Η κακιστοκρατία (από τις ελληνικές λέξεις κάκιστος και κράτος, δηλαδή εξουσία) είναι ένα πολιτικό και κοινωνιολογικό φαινόμενο όπου την εξουσία καταλαμβάνουν οι λιγότερο ικανοί, οι πιο ανήθικοι ή οι πιο διεφθαρμένοι πολίτες μιας κοινωνίας. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά με επικριτικό τόνο για να περιγράψει κυβερνήσεις ή διοικήσεις που χαρακτηρίζονται από ανικανότητα, διαφθορά και έλλειψη ηθικής. Ο όρος πρωτοεμφανίστηκε στα αγγλικά ως kakistocracy τον 17ο αιώνα και έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορες ιστορικές περιόδους για να στηλιτεύσει πολιτικά καθεστώτα που θεωρούνται αποτυχημένα ή επιβλαβή για το κοινωνικό σύνολο.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, η κακιστοκρατία μπορεί να προκύψει όταν η πολιτική διαδικασία ευνοεί την ανάδειξη ανίκανων ή διεφθαρμένων ηγετών, είτε λόγω λαϊκισμού, είτε λόγω χειραγώγησης των θεσμών. Ο όρος έχει επανέλθει δυναμικά στη δημόσια συζήτηση τα τελευταία χρόνια, καθώς πολλοί αναλυτές τον χρησιμοποιούν για να περιγράψουν κυβερνήσεις που δρουν εις βάρος του κοινού συμφέροντος.
H κακιστοκρατία είναι στοιχείο της οργανωσιακής κουλτούρας ενός συστήματος και ως τέτοιο κληροδοτείται από τη μια γενιά στην άλλη, αν δεν συμβούν σημαντικές αλλαγές για να σταματήσουν αυτή τη σειρά των πραγμάτων. Αλλά ακόμα κι αν αυτές συμβούν, χρειάζεται να προστατευτούν δραστικά, προκειμένου οι επόμενοι να μην γίνουν ίδιοι με τους προηγούμενους, όπως συνέβη στην Οργουελιανή Φάρμα των Ζώων.