Δεν μας αρέσει τώρα ο Λαζόπουλος και πολύ καλά κάνει και δεν μας αρέσει. Όμως δεν άλλαξε εκείνος. Τα τελευταία χρόνια έτσι ήταν. Μονομανής και έτοιμος να χρησιμοποιήσει για “υπερόπλο” του το αδύνατο σημείο του άλλου. Πάνω στις ανελέητες καζούρες και χοντράδες σε βάρος της Ντενίση κι άλλων ….αγαπημένων του, εδραίωσε την τηλεοπτική του παντοκρατορία.
Να μην το κρύβουμε τώρα. Γελούσαμε και εξακολουθούμε να γελάμε με πολλές απο αυτές τις χοντράδες, όπως γελούσαμε και παιδιά με τις καζούρες που έκαναν οι “νταήδες” του σχολείου στους διαφορετικούς συμμαθητές μας. Τότε που δεν τολμούσαμε να βγάλουμε κιχ, κι ας σκάγαμε απο μέσα μας για τη μεγάλη αδικία.
Βρίσκει απήχηση σε ένα μεγάλο μέρος μας ο εμμονικός προπαγανδιστής που χρησιμοποιεί τη σάτιρα για μανδύα και “ξερνάει” ότι πιο χυδαίο, φτηνό και προσβλητικό από τηλεοράσεως στα μούτρα μας. Όσο εστίαζε σε πρόσωπα, μάλιστα, τον χειροκροτούσαμε. “Καλά τα λέει του σακάτη του Σόιμπλε” έλεγαν οι μάτσο της κοινωνίας.
Μέχρι που κάποιοι -λίγοι πάλι νομίζω- κατάλαβαν ότι το θέμα δεν είναι προσωπικό, αλλά κοινωνικό, ότι αφορά σε όλους κι ότι είναι απαράδεκτο μια ολόκληρη κοινωνία να γελά με τις παιδικής κακίας γενικεύσεις που όμως ειπωμένες απο το στόμα ενός ενήλικα καθοδηγητή κοινής γνώμης γίνονται εξαιρετικά επικίνδυνες.