στου κάτου – κάτου γιατρέ, τ’ς τσιγάρεις κι τ’ς κούπις ισύ τ’ς πληρών’ τ’ς; Όχ, βέβαια. Άϊντι γιατρέ σ’ είδα, μ’ είδεις, τάπαμι μια χαρά, μη γιόμ’σεις θάρρους κ’ ισιουδουξία, σι χιριτάμι κι αν μη ξαναδείς γράψιμι.
Είμι ιπιτηρήτης
Ου υποφινόμενος του 1970 υπηρετούσα τ’ θητεία μ’ στ’ Σαλουνίκ’ κ’ ήρθα μη τιτραήμιρ’ άδεια. Ου φίλους ου Χρόνης ου Τασιαρλής είχιν μαγαζί δίπλα απ’ του σημιρνό «Μπο» διαφημιστικό γραφείο. Σκώθ’κα προυί – προυί κι πήγα να τουν δω κι να μασλατέψουμι.
Μόλις μ’ είδιν σπόρτα απ’ του μαγαζί χουρίς δεύτερ’ κουβέντα μ’ είπιν «καλουσώρσης» κι κάτσι για καφέ. Σ’ γειτουνιά μ’ έχουμι τουν καλύτηρου κι σβέλτου καφιτζή.
Πέρ’ν ένα κ’ ένα τηλέφουνου κι σι πέντι λιπτά εμφανίσ’κιν ου Πίπης μη τ’ς καφέδεις. Μόλις τ’ς ακούμ’σιν στου τραπέζ’, τουν λέει ου Χρόνης κάτσι πέντι λιπτά να μας πεις τίπουτα.
Κι γυρνάει αμέσους κι μας λέει. Δεν μπουρώ να κάτσου φίλε Χρόνη ούτι λιπτό, γιατί του μαγαζί προυί – προυί είναι γιουμάτου φοιτητές κι δίν’ του μιταπτυχιακό. Τσέβαλα κατ’ ασκήσεις, κι τα είναι όλου απορίεις κι γι’ αυτό θέλ’ να είμι συνέχεια ουπάν απ’ τα κιφάλια τ’ς κι να κάμου τουν «ιπιτηρητή». Συνάμα είνι φοιτηταί μη ψηλές απαιτήσεις κι επιδόσεις κι όπους καταλαβέν’τ’ς πληρών’ ψηλά δίδακτρα κι γι’ αυτό δεν μπουρώ να λείψου ούτι ρούπ. Αλλιώς τα κάθουμαν ιφχαρίστους, γιατί θέλου κ’ ιγώ ψίχα να ξιφεύγου απ’ τ’ν αίθουσα διδασκαλίας.

Όξου αριστηρά κι ψηλότηρα απ’ όλους, αν κ’ ήταν κουντός, είνι ου Βούρκας ου Σπύρους ή Πίπης, καταστηματάρχης. Είχιν καφινείου στ’ν ουδό Τσόντσα δίπλα στ’ κεντρική πλατεία.
Ου άλλους είνι ου Μπουνόβας, παλιό μέλος του Φανού τ’ Σκ’ρκας. Ου διπλανός είναι ου Τάκης ου Παπαδόπουλος ή Τάκης τ’ς Λιόπους αυτουκινητιστής στου ιπάγγιλμα (είχιν ανατριπόμινου). Η μάννα τ’ η Λιόπου ήταν μαία κι ξιγένν’τσιν ένα τρανό πουσουστό απ’ τα πιδιά του 1940 τ’ς πόλης μας (μιταξύ αυτών κ’ ιμένα Σάκης κι Μαρίνα Παγκαρλιώτα).
Δίπλα τ’ ανακούκουρα κάθιτι ου γιος τ’ Τάκη ου Γιαννάκους Παπαδόπουλους αυτοκ/στής στου ιπάγγιλμα, συμμαθητής στου Ε’ Δημουτικό κι καλός μαθητής, συναγουνίζονταν τ’ς πρώτ’.
