Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε δεν καθρεφτίζει απλά τον κόσμο στον οποίο ζούμε, αλλά διαμορφώνει τον τρόπο που θα δράσουμε απέναντι σε όσα συμβαίνουν έγραφαν οι Fisher και Forester το 1993, σχετικά με το ρόλο του επικοινωνιακού ορθολογισμού στο σχεδιασμό των μεταφορών.

Ως εκ τούτου, ο τρόπος που πλαισιώνονται τα θέματα από τα μέσα ενημέρωσης, τους πολιτικούς και τα λόμπι έχει σημαντική επιρροή στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε γι’ αυτά και εν τέλει στο τι κάνουμε στην καθημερινότητά μας. Ειδικά δε σε ό,τι αφορά στα θέματα περιβάλλοντος και βιώσιμης ανάπτυξης.

Κλιματική αλλαγή ή κλιματική κρίση;

Ο όρος κλιματική αλλαγή βρίσκεται στη δημόσια ατζέντα από τα μέσα του περασμένου αιώνα και περιγράφει κατάλληλα και με επιστημονικά αποδεκτό τρόπο τις περιβαλλοντικές αλλαγές, συνέπεια της αύξησης της θερμοκρασίας. Δεν μπορεί, ωστόσο, να δώσει την αίσθηση του επείγοντος και να στρέψει το ενδιαφέρον στην ανάγκη να κάνουμε κάτι άμεσα.

Από την άλλη ο όρος κλιματική κρίση, σύμφωνα και με έρευνες στον τομέα των νευροεπιστημών (π.χ. SPARK Neuro, 2019), προκρίνεται ως ο καταλληλότερος, καθώς αφενός δεν έχει την απαισιοδοξία που κρύβει ο όρος «περιβαλλοντική καταστροφή» και αφετέρου δίνει την αίσθηση ότι μπορούμε ακόμα να κάνουμε κάτι για να αναστρέψουμε τις αρνητικές συνέπειες του φαινομένου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2019 η βρετανική εφημερίδα The Guardian άλλαξε τον οδηγό της (style guide) σχετικά με το πως αναφερόμαστε στην κλιματική αλλαγή, προτείνοντας να αντικατασταθεί ο όρος κλιματική αλλαγή με τον όρο κλιματική κρίση.

Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι μήπως και ο όρος κλιματική κρίση, μέσα από την εκτεταμένη χρήση του, σταδιακά μετατραπεί σε κοινοτοπία και χάσει την δύναμή του, όπως συνέβη και με άλλους όρους στο παρελθόν.

Μετά από μια δεκαετία διαρκούς χρήσης του όρου κρίση (για την οικονομική, μεταναστευτική/προσφυγική, υγειονομική κρίση) η αίσθηση είναι ότι λίγα είναι τα βήματα που γίνονται προς τη ριζική αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων, την ώρα που καταγράφεται τάση κανονικοποίησης των φαινομένων.