Ένα νέο φάρμακο εγκρίνεται με βάση ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και θεωρείται “αποδεδειγμένα αποτελεσματικό”. Ωστόσο, τέτοιες δοκιμές γίνονται σε περιορισμένα δείγματα, σε ελεγχόμενες συνθήκες, με αυστηρά κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού. Έστω ότι σας ανατίθεται, χωρίς να είστε ειδικοί, να αποφασίσετε σχετικά με το σε ποιο βαθμό μπορούμε να γενικεύσουμε τα αποτελέσματα αυτών των δοκιμών στον πραγματικό πληθυσμό, όπου συνυπάρχουν πολλαπλές ασθένειες, κοινωνικοί παράγοντες και διαφορετικές βιολογικές αντιδράσεις. Αισθάνεστε τη σιγουριά να το κάνετε;
Όχι με σιγουριά, θα απαντήσετε οι περισσότεροι, αντιλαμβανόμενοι τους περιορισμούς που προκύπτουν από το έλλειμμα γνώσης σε κάτι τόσο ειδικό. Όσοι πείτε ναι, το πιθανότερο είναι ότι δεν σας έχουν πείσει τα δώδεκα χρόνια του σχολείου –στη χειρότερη περίπτωση- ότι η επιστήμη λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες, οπότε είναι πιθανόν να πιστεύετε και ότι οι ασθένειες θεραπεύονται με το νερό του Καματερού.
Το παραπάνω υποθετικό θέμα δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο δύσκολο από θέματα, στα οποία καλούμαστε δήθεν να (συν)αποφασίσουμε με διαβούλευση, όπως για παράδειγμα αυτό της καύσης απορριμμάτων. Τι στοιχεία έχουμε στα χέρια μας και ποιες γνώσεις απαιτούνται για να έχει κάποιος σοβαρή άποψη για ένα θέμα και να μπορεί να τοποθετηθεί;
Κάθε σοβαρή διαβούλευση, λοιπόν, οφείλει να έχει εξασφαλίσει από πριν αυτές τις συνθήκες που θα επιτρέπουν στους πολίτες και κυρίως σε αυτούς που λόγω της γνώσης του ζητήματος μπορούν να έχουν βαρύνοντα λόγο, να φτάσουν σε μια απόφαση με βάση τα γνωστά και αποδεδειγμένα.