Ου άλλους στου διξιό του μέρους είνι ου Γιουργούλ’ τ’ς ου Ντόντουρας ουδηγός στ’ αστικά κι μπαμπάς τ’ Κώτσου κι τ’ Γιάνν’ Ντόντουρα.
Η φουτ/φία δόθηκε απ’ του τρανό αρχείου τ’ Φανού Σκ’ρκας μη τουν πρώτου λόγου μέσου του παλιού κι μάχημου στιλέχους τ’ Σκ’ρκας τουν Γιώρ’ του Μαντσιάρ’.
Φερ’ ειπίν
Ου Ντόντιους κι ου Νιάκους ήταν δυό αγαπ’μέν’ φίλ’ ιδώ κι πουλλά χρόνια κι κάθι μέρα ήπ’ναν του προυϊνό καφέ στου καφινείου τ’ Σπύρ’ τ’ Βούρκα. Αυτό ήταν ικείνα τα χρόνια στ’ν ουδό Τσόντσα, δίπλα απ’ τ’ν Αγροτική Τράπιζα ιτότι κι απέναντι απ’ τα γραφεία τ’ς ιφημιρίδας «Θάρρος». Σήμιρα στιγάζητι κι λειτουργεί φαρμακείου.
Του καφινείου που πάϊναν οι δυό έφηβ’ φίλ’ 85 χρονών ου καθένας, ήταν παλιό κτίριου ικείνης τ’ς ιπουχής και μαγαζάτουρας ήταν ου Σπύρους ου Βούρκας, άτουμου σβέλτου, πρόθυμου, γιλαστό, πειραχτήρ’ κ’ εξυπηριτικό, ότ’ πρέπ’ γι’ αυτήν τ’ δ’λεια.
Ικείνου του προυϊνό ου Ντιόντιους πάει πρώτους στου καφινείου, αλλά καρτηρούσιν κι του Νιάκου για να πιουν αντάμα του καφέ κι να μασλατέψ’ν. Μιτά απού λίγου ιμφανίζητι ου Νιάκους που ήταν ικτός ιαυτού. Θυμουμένους κ’ έβριζιν τ’ γυναίκατ’ μη λόγια άσχημα. Όπους τ’ν άτιμ’, τ’ ρουφιάνα, τ’ χαμέν’. Ιμένα να πει κι να μη βρίσ’ έτσ’ κι τόσου άσχημα.
Ου Ντόντιους τουν ρώτ’σιν τι είπιν κι μ’ ήρθεις έτσι αναμένους; «Μ’ είπιν ΦΕΡ’ ΕΙΠΙΝ». Μόλις άκ’σιν ου Ντιόντιους κι χουρίς δεύτηρου λόγου του λέει του Νιάκου. «Κι ζάει ακόμα».
Πήρα στα χέρια μ’ του τραπιζουμάχιρου, αλλά μιτά σκέφκα ότι δεν αντέχου του κάγκιλου κι τ’ μουναξιά κι ν’ απαράτσα κ’ έφυγα κ’ ήρθα ιδώϊα για να ξιχάσου αυτό του ανιπάντιχου που γίν’γκιν, χαραϊάτ’κα.
Απού λάθους ιρμηνεία τ’ς φράσης τα είχαμι φουνικό στα καλά καθούμινα.
Ου διάλουγους μιταξύ αφιντικού κ’ υπαλλήλ’
Ου Γιώρ’ς ου Σκαρκαλάς είχιν υπάλληλου στου μαγαζί τ’ όταν λειτουργούσιν στου «Μισκάθ’κου» για πουλλά χρόνια τουν Μήτσιου τουν Τσιουλάκ’.
Όλ’ οι πιλάτες είχαν να κάμ’ν μη του Μήτσιου, ό,τ’ ήθιλαν ν’ αγουράσ’ν.
Τ’ αφιντικό όμους ου Γιώρ’ς ου Σκαρκαλάς τουν έστειλ’νιν σινάμα τουν Μήτσιου κ’ όξου να μαζώξ’ κι τα βιρισέδια που δεν ήταν κι λίγα ικείνες τ’ς ιπουχές, αφού όλους ου κόσμους αγόραζιν κι χουρίς «προυκαταβουλή» ακόμα απ’ τα μαγαζιά.
Μια χρουνιά ου Γιώρ’ς τουν έστειλιν σ’ έναν πιλάτ’ που χρουστούσιν πουλλές κι δεν μπορούσαν να τ’ς πάρ’ν, ήταν απ’ αυτούς τ’ς «βιράγκ’δεις». Να κατ’ς τουν είπιν ου Γιώρ’ς μέχρι να τουν πάρ’ς κάποιου πουσό. Πράγματι ου Μήτσιους έκατσιν πουλλές ώρις μέχρι που πήριν κάποιο πουσό απ’ τουν βιράγκου.
Μόλις τουν είδιν ου Γιώρ’ς του Μήτσιου τουν καλουσώρ’σιν κ’ αρχίν’τσιν χουρίς δεύτιρ’ λόγου να τουν ρωτάει:
Έρα Μήτσιου πήγεις – πήγα
Τουν βρίκεις – τουν βρήκα
Τουν είδεις – τουν είδα
Σ’ είδιν – μ’ είδιν
Τουν είπεις – τουν είπα
Σ’ τ’ς έδουκιν – μη τ’ς έδουκιν
Πουν’ τ’ς Μήτσιου – Α’ τ’ς
Φέρ’τ’ς – Πάρ’τ’ς
Σώνουμι μι μια κρητική μαντινάδα
Μηδέν’ του κόσμου τ’ άπαντα
μηδέν της γης τα πλούτη
και απ’ μηδέν ως το μηδέν,
Είνια η ζουή ιτούτι.
Γι’ αυτό χράζουμέστι υγεία, επικοινουνία, αλληλεγγύη, χαρά κ’ ιφτυχία κι να δημιουργούμι ιφχάριστις στιγμές.

Β’ μερος
Συνεχίζοντας μη «ΤΑ ΚΑΣΜΕΡΙΑ» προυσπαθούμι να βρούμι ποια ήταν τα στοιχεία ικείνης τ’ς ιπουχής που έκαμαν τ’ς «ΚΟΥΖΙΑΝΙΤ» να αυτουσαρκάζουντι μη τ’ς φίλ’, τ’ς γειτόν’, μη τ’ν ίδια τ’ς τ’ν οικουγένεια, να φτάν’ στα όρια να μην φ’κιαν’ παρεξηγήσεις ή προυστριβές μεταξύ τ’ς, αλλά αντίθιτα δημιουργούσαν ιφθιμία, χαρά κι προυκαλούσαν κι πουλλή γέλιου.
Ικτιμούμι, ότι τα βασικά στοιχεία που δημιουργούσαν έφθιμους ανθρώπους τ’ς ιπουχίς ικείνης, ήταν η τρανή «ΚΟΙΝΟΥΝΙΚΟΤΗΤΑ» που τους διέκρινιν κ’ είχαν μιταξύ τους. Αυτή συνέβινι απ’ τουν βασικό θεσμό της «ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ» που λειτουργούσιν έντουνα σ’ όλ’ τ’ν πόλ’ κι καλλιεργούσαν κι στήριζαν μη τ’ν απλώτητά τους όλ’ συμπουλίτις μας.
Tα «ΓΙΟΥΡΤΑΣΙΑ» ήταν παραδουσιακοί θεσμοί που έφιρναν τ’ς συγγινείς κι τα «ΣΟΪΑ» πιο κουντά κι η σίσφιξ’ απ’ τ’ς σχέσεις γίνουνταν πιο δυνατή μιταξύ των μεγάλων, μη θιτική συνέπεια του δέσιμου κ’ η αγάπ’ να μιταφέριτι κι στα πιδιά απ’ τ’ς οικουγένειες.
Οι μουνουκατοικίϊς ικίνης τ’ς ιπουχής δημιουργούσαν τ’ς «ΓΕΙΤΟΥΝΙΕΣ» κι λειτουργούσαν οι «ΧΟΥΡΑΤΑΔΙΣ» που ικεί ανέβιναν τα λαϊκά θεατρικά έργα μη τ’ς μιτουχή απ’ όλνους τ’ς γείτουνεις. Οι πουλυκατοικίεις που ήρθαν μη τ’ν ιξέλιξ’ διέλυσαν όλα τα κοινουνικά θιτικά στοιχεία που λειτουργούσαν μ’ ιπιτυχία ιτότι.
Ιδώϊα αφήνουμι τ’ν ιστουρικότητα τ’ς λέξης κι σας έφχουμέστι καλό διάβασμα.
Η πρόσληψ΄στου Δημόσιου
Στα μέσα τ’ς δικαϊτίας του ινηνήντα προυκυρήχθ’κιν ένας διαγουνισμός στου Δημόσιου για μπρόσληψ’ ενός ατόμου. Ου διαγωνισμός τα ήταν προυφουρικός κι χράζουνταν μούγκι η παρουσία απ’ τ’ς υπουψήφιοι.
Οι υπουψήφιοι που ιμφανίσ’καν ήταν τρία άτουμα.
Ένας Δικηγόρους, ένας Μαθηματικός κ’ ένας Παππάς. Παρουσιάσ’καν κι τρεις στου χώρου του διαγωνισμού κι πρώτους απέρασιν ου Δικηγόρους, ου ουποίους ρουτήθ’κιν απ’ τ’ν Ιπιτρουπή. «ΔΥΟ ΚΙ ΔΥΟ» πόσο μας φ’κιάν. Η ιρώτησ’ ήταν κοινή για όλ’νους.
Κι ου Δικηγόρους απάν’τσιν. Δυό κι δυό μας κάμ’ τέσσιρα «ΙΚΤΟΣ ΑΝ ΟΥ ΝΟΜΟΥΣ ΟΥΡΙΖΕΙ ΑΛΛΩΣ». Τουν ιφχαρίσ’τσιν η ιπιτρουπή κι πέρασιν όξου.
Ακλούτσιν η σειρά του Μαθηματικού, ου ουποίους απάν’τσιν: Δυό κι δυό «ΑΝ ΕΙΝΙ ΟΥΜΟΣΗΜΑ ΜΑΣ ΚΑΜ’ ΤΕΣΣΙΡΑ, ΑΝ ΟΜΟΥΣ ΕΙΝΙ ΙΤΙΡΟΣΗΜΑ ΜΑΣ ΚΑΜ’ ΜΗΔΕΝ».
Ήρθιν μιτά κ’ η σειρά τ’ Παππά, ου ουποίους είπιν «ΔΥΟ ΚΙ ΔΥΟ ΑΓΑΠΗΤΑ ΜΟΥ ΤΕΚΝΑ ΜΑΣ ΚΑΜ’ ΤΕΣΣΙΡΑ» κι μη τ’ν ιβλουγία του «ΠΑΝΑΓΑΘΟΥ ΘΕΟΥ ΜΑΣ».
Στου «ΚΑΣΜΕΡ» αυτό διακρίνουμι τ’ς στουχιβμένες απαντήσεις που έδουκαν ου δυό ιπιστήμουνες του διαγωνισμού.
Αν ρουτάτι τώρα ποιος απέρασιν που εινί κι εύλουγου ιρώτημα, σας απαντούμι, ότι αυτός που είχιν του τρανίτηρου δόν’τι. Κι τούχιν ου Παππάς γιατί ικείν’ τ’ν ιπουχή ου «ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΗΤΑΝ ΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ».

Ου πόνους στου γόνατου
Ου Κώτσιους ου Κουκουβέλας ήταν τεχνικός υπάλληλους στουν ΟΥΤΕ κι ήταν μέλους του Ορειβατικού Συλλόγου ΕΟΣ Κοζάνης. Ήταν άτουμου χαρούμινου, τ’ς παρέας, τουν άριζιν να διηγείται διάφουρα γιγουνότα μι τουν θ’κοτ’ ευχάριστου τρόπου, η γλώσσα τ’ πάϊνιν ρουδάν’ κι πάσα δεν έδουνιν εύκολα για να πάρ’ σειρά κάνας άλλους.
Έμεινιν στ’ ουδό Αραπίτσης στου γνωστό συνοικισμό τ’ς «ΓΙΤΙΑΣ». Ου Κώτσιους πάντα χαρούμινους κ’ ιβγινικός ήταν. Τουν άριζιν του προυί να βγαίν’ όξου απ’ του σπίτ’, να βρει καμμιά παρέα για να κάτσ’ για κάνα καφέ. Συνάμα ήθιλιν πουλή να ουμιλάει, για τ’ δ’λειά τ’ τ’ς διάφουρες πιριπέτειϊς μη τουν Ορειβατικό κι να λέει κασμέρια που δεν είχαν σουμό.
Τουν τιλιφταίου κιρό όταν ζούσιν, τουν πουνούσιν πουλλή του γόνατου απ’ τ’ αριστηρό πουδάρ’ κι δεν έβγινιν τόσου συχνά στου «ΤΣΙΑΝΤΕ» που τουν πιρίμειναν οι φίλοι τ’ κι οι παρέις τ’.
Ικείνου του προυί απουφάϊσιν σιγά – σιγά ν’ ανιβεί στου «ΤΣΙΑΝΤΕ» γιατί είχιν κατ’ δ’λειές κι ν’ ανταμώσ’ κι τ’ς φίλιτ’ να πουν τα θ’κατ’ς, που κάθουνταν σι μια καφιτέρεια που είνι γύρου απ’ «ΠΛΑΤΕΑ». Αφού παρήγγιλιν’ τουν καφέ τ’, τουν ήρθιν κι αρχήν’τσιν να τουν πίν’, ήρθιν κι σ’ αυτόν η σειρά τ’ να ουμιλείσ’.
Ου Κώτσιους αναφέρθ’κιν αμέσους στου πρόβλημα που είχιν αυτόν του κιρό, που ήταν ου πόνους στου «ΓΟΝΑΤΟΥ». Τ’ς είπιν, ότι πήγιν’ στου γιατρό κι πήριν τα χάπια που τουν έδουκιν, ου πόνους όμους πόνους. Πήγα κι σ’πρακτική τ’ Σιαββούλου τ’ Κουντουρά που βιλτίουσιν ψίχα τουν πόνου μη τα «ΙΛΙΑΤΣΑ» που μ’ έδουκιν αλλά ου πόνους δεν έλιγιν να τουν αφήσ’.
Αφού ανάφιριν όλα αυτά ου Κώτσιους γύρσιν ένας απ’ παρέα τ’ κι τουν λέει. Ιγώ τα σειπώ ένα «ΙΛΙΑΤΣ» που τα σι πιράσ’ ένα κ’ ένα.
Ποιο είνι αυτό το «ΙΛΙΑΤΣ» αρά «ΝΤΟΝΤΙΟΥ» μη αγουνία τουν ρώτ’σιν ου Κώτσιους.
Τα πααίν’ς στουν «ΑΓΙΩΡ’» κι τα πάρ’ς δυό χούφτες μαλακό χώμα, τα τουν βάλ’τ’ς ουπάν στου πουνιμένο γόνατο κι σι λίγις μέρεις τα γίν’τ’ς πιρδίκ’.
Του σκέφ’κεις πουλλή αρά ανάπουδι «ΝΤΟΝΤΙΟΥ» για να μας πεις αυτό του κ’φό. Τουν είπιν μη χαμόγιλο πάλι ου Κώτσιους.
Να δούμι «ΝΤΟΝΤΙΟΥ» κι κράτσετου καλά αυτό που τα σειπώ.
Τα δούμι ποιος τα πααίν’ αρχήτιρα ου «ΕΝΑΣ ΤΟΥΝ ΑΛΛΟ» έχουμι μάρτυρεις όλ’ τ’ς φίλοι μας που ίντ’ς ιδώϊα.
Ου Λιόλιους
Ήταν μισμέρ’ καλουκιριού του 1962. Ου «ΛΙΟΛΙΟΥΣ» ιργάτης στου ιπάγγελμα, αφού μπάτουσιν βγίκιν κ’ έκατσιν στου «ΠΙΖΟΥΛ» που ήταν όξου απ’ πόρτα τ’. Τα πιζούλια ήταν πέτρινα καθίσματα που χτίζουνταν όξου απ’ τ’ς πόρτις κι χρησιμουποιούνταν απ’ τ’ς γειτόν’ να κάθουντι να ξαποστέν’, αλλά χρησιμουπουούνταν κι απ’ τ’ς γυναίκις τα καλουκαίρια για τουν απουγιβματινό χουρατά, αφού έλειπαν οι πλαστικές καρέκλεις κι τα τραπέζια που είναι σήμιρα.
Όπους έκατσιν ου «ΛΙΟΛΙΟΥΣ» χουρτάτους κι κουρασμένους, τουν βάρυνιν κι ψίχα ου ήλιους, είχιν τα μαγαζιά ανοιχτά κι βγίκιν η «ΜΑΚΦΑΡΙΑΤ’» όξου απ’ του παντηλόν’.
Τουν πήριν ου ύπνους κι μια μέλισσα άρχισιν να φλιτάρ’ μη τ’ «ΜΑΚΦΑΡΙΑΤ’». Ινουχλήθ’κιν ου «ΛΙΟΛΙΟΥΣ» ξύπνησιν κ’ είδιν τ’ μέλισσα ουπάν στ’ «ΜΑΚΦΑΡΙΑΤ’».
Τότι γύρ’σιν κ’ είπιν ου «ΛΙΟΛΙΟΥΣ»
«ΣΙΓΑ ΤΟΥ ΛΟΥΔ’ ΠΟΥ ΒΡΙΚΕΙΣ Κ’ ΕΚΑΤΣΕΙΣ ΚΙ Τ’ ΓΥΡ’ ΠΟΥ ΤΑ ΜΑΖΟΚ’Σ».

κι ου δεύτιρους ου Νιάκους ου Τσιτσικλής κι πέθανιν κοντά τα 90.
Η γιαγιά μ’ η Λιφτιρία η Τσιτσικλού
Ικείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν σύγχρουνα μέσα στ’ μαγειρική, όπους γκαζιέρεις, πιτρουγκάζ, ηλικτικές κουζίνεις, οι νοικουκυρές ό,τ’ ήθιλαν να κάμν’ στ’ μαϊργιώ άναβαν στ’ «Μπαρσιά φουτιά» μη λιανά ξύλα. Ακόμα κι για έναν καφέ. Τα ξύλα ου κάθι νοικουκύρ’ς τα εφουδίαζιν απ’ του παζάρ’ που γίνουνταν κι τότι κάθε Σαββάτου στ’ «Πλατέα τ’ Λασσάν’» απ’ τ’ς Καλλιανιώτεις που τάφιρναν μη τα ζώα.
Ένα Σαββάτου απουφάϊσιν η γιαγιά μ’ η «Λιφτιρία Τσιτσικλού» να βγει στου παζάρ’ ν’ αγουράσ’ η ίδια τέτοια ξύλα, ινώ δεν είχιν χαμπάρ’ απού λουγαριασμούς, διαχείρησ’ χρημάτων, απού τιμές κι απού «ΠΑΖΑΡ» γενικά. Βρίκιν έναν Καλλιανιώτ’ που είχιν ουραία ξύλα, ουπάν σε τρία ζώα. Τουν πλησίασιν κι τουν ρώτσιν. Μπρε χουριάτ’ πόσου τάχ’ς τα ξύλα. Έλα μπάμπου, άμα τα πάρσ’ και τα τρία τα στα δώσου «ΦΝΑ» 35 δραχμές. Η γιαγιά μ’ τουν ξαναρώτσιν. Πόσου είπις 35 δραχμές. Μη 50 δρχ. άμα τα δίν’ τ’ς θα τα πάρου. Ου Νίκους ου Σακιλάρ’ς ου φρουτέμπουρας άκ’σιν του διάλουγου κι τ’ λέει στου αυτί. Κυρά Λιφτιρία φεύγα γιατί έδουκεις παραπάν’ παράδεις.
Άκσιν’ τι τ’ είπιν ου Σακιλάρ’ς η γιαγιά μ’ κι σαν του καμ’ για του σπίτ’ που ήταν μέσα στ’ Γκούτζιου του στινό, ούτι ικεί. Ου Καλλιανιώτ’ς που βρίκιν τέτοιου λαχείου τ’ν πήριν απ’ του κουντό κι έφτασιν μέχρι του σπίτ’. Η γιαγιά μ’ αναστατουμέν’ μη του «ΧΝΕΡ» που έφκιασιν σφάλ’τσιν μπόρτα κι πιρίμινει. Ου ξυλάς έφτασιν όξου απ’ του σπίτ’, βάρυνιν μπόρτα κι έλιγιν. Αν’ξει μαρ’ μπάμπου κι τα στα δώσου τα ξύλα όπους ίπεις ισύ. Η γιαγιά μ’ απού μέσα φώναζιν. Ούτε σ’ ανοίγου, ούτι θέλου τα ξύλασ’ χουριάτ’ κι να σκουθείς να φύβσ’ «ΑΓΛΙΓΟΥΡΑ».
Οι θυγατέρεις που ήταν στου σπίτ’, ακούγουντας τ’ς φουνές βγήκαν όξου στ’ «Νουβουρό» κι ρουτούσαν τ’ γιαγιά, ποιος είνι αυτός που φουνάζ’; Ένας ξιμέτουχους. Τουν ρώτσα πόσου καμ’ τα ξύλα κ’ αυτός μη πήριν απού πίσου. Α μαρ’ μάνα πάλι γκάφα έκαμεις.
Του μισμέρ’ που γυρ’σιν ου Νιάκους στου σπίτ’ βρίκιν τ’ν γιαγια΄τ’ Λιφτιρία αναστατουμέν’ κι τ’ν ρώτσιν τι έφκιασεις πάλι σήμιρα.
Ιά ένας χουριάτ’ς ήθιλιν να μη πλήσ’ τα ξύλα μη του ζορ’, ιγώ δεν τάθιλα κι μη ακλούτσιν μέχρι του σπίτ’. Γύρσιν τότι ου πάππους ου Νιάκους κι τ’ν είπιν. ΠΟΙΟΣ ΞΕΡ’ ΠΟΣΕΙΣ ΠΑΡΑΠΑΝ’ ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΤΟΥΝ ΕΔΟΥΣΕΙΣ ΚΙ ΑΥΤΟΝ ΛΙΦΤΙΡΙΑ.
Συνεχίζεται
Σάκης Παγκαρλιώτας
Απ’ τα Κατσ’κάθ’κα